Το μόνο που θυμάμαι από το μέλλον μου είναι ο θάνατος μου. Εβδομήντα έξι χρονών, ακριβώς στον μέσον όρο. Δεν έπινα, δεν κάπνιζα και γυμναζόμουν για να είμαι μια τέλεια στατιστική. Τελικά δεν κέρδισα ούτε μια μέρα παραπάνω. Γαμιέστε γιατροί με την ψευδαίσθηση αθανασίας. Μη χαίρεστε, δε θα έχουμε βγει ακόμα από τα μνημόνια. Σε ένα δωμάτιο του Ευαγγελισμού με πλαστικό δάπεδο και ροδακινί χρώμα στους τοίχους που έχει αρχίσει κατά τόπους να ξεφτάει. Στο τραπεζάκι δίπλα μου τέσσερις χυμοί και τρία κουτιά βουτήματα. Τι να τα κάνω, επιτρέπεται να τρώω μόνο κοτόσουπα και βραστά κολοκυθάκια. Τα φέρνουν συγγενείς και φίλοι να με δουν, δηλαδή να με αποχαιρετήσουν. Κάνουμε όλοι πως δεν τρέχει τίποτα. Μόνο ο Θέμης δεν κρατήθηκε και βούρκωσε. Το έλεγα πάντα πως έχει καλή καρδιά.


Δίκλινο πάντως, χαλάλι τα σαράντα χρόνια ασφάλισης. Στο απέναντι κρεβάτι ένας κοιλαράς, συνταξιούχος τραπεζικός. Αυτός τουλάχιστον θα πάει χορτάτος. Ροχαλίζει και το βράδυ με έναν μακρόσυρτο ήχο. Κάθε απόγευμα έρχεται η γυναίκα του. Μια εξ ίσου χοντρή και πλαδαρή λαϊκιά γυναίκα που φοράει πολύ μακιγιάζ, έχει βαμμένο πλατινέ μαλλί, μιλάει δυνατά και μασάει τσίχλα. Όλο κουτσομπολεύουν τον τάδε ή τον δείνα. Φρικτοί, φρικτοί άνθρωποι. Ίσως δεν πρέπει να είμαι τόσο αυστηρός, ο καθένας σε αυτήν την παλιοζωή κάνει το καλύτερο που μπορεί.

 

Η αποκλειστική μου έχει μόλις φύγει, μια συμπαθέστατη Νιγηριανή. Θεόρατη και με μεγάλη περιφέρεια. Πάντα το είχα απωθημένο να περάσω κάποια βράδια με μια μαύρη. Έστω κι έτσι. Κοιτάξτε με, με το ένα πόδι στον τάφο και σκέφτομαι ακόμα τα γαμήσια. Πρώτα φεύγει η ψυχή και μετά το χούι, το επιβεβαιώνω. Της ζητάω κάθε μέρα να με ξυρίσει. Πάντα με ενοχλούσαν τα γένια. Θέλω να είμαι και ευπαρουσίαστος, γεροντική ωραιοπάθεια. Έχουμε πιάσει κουβέντα: τέσσερα κουτσούβελα πρόλαβε να σπείρει. Μα γιατί κάνουν τόσα παιδιά; Πάντως βγάζει καλό μεροκάματο σαν αποκλειστική. Οι ξοφλημένοι τρέφουμε τους ζωντανούς. Δε με πειράζει, νιώθω πως έστω κι έτσι έχω μια χρησιμότητα. Ας αφήσω λιγότερα στους κληρονόμους.

 

Μιας και είπα για κληρονόμους: έχει έρθει η κόρη μου. Εγγόνια δεν πρόλαβα, μεγαλοπαντρεμένος. Και ένα μόνο παιδί, με πρόγραμμα. Η ψευδαίσθηση ότι του προσφέρεις το καλύτερο που μπορείς. Στον Ιππικό Όμιλο της έκανα τον γάμο και μεταπτυχιακό στην Αγγλία, παρακαλώ. Αυτά, προ κρίσης, βέβαια. Ελπίζω να είναι ευτυχισμένη. Και ποιος είναι, θα μου πείτε. Λένε πως οι γυναίκες είναι πιο συναισθηματικές. Ακόμα και τώρα αμφιβάλλω, μόλις έμαθε τα μαντάτα, δάκρυ δεν κύλισε. Ίσως το παράκανα κι εγώ, ήθελα να την κάνω σκληρή και ανεξάρτητη, να την προετοιμάσω για την πραγματική ζωή. Καταλαβαίνετε.


Καρκίνος στο πάγκρεας. Λαχείο. Είμαι σίγουρος ότι έφταιγαν οι τονοσαλάτες από το εκπτωτικό σούπερ μάρκετ. Έρχονται οι νοσοκόμες και μου παίρνουν βαριεστημένα αίμα για εξετάσεις. Λες και έχει σημασία. Γλίτωσα και την ταπείνωση της χημειοθεραπείας. Σε τριάντα επτά ώρες θα έχω πεθάνει σχετικά ήσυχα στον ύπνο μου. Δεν ήταν σπουδαία, δεν ήταν κι άσχημα. Κυρίως ήταν αξιοπρεπώς. Τα 'λεγε ο Γιάννης, η αξιοπρέπεια θα μας φάει. Και μετά; Μετά τι; Εμένα ρωτάτε; Καθώς ίπταμαι πάνω από το πτώμα μου με το σεντόνι να έχει καλύψει το πρόσωπο μου και να έχει αφήσει γυμνές τις φτέρνες μου κι εγώ την ίδια απορία έχω. Στο τρανζιστοράκι της αποκλειστικής του κοιλαρά η Βίκυ Μοσχολιού τραγουδάει χαμηλόφωνα:

 

Έτσι είν' η ζωή και πώς να την αλλάξεις
άλλοι κλαίνε κι άλλοι γελάνε δηλαδή.