Ο Άρης Κων. μου έστειλε έναν αληθινό διάλογο που είχε πρόσφατα, και ένα μικρό, εύστοχο κατά τη γνώμη μου, σχολιασμό. 

 

  

Χθές το βράδυ όταν χτύπησε το τηλέφωνο, δεν είχα προλάβει καν να
βγώ από το μπάνιο. Επέμενε. Σκέφτηκα, αν είναι σημαντικό θα
ξαναπάρει. Μέχρι να βγώ είχε κλείσει και ξανακαλέσει για δεύτερη
φορά. Επέμενε και πάλι, ευτυχώς πρόλαβα να το σηκώσω:

 

-Έλα ρε Αρη, δεν είμαι καθόλου καλά!


-Τι έπαθες ρε Μάνο;

 

-Έχω φάει τρομερό μάτι φίλε. Τι να σου πώ, τα έχω δει όλα! Μπορείς
μήπως να με ξεματιάσεις;

 

-Βρε Μάνο μου, όπως ξέρεις εγώ δεν πιστεύω σ' αυτά. Νομίζω ότι πήρες
τον πλέον ακατάλληλο άνθρωπο γι' αυτή τη δουλειά.

 

-Τι να κάνω που σήμερα ειδικά είμαι χάλια και δεν βρίσκω κανέναν
άλλον να με σώσει;

 

-Ρε Μάνο σόρυ κι'ολας, αλλά και χθές πάλι χάλια λάγω ματιού δεν
ήσουν; Αυτό, το ίδιο μου έλεγες και χθές, θυμάσαι;

 

-Ε, τι να κάνω που με πιάνει συχνά;


(Ο διάλογος είναι απόλυτα αληθινός!)

 

Ο φίλος μου έχει πανεπιστημιακή μόρφωση και μιλάει με άνεση δύο
γλώσσες. Αν ήταν μονο αυτός, θα έλεγα ότι εντάξει, το παιδί έχει
μια εμμονή. Όμως το μάτι στην Ελλάδα το πιστεύουν λίγο-πολύ οι
περισσότεροι. Το δε κλασσικό επιχείρημα είναι "μα το δέχεται και
η εκκλησία"!

 

Κάτι τέτοιες σκέψεις είναι που με κάνουν και απελπίζομαι.
Ταυτόχρονα σκέφτομαι τι είδους σεισμός θα είχε συμβεί αν έλεγε
κάποιος δημόσια (η Μαρία Ρεπούση πχ!), ότι το "μάτι" δεν υπάρχει...

 

==========

 

 

 

Το κακό μάτι. Από το skepdic.gr

 

Το κακό μάτι είναι ένα είδος κατάρας που ότι "ρίχνεται" σε παιδιά, σε ζώα, σε σοδειές κλπ., από κάποιον που έχει "το κακό μάτι". Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος σχετικά με το γιατί κάποιοι υποτίθεται γεννιούνται ή δεν γεννιούνται έχοντας κακό μάτι. Η κατάρα δεν "ρίχνεται" συνήθως σκόπιμα και προκαλείται με το να επαινεί ή να ζηλεύει κάποιος το θύμα. Ο Πάπας Πίος ο IX είχε την φήμη του ιετατόρε, οχι γιατί ήταν κακος αλλά γιατί σε όποια άτομα ή περιοχές έδινε την ευλογία του, τους έβρισκαν συμφορές (!)

 

Η δεισιδαιμονική πίστη στο κακό μάτι είναι αρχαία, ευρέως διαδεδομένη, οχι όμως και παγκόσμια. Πιστεύεται ότι έλκει την καταγωγή της από την Σουμέρια. Η προέλευσή της είναι ομιχλώδης αν και μπορεί να έχει τις ρίζες της στον φόβο για τους αγνώστους ή κάποιο άλλο κοινωνικό ζήτημα, ή απλά στην post hoc συλλογιστική. Για παράδειγμα, κάποιος επαινεί κάποιον ή περνάει ένας άγνωστος και μετά αρρωσταίνει ένα παιδί ή καταστρέφονται οι σοδειές.

 

 

Διάφορες τελετουργίες έχουν αναπτυχθεί για να καταπολεμήσουν τα αποτελέσματα του ματιάσματος όπως το να "διαχέεις" τους επαίνους (ώστε να μην συγκεντρώνται σε ένα άτομο), το να φτύνεις ή να πετάς χώμα σε ένα παιδί, το να αποστρέφεις το βλέμμα σου από τους ξένους, να διαβάζεις κάποιους στίχους απο την Βίβλο ή το Κοράνι κλπ..

 

 

Η πίστη στο κακό μάτι είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στην Μεσόγειο και στο Αιγαίο, όπου αποτρεπτικά φυλαχτά πωλούνται σαν προστασία ενάντια στο κακό μάτι. Κάποιοι λαογράφοι πιστεύουν ότι οι ρίζες του κακού ματιού βρίσκονται στην βιολογία των πρωτευόντων (όπως ο άνθρωπος,ο γορίλας κλπ.) και σχετίζεται με την αποστροφή που δείχνουμε στο να μας κοιτάζουν επίμονα (η κυριαρχία και η υποταγή δηλώνεται με το να κοιτάμε επίμονα ή να αποστρέφουμε το βλέμμα μας αντίστοιχα).

 

 

[+] Μια ψυχοθεραπευτική ερμηνεία:

 

Η Ειρήνη Τζελέπη (Συμβουλευτική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια Pg.Dipl., MSc, City Univesity, Λονδίνο) εξηγεί γιατί οι άνθρωποι όταν νιώθουν μια ξαφνική αδιαθεσία που δεν μπορούν να αιτιολογήσουν, βρίσκουν τρόπους προστασίας από το «κακό».

 

[...] Ανθρωπολογικές μελέτες αναφέρουν ότι μια τέτοια πίστη είναι απολύτως φυσική και εναρμονισμένη με την ανθρώπινη φύση και το ένστικτο καθώς αφορά στην επιβίωση του ανθρώπου και ως τέτοια έχει άμεση χρησιμότητα. Με άλλα λόγια, είναι πολύ φυσικό ο άνθρωπος να ήθελε πάντα να βρίσκει τρόπους να «ανιχνεύει», να διαισθάνεται ποιοι άνθρωποι γύρω του είναι φιλικά διακείμενοι απέναντί του και ποιοι όχι. Ποιοι θέλουν το κακό του και ποιοι όχι… Ποιοι είναι αυτοί που θέλουν να τον βλάψουν και να επηρεάσουν αρνητικά τη ζωή του…

 

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από το σημείο που ήδη προαναφέρθηκε, ότι δηλαδή οι άνθρωποι έχουν πάντα την ανάγκη να εφεύρουν τρόπους προστασίας από το «κακό», να νιώθουν ότι μπορούν να το αντιμετωπίσουν, να το προβλέψουν επίσης... 

 

 

Σωματοποίηση


Παρατηρείται όμως ότι ο άνθρωπος έχει περισσότερο την τάση να σωματοποιεί αυτό που του συμβαίνει παρά να αναγνωρίζει την πηγή του στον εαυτό του. Το γεγονός αυτό το παρατηρούμε και σε όλα τα ψυχοσωματικά προβλήματα στα οποία διαδραματίζεται ουσιαστικά η ίδια δυναμική: μη συνειδητοποιημένα συναισθήματα βρίσκουν έκφραση στο σώμα, με διάφορα συμπτώματα και πόνους. Αν έρθουμε τώρα στο μάτιασμα και στο κακό μάτι θα παρατηρήσουμε και εδώ την ίδια διαδικασία.

 

Ένα άτομο που δεν συνειδητοποιεί τα συναισθήματά του, τις συγκρούσεις του και τα διλήμματά του, αλλά και την πίεση που ασκούν όλα αυτά πάνω του, αρχίζει να μην νιώθει καλά, να νιώθει αδιαθεσία, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι εσωτερικά, προσωπικά του ζητήματα έχουν προκαλέσει αυτή την αναστάτωση. Ή, ότι η επαφή με συγκεκριμένους ανθρώπους και η σχέση του μαζί τους του διακινούν δύσκολα συναισθήματα που δεν μπορεί να διαχειριστεί και έτσι ασυνείδητα τα σωματοποιεί.

 

 

Διαχείριση έντονων συναισθημάτων


Ο Φρόιντ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος διαχειρίζεται τα πολύ έντονα συναισθήματά του. Ο άνθρωπος θέλει πάντα να δημιουργεί τρόπους με τους οποίους θα μπορεί να διαχειρίζεται τα πολύ έντονα συναισθήματά του. Η παράδοση και το σύστημα πίστης στο κακό μάτι και στο μάτιασμα αποτελούν ένα καλό επεξηγηματικό πλαίσιο για τα έντονα συναισθήματα που ο καθένας από εμάς μπορεί να νιώσει αλλά δεν ξέρει πού, πώς και σε ποιον να τα αποδώσει. Για τα συναισθήματα που μας προκαλούν οι άλλοι άνθρωποι γύρω μας που εμείς επιλέγουμε ή όχι να έχουμε κοντά μας και οι οποίοι μπορεί να νιώθουμε ότι μας αγαπούν, μας μισούν κοκ. Αν αναλογιστούμε, το κακό μάτι αποτελεί μια επεξήγηση σε όλα αυτά και, παράλληλα, είναι κατά βάση κάτι …ουδέτερο γιατί επεξηγεί τα συμπτώματά μας και δεν κατηγορεί άμεσα κανέναν, ούτε καν αυτόν που ματιάζει γιατί και αυτός μοιάζει ασυνείδητα και ανεξέλεγκτα να ματιάζει, σαν να μην μπορεί να κάνει κι αλλιώς… Έτσι όλα ερμηνεύονται χωρίς να προσωποποιείται κάτι και χωρίς κανείς να αναλαμβάνει την ευθύνη ουσιαστικά…

 

Το μάτιασμα και το κακό μάτι αποτελούν λοιπόν ένα επεξηγηματικό πλαίσιο που μπορεί να εμπεριέχει τον ανθρώπινο πόνο, την αβεβαιότητα, την αρρώστια αλλά και ένα σύστημα πίστης που βοηθά στην αναγνώριση και διαχείριση των συναισθημάτων του ανθρώπου. Όπως αναφέρει ο Kilborne, συμβαίνει σπάνια ένα σύστημα πίστης να αποτελεί ένα τόσο αποτελεσματικό και δυνατό δίκτυο ιδεών, πολύ-παραγοντικό, που αγκαλιάζει και περιλαμβάνει ένα τόσο ευρύ πεδίο πεποιθήσεων και αξιών, ανεξάρτητα από τις προσωπικές ερμηνείες ή θεωρητικές προσεγγίσεις του καθενός. Μπορεί να ερμηνεύει τη δυστυχία, την αρρώστια, την ξαφνική αδιαθεσία, την κακοτυχία, το μίσος, την αγάπη, την κακία… Και, μάλιστα, πόσο απαραίτητο θα πρέπει να ήταν σε καιρούς που η ιατρική ή η ψυχολογία και η ψυχιατρική ιδιαίτερα δεν ήταν καθόλου ανεπτυγμένοι ως κλάδοι.

 

 

Προβολή

 

Παράλληλα, στο μάτιασμα και στο κακό μάτι εμπεριέχεται και ο αμυντικός μηχανισμός της προβολής. Ο άνθρωπος, όταν δεν μπορεί να διαχειριστεί τα έντονα συναισθήματα που βιώνει, έχει ανάγκη να τα προβάλλει σε κάτι έξω από εκείνον. Το κακό μάτι αποτελεί έναν καλό «εξωτερικό» στόχο στον οποίο μπορούν να αποδοθούν όλα τα άγχη, οι συγκρούσεις αλλά και η ενοχή που μπορεί να αποφέρει η αποδοχή ευθύνης για μια αρρώστια, κάποια συμπτώματα, λανθασμένες επιλογές κλπ. Παράλληλα, προσφέρεται ένα πλαίσιο προβολής και επεξήγησης των πολύ βασικών υπαρξιακών ερωτημάτων που προκύπτουν σε κάθε άνθρωπο, κάθε ώρα και στιγμή της ζωής του και σε ό, τι και αν του συμβεί, και έχουν να κάνουν με το «γιατί εγώ;», «γιατί τώρα;», αλλά και σε δευτερεύοντα ερωτήματα που προκύπτουν, όπως «γιατί είμαι άρρωστος», «γιατί δεν είμαι ευτυχισμένος», «γιατί δεν νιώθω καλά»;

 

Ο Kilborne αναφέρει πόσο δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο να αντεπεξέλθει στην αμφισημία, τις συγκρούσεις, τις αβεβαιότητες και τις αμφιβολίες που επιφέρει η ντροπή ως συναίσθημα. Και όσο περισσότερο κανείς νιώθει ντροπή τόσο περισσότερο αρχίζει να βασίζεται σε φαντασιώσεις σχετικά με το πώς τον βλέπουν οι άλλοι. Το γεγονός αυτό στη συνέχεια μεγαλοποιεί την ευαισθησία και την αίσθηση ευάλωτου που επιφέρει η δυναμική της ντροπής και συμβάλλει σε ναρκισσιστικές/ παρανοϊκές άμυνες αποδίδοντας στους άλλους δυνάμεις που δεν έχουν και δεν μπορούν να έχουν, ως μια προσπάθεια, ως ένα αντίδοτο στο αίσθημα ελλειμματικότητας και μειονεκτικότητας που ενυπάρχει στον εαυτό.

 

Ο φόβος του φθόνου
Εδώ λοιπόν ερχόμαστε και στο πιο βασικό στοιχείο της ανάλυσής μας σχετικά με το «κακό μάτι»: το φόβο που είχε ανέκαθεν ο άνθρωπος για το φθόνο. Το φθόνο που μπορεί να εισπράξει από τους άλλους, το φθόνο που μπορεί να νιώθει ο ίδιος για τους άλλους και δεν μπορεί να ελέγξει, να αποκρύψει και να δικαιολογήσει στον εαυτό του χωρίς να νιώσει ενοχές. Πολλές φορές, επίσης, υποθέτουμε ότι οι άλλοι νιώθουν φθόνο επειδή εμείς θα νιώθαμε έτσι στη θέση τους. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι διαθέτουμε τόσες ευχές σχετικά με το πώς διώχνουμε το κακό όταν όλα πάνε καλά, όταν αποκτάμε κάτι ωραίο ή πολύτιμο. «Χτύπα ξύλο», λέμε συχνά, «φτου να μη σε ματιάσω…» κ.ά. Ο φθόνος είναι ένα συναίσθημα που όλοι φοβόμαστε γιατί φοβόμαστε την καταστροφικότητά του. Και το κουτσομπολιό αφορά πολλές φορές μια εσωτερική επεξεργασία του φθόνου και την ανάγκη προβολής των δύσκολων συναισθημάτων μας σε άλλους ανθρώπους.

alt

















Σε μια ενδιαφέρουσα έρευνα αναφέρεται ότι ο φόβος του φθόνου μας κάνει να συμπεριφερόμαστε καλύτερα στους άλλους ανθρώπους. Πιο συγκεκριμένα, σε ένα άρθρο του περιοδικού Psychological Science αναφέρεται ότι ο φόβος του να γίνουμε στόχος του κακόβουλου φθόνου μάς ωθεί στην εκδήλωση συμπεριφοράς που  βοηθά και υποστηρίζει το άτομο που φοβόμαστε ότι θα μας φθονήσει.

 

Το βλέμμα και η ματιά των άλλων


Στην παρούσα ανάλυση δεν θα μπορούσαμε να παραλείψουμε βέβαια τη σχέση του φθόνου και του αισθήματος της ντροπής με το βλέμμα και τη ματιά του ανθρώπου. Το βλέμμα και η ματιά είναι κάτι πολύ έντονο και, συνήθως, από το βλέμμα και τη ματιά ενός ανθρώπου καταλαβαίνουμε τι άνθρωπος είναι κανείς, πώς διατίθεται απέναντί μας κοκ. Ο Ross αναφέρει ότι το σύστημα πεποίθησης για το κακό μάτι αποτελεί μια πολιτισμική εμβάθυνση και επέκταση του αισθήματος ότι κάποιος μας κοιτάει επίμονα. Θα έχει τύχει σε όλους μας να νιώθουμε ότι κάποιος ή κάποια μας κοιτά επίμονα και, όταν γυρνάμε και κοιτάμε, πράγματι ανακαλύπτουμε ότι αυτό που διαισθανόμασταν ήταν επακριβές (το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό βιβλιογραφικά ως φαινόμενο «stare effect»). Η ορθή προσέγγιση αυτού του θέματος αναφέρεται βέβαια σε εκτεταμένες έρευνες των νευροεπιστημών σχετικά με το αν το ανθρώπινο μάτι μπορεί να εκπέμπει κάποιας μορφής ακτινοβολία και τι έκτασης και επίδρασης μπορεί να είναι αυτή η ακτινοβολία. Μπορεί να γίνεται λόγος για ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία ή σύζευξη ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας μεταξύ πομπού και δέκτη; Με ποιο τρόπο θα μπορούσε να ανιχνευτεί και να καταμετρηθεί αυτή η επίδραση; Σίγουρο είναι βέβαια ότι η μελέτη τέτοιων ερωτημάτων δεν αποτελεί ένα εύκολο έργο και οι ηλεκτροφυσιολογικές μετρήσεις σε αυτά τα φαινόμενα είναι πολύ δύσκολες.

 

Συνοψίζοντας,

στο παρόν άρθρο έγινε μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε από μια ψυχολογική ματιά το μάτιασμα και το κακό μάτι. Όπως φάνηκε, οι οπτικές γωνίες από τις οποίες μπορούμε να προσεγγίσουμε αυτό το θέμα και να εξηγήσουμε τις παραμέτρους του είναι πολλές. Βέβαιο είναι ότι πολλά ήθη και έθιμα έχουν βοηθήσει, ανά τους αιώνες, τον άνθρωπο να διαχειριστεί και να ανταπεξέλθει σε σημαντικούς φόβους και υπαρξιακά ερωτήματά του.

Για αυτό και όλα αυτά τα ζητήματα είναι σεβαστά και ποτέ σε μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία με έναν άνθρωπο δεν διαταράσσουμε και σίγουρα δεν «αφαιρούμε» ένα σύστημα πίστης στο οποίο έχει στηριχτεί η ισορροπία του και η οπτική ματιά του κατά την πορεία της ζωής του. Παράλληλα, είναι σημαντικό να αναζητούμε την αλήθεια αλλά και την οπτική γωνία και των άλλων γύρω μας στη ζωή, να συναντάμε και τους άλλους εκεί που βρίσκονται εκείνοι…