Χθες ήταν Παρασκευή βράδυ. Όλη μέρα ήμουν αιχμάλωτος του ελεύθερου επαγγέλματος. Για μια ακόμη μέρα είχα μαζέψει αρκετή συμπάθεια –οι μόνες αληθινές σχέσεις που μπορούν να υπάρξουν στον καπιταλισμό είναι οι πελατειακές. Είχα μαζέψει κάπως λιγότερα χρήματα σε σχέση με τη δόξα, στο κυνήγι της εκπλήρωσης των φόρων. Οι φόροι για την εξουσία είναι τα μαντρόσκυλα που κατασπαράζουν όνειρα. Οι φόροι για μένα είναι το εισιτήριο για να ζω, αλλιώς δεν έχω κανένα λόγο ύπαρξης. Οι προύχοντες θα με ευνουχίζανε ή μπορεί και να βάζανε το κεφάλι μου μέσα σε μια γυάλα για παραδειγματισμό.


Στις εννέα πήγα στην πισίνα για προπόνηση. Δεν βοήθησε όσο άλλες φορές, βοήθησε ωστόσο, το καταλαβαίνω σήμερα που γράφω ετούτες τις γραμμές.


Πέρασα μετά από το ένα εστιατόριο να πάρω δύο μαγειρευτά. Η καινούρια υπάλληλος είχε σοβαρέψει ακόμη περισσότερο. Κάθε δυο μέρες που περνάω από κει σοβαρεύει όλο και πιο πολύ, χωρίς να της μιλάω.


Εχθές της είπα:

«Μία ρεβίθια».


Έβαλε τα ρεβίθια.


«Άλλο;» είπε.


«Μία μελιτζάνες με φέτα».


Έβαλε τις μελιτζάνες.


«Άλλο;»


«Σοβάρεψες, ακόμη περισσότερο».


Καμία αντίδραση. Πήγα, πλήρωσα και έφυγα.


Είχε πάει έντεκα. Η μεγάλη πόλη με τύλιγε με την αμεριμνησία της. Αυτό που πάντα ήθελα. Που έκανα τα πάντα για να το αποκτήσω. Κανονικά θα έπρεπε να βγω. Είχα όλων των ειδών τις επιλογές. Το μόνο που ήθελα όμως ήταν να πάω σπίτι να διαβάσω Μικρό Κάου-μπόυ, εκείνο το ανάγνωσμα της δεκαετίας του '60, του '70, του '80, του σήμερα. Δεν ξέρω κατά πόσον υγιές φαίνεται αυτό. Εμένα μου φαίνεται θαύμα. Είμαι νικητής, παρά τις ήττες μου. Μεγαλώνω ένα παιδί μέσα μου που παραμένει για πάντα παιδί. Αυτό το παιδί δεν θέλω να το προδώσω. Κρατάω μέσα σε ένα συρτάρι μια φωτογραφία του εαυτού μου όταν ήμουν εφτά χρονών και καμιά φορά την κοιτάω. Αυτό το παιδί πρέπει να υπάρξει, λέω, να ζήσει και να μεγαλώσει, να γίνει πιο ολοκληρωμένο παιδί. Το παιδί αυτό είναι μια γροθιά στη μούρη της κατήφειας, της αποβλάκωσης και της χαζομάρας, το παιδί αυτό είναι μια επανάσταση.


Αύριο μπορεί να τα ξεχάσω όλα. Να ξεχαστώ κι εγώ μαζί με αυτά. Νέες θύελλες να με παρασύρουν. Θα υπάρχει όμως μια παλιά φωτογραφία μέσα σε ένα συρτάρι, θα υπάρχουν αυτές οι γραμμές, θα υπάρχουν αποδείξεις. Θα υπάρχει η σειρά με τα τεύχη του Μικρού Κάου-μπόυ. Το παιδί μπορεί να μην υπάρχει, ούτε καν ο ενήλικας –ειδικά αυτός.


Κάποιος άλλος θα βάζει φαγητό σε εκείνο το εστιατόριο, σε όλα τα εστιατόρια. Πιο σοβαρός και τυπικός από ποτέ. Μέχρι το εστιατόριο να κλείσει ή να γκρεμιστεί. Στις πισίνες κόσμος θα προσπαθεί να βρει την χαμένη ψυχική του ηρεμία – ο καιρός της εκγύμνασης θα έχει πάψει, προ πολλού. Έως ότου οι πισίνες και αυτές πάψουν να υπάρχουν. Τίποτε δεν θα έχει μείνει. Ενήλικες, παιδιά, θα καταργηθούν, μαζί με τον ήλιο. Το σύμπαν θα προσπαθεί να αναρρώσει μέσα από τα συντρίμμια της Μεγάλης Έκρηξης. Τα κατορθώματα ετούτου του πολιτισμού θα μοιάζουν με σκεβρωμένα ναυάγια –θα διαπιστώσει έκπληκτος ο εξωγήινος εξερευνητής- ενός βυθού. Πισίνες χωρίς νερό, εστιατόρια χωρίς υπαλλήλους και φαγητά, τεύχη παλαιών περιοδικών και παλιές φωτογραφίες θα σκεπάζονται από μια απαλή, αφράτη στάχτη, σαν χνούδι, που θα στροβιλίζεται καμιά φορά από το ελαφρό αεράκι και θα πέφτει ξανά κάτω, απαλά, σαν χιόνι ή κάποιο πλαγκτόν. Η ησυχία θα είναι εκκωφαντική. Θα τα διαπερνά όλα η ακινησία, η πλήξη και το έρεβος. Μία οσμή Παρασκευής θα έχει μείνει.