Αν ζούσε, σήμερα θα γινόταν 80 ετών.
Στο "Tαξίδι" του Ντίνου Δημόπουλου, 1962

 

Πριν αρκετά χρόνια είχα ζητήσει από δύο ανθρώπους που αγαπούσαν την Αλίκη να μου γράψουν τις αναμνήσεις τους απ' τη μέρα που έμαθαν για το θάνατό της. 

Με αφορμή την 80η επέτειο της γέννησης της Βουγιουκλάκη, τους ξαναδιάβασα, με το ίδιο ενδιαφέρον. 

 

 

Αν ζούσε, σήμερα θα γινόταν 80 ετών.

 

 

23 Ιουλίου 1996
[Γράφουν η Ιφιμέδεια και ο Non Private Life]

 



(Ιφιμέδεια) Την ημέρα που έμαθα ότι πέθανε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, 23 Ιουλίου 1996, καθόμουν σε μια καρέκλα δίπλα στον Non Private Life.


Σε αντίθεση με πολλά και σημαντικά γεγονότα της ζωής μου, αυτή τη μέρα, πιό σωστά τη στιγμή, την θυμάμαι πολύ έντονα. Φωτογραφικά και συναισθηματικά.


Κατακαλόκαιρο. Ζέστη πολύ. Στην Κύπρο. Μπροστά σε ένα τραπέζι, σε μια αυλή. Κι άλλοι παρόντες, πήγαιναν, έρχονταν δούλευαν. Χαζά αστεία. Ήμουν και αισθανόμουν τόσο πολύ νέα.


Ήταν θυμάμαι ανοικτό το ραδιόφωνο, δουλεύαμε αφηρημένοι, βαριεστημένοι κι ακούγαμε ασυναίσθητα. Κάποια στιγμή το έκτακτο δελτίο. Η ανακοίνωση του θανάτου.


Πέθανε σήμερα η ηθοποιός Αλίκη Βουγιουκλάκη.


Παρόλο που γνωρίζαμε ότι ήταν άρρωστη και φυσικά τα μέσα ασχολούνταν καθημερινά με την κατάσταση της υγείας της, μάλλον επειδή ήμουν στην Κύπρο και όλο αυτό δεν το βίωνα τηλεοπτικά, ή ίσως επειδή δεν πίστευα ότι η Αλίκη θα πέθαινε, αλλά με κάποιο μαγικό τρόπο θα γινόταν καλά, ξαφνιάστηκα.


Και αισθάνθηκα πολύ περίεργα. Οι υπόλοιποι παρόντες ανεπηρέαστοι. Νομίζω μερικοί κάτι κορόιδεψαν. Εγώ αισθανόμουν μιαν έντονη διάθεση να κλάψω.


Θα μου πεις να κλάψεις ποιόν; Έναν άνθρωπο που δεν γνώρισες ποτέ; Είναι γελοίο, σωστά;


Να κλάψεις γιατί; Τι; Ήταν ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους. Κάποτε θα πέθαινε... όλοι τότε πίστευαν ότι η Αλίκη ήταν μια απίστευτη υπερήλιξ που ως άλλος Φάουστ είχε ανταλλάξει με την ψυχή της τα υπέροχα νιάτα που ακτινοβολούσε.


Έτσι γούσταρα και ήθελα να κλάψω. Έτσι.


Και δεν είχα τρόπο να πνίξω τον πόνο μου και αντιλαμβανόμουν το γελοίο του πράγματος και αισθανόμουν αυτό το αίσθημα να φουντώνει, να καίνε τα μάγουλά μου. Κρατιέμαι. Κρατιέμαι. Σκυμμένο το κεφάλι, κοιτάω τα χαρτιά μου, δεν θα κοιτάξω γύρω, κανείς δεν θα με δει να κλαίω.


«Μες σ’αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή» ακούγεται η φωνή από το ραδιόφωνο.


Σηκώνω το κεφάλι. Κοιτάζω δίπλα. Τέσσερα μάτια δάκρυα. Ο φίλος μου από τότε. Μέσα από αυτά και άλλα δάκρυα.


Ο Non Private Life σηκώνεται να πάει στην τηλεόραση της κυρίας Χ. να δει τι γίνεται. Εγώ καρφωμένη στην καρέκλα. Δεν θέλω να δω τίποτα.


Γιατί κλαίς;


Έτσι.


Ήμουν μαζί της παιδί, τσαχπίνικο κορίτσι, με μακριά μαλλιά και πολλά νάζια, τρυφερή γυναίκα, πληγωμένη, διεκδικητική, ερωτική. Η Μανταλένα του άχρονου καλοκαιριού, η χαριτωμένη Μουσίτσα, η Αικατερίνη Πιερή του γραφείου, η Λίζα Πετροβασίλη του σχολείου. Αλλά και Μαρία της Σιωπής και Εβίτα, γενναία Υπολοχαγός Νατάσα, Ψεύτρα και Δόλωμα, Δικτάτωρ και Αρχόντισσα.


Όταν αγαπάμε είμαστε 20 χρονών. Πόσο δίκιο είχες Αλίκη.


Ο Non Private Life επιστρέφει.

- Όλα καλά;

- Όλα.

 

Αν ζούσε, σήμερα θα γινόταν 80 ετών.

===

 


(Non Private Life) Το μεσημέρι της Παρασκευής μου τηλεφωνούν απ’ την Αθήνα. Μου ανακοινώνουν το «διαμελισμό» της ζωντανής τηλεοπτικής κάλυψης της διαδρομής. Μητρόπολη- Α’ Νεκροταφείο. Θυμάμαι πρώτη φορά εκεί τον εικονογραφημένο χρόνια πριν σε κόμικς θάνατο της Αγίας Αλίκης στα Πρόσωπα του Άρη Δαβαράκη. Νομίζω είμαι κουκίδα της αρρωστημένης γραφίδας του καλλιτέχνη.


Η Ζ. Λ. ζητάει απεγνωσμένα σπάτουλα να επιμεληθεί τελευταία την μάσκα του νεκρού κοριτσιού. Έχει παγώσει το πρόσωπο. Δεν πιάνει η βαφή. Ξανά σπάτουλα. Λερώνει τα μαλλιά. Τα φέρνει ύστερα μπροστά στο πρόσωπο. Μάσκα της Μέδουσας. Τηλεφωνούν απ’ το γραφείο του Ant1. Έχει στηθεί ο γερανός με την κάμερα πάνω απ’ το ανοικτό μνήμα. Ο Κ. τραβάει τις τελευταίες φωτογραφίες της μάσκας στο παρεκκλήσι. Ο Γ. δεν αντέχει την εικόνα. Βγαίνει έξω. Η Α. βγάζει ένα μικρό ψαλιδάκι και κόβει 3 τούφες βαμμένο ξανθό μαλλί. Τη μια θα τη στείλει στην ξαδέρφη της στην Καρδίτσα. Τις χώνει μέσα στη τσάντα στη θέση που φυλάει σταματημένο το χρυσό ρολόι. 10.15’. Έξω ζέστη. Κόσμος με τριαντάφυλλο στο χέρι και εμφιαλωμένο νερό. Μικρές ασήμαντες λιποθυμίες. Αφίξεις ινδαλμάτων που συνοδεύονται με ζωντανά λαϊκά χειροκροτήματα.


Κάθομαι στον καναπέ της κυρίας Χ. στη Λεμεσσό, παρατηρώ την εικόνα. Αρνούμαι να δεχτώ για άλλη μια φορά την πραγματικότητα. Η εικόνα της Μάσκας χαμογελάει πάνω απ’ το κλειστό φέρετρο. Ανεμιστήρες που σκορπούν μακριά τα τελευταία άνθη των ρόδων. «Ευλογητός ει Κύριε δίδαξόν με τα δικαιώματά σου». Κλείνω τα μάτια. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει συμβεί αληθινά. Κι ύστερα η φωνή της στα αυτιά μου «Δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν μπορώ να το πιστέψω.» Σωληνάκια. Χαλκοπράσινο πρόσωπο. Αδύναμα πρώτη φορά χεράκια. Μια φέτα καρπούζι. Δίπλα μισοφαγωμένα σουβλάκια. Μια εικόνα της Παναγίας. Λαδάκι απ’ την Τήνο. Κομποσκοίνια. Γράμματα. Πολλά γράμματα με αφιερώσεις. Η μετάφραση πιο δίπλα για τις Μικρές Αλεπούδες. Κι ύστερα η μικρή παύση πριν από την οριστική Σιωπή. Μικρά ανοίγματα της πόρτας. Μικροί αποχαιρετισμοί. Αντίο Πίπη. Αντίο Μανταλένα. Αντίο κυρία Αλίκη. Αντίο Αλικάκι. Αντίο παιδί μου. Αντίο μαμά. Αντίο αγάπη μου…


Κι ύστερα ανοίγω τα μάτια. Το τελευταίο πλάνο. Όπως μου το έχουν περιγράψει στο τηλέφωνο. Δήθεν να τοποθετήσει ο Κ. στα νεκρά της χέρια την αγαπημένη της φωτογραφία που έχει τραβήξει. Η τελευταία της επιθυμία. Μάσκα της Ωραίας μου Κυρίας. Τελευταίο πλάνο από τον Ant1. Ακινητοποιημένο. Νεκρό. Φιλί στο στόμα. Σβήσιμο με την παλάμη του φιλιού- κραγιόν απ’ το στόμα.


Βγαίνω τρέχοντας απ΄ το σαλόνι της κυρίας Χ. σχεδόν χωρίς ευχαριστώ. Κι επιστρέφω στην Ιφιμέδεια μου. Δίπλα στα κιτρινισμένα μας χαρτιά.

- Όλα καλά;
- Όλα.