Δεν υπάρχει κάτι που να μην έχουμε ήδη γράψει για τα κατορθώματα του Ντέιβιντ Ο' Ράσελ στον τομέα της οικογενειακής δραματικής κομεντί. Το Joy επαναφέρει εμφατικά τα στοιχεία που τον συγκρίνουν με την απρόβλεπτη σεναριακή ενέργεια του Πρέστον Στάρτζες στη δεκαετία του '40, αν και εριμμένα με πιο σκόρπιο και τυχάρπαστο τρόπο, κυρίως στην υλοποίηση ακόμη ενός φιλόδοξου, αυτοσχεδιαστικού μικρού έπους.

 

Το επίκεντρο είναι η μια γυναίκα και οι γυναίκες που την επηρέασαν, η Τζόι Μάνγκανο, που ζει στο ίδιο σπίτι με τη μάνα της (Βιτρζίνια Μάτσεν) η οποία έχει αποσυρθεί από τη δράση και παρακολουθεί σαπουνόπερες, την καλοδιατηρημένη γιαγιά (Νταϊάν Λαντ) που πιστεύει στην δύναμη της εγγονής και την φιλεύει με λακωνικές σοφίες και ενθαρρυντικές συμβουλές, αλλά και με δύο άνδρες, τον πατέρα της (Ρόμπερτ Ντε Νίρο), έναν άνθρωπο της πιάτσας που διευθύνει συνεργείο αυτοκινήτων, και τον πρώην σύζυγο και πατέρα των δύο παιδιών της (Έντγκαρ Ραμίρεζ), έναν φιλόδοξο Βενεζολάνο τραγουδιστή που πολύ θα ήθελε να γίνει ένας Τομ Τζόουνς.

 

Προσθέστε ακόμη δύο γυναίκες στη ζωή της Τζόι, τη ανταγωνιστικότατη αδελφή της που δουλεύει στο συνεργείο του μπαμπά, και την νυν φιλενάδα του μπαμπά, την οποία υποδύεται η Ιζαμπέλα Ροσελίνι, και έχετε μια φαμίλια περίπου σαν κι εκείνη του Μος Χαρτ στο Δεν θα τα Πάρεις Μαζί σου, που μετέφερε στο σινεμά ο Φρανκ Κάπρα στα 30ς- είναι σαφείς οι επιρροές του Ράσελ από τους δημιουργούς εκείνης της περιόδου, έχοντας προσαρμόσει τις καταστάσεις, αλλά όχι και τις κλασσικές ανθρώπινες έγνοιες, στο σήμερα.

 

Σε αυτό το γαϊτανάκι σχέσεων, τα όνειρα της Τζόι επωάζονται, αναβάλλονται, συντρίβονται ή ανθίζουν με απρόβλεπτο τέμπο, κι αυτό συνιστά την κύρια δύναμη της ομώνυμης ταινίας, που βασίζεται στην πραγματική ιστορία της γυναίκας που πέρασε από τα 40 κύματα για να επιβάλλει την εφεύρεση της μοντέρνας σφουγγαρίστρας. Η σπουδαία σκηνοθετική επινόηση του Ράσελ, και ίσως η καλύτερη του, σε μια καριέρα που χαρακτηρίζεται βασικά από τα εκρηκτικά σενάρια του, είναι η τοποθέτηση της οικογένειας σε ένα απλό, σχηματικό, αμερικανικά εμβληματικό, κενό διακόσμησης και προσωπικών κειμηλίων, σπιτάκι, σαν τα παραμύθια, βγαλμένο θαρρείς από τις σαπουνόπερες που παρακολουθεί φανατικά η άβουλη, απογοητευμένη μάνα του έργου.

 

Η Τζόι βρίσκεται τρακαρισμένη ανάμεσα στις παραινέσεις και τα διλήμματα, τη μάνα και τη γιαγιά, την κινητήρια επιθυμία της να πρωτοτυπήσει και την αναχαιτιστική αρνητικότητα της αδελφής της, και εν μέρει του πατέρα της. Οι δεκαετίες περνάνε μέσα στο σπίτι και οι παρορμήσεις διαδέχονται τις απογοητεύσεις. Η Τζόι είναι η μοναδική ηρωίδα ενός έργου που συνοψίζει την αμερικανική επιχειρηματικότητα, σε μια αφηγηματική τομή ανάμεσα στο μυθιστόρημα και την τηλεοπτική λογική, με υπερτονισμένα κεφάλαια και θορυβώδεις, μελοδραματικές καταστροφές.

 

Τα δύο βασικά προβλήματα της ταινίας είναι ο συχνά άτσαλος χειρισμός στις καπιτάλε σκηνές και η έλλειψη καίριου λόγου στις περισσότερες κρίσιμες στιγμές που ο Ράσελ προσφέρει στην Λόρενς. Στον καλύτερο ρόλο της μέχρι σήμερα, στον Οδηγό Αισιοδοξίας, η Τζένιφερ Λόρενς κολυμπούσε δεξιοτεχνικά μέσα σε ένα ταραγμένο ψυχικό πέλαγος, απέναντι στον Μπράντλεϊ Κούπερ. Εδώ, παίρνει ανάσες μόνη της και όλοι οι υπόλοιποι, άνδρες και γυναίκες, δρουν δορυφορικά. Η μαγνητική της δύναμη να τραβάει τον θεατή στο συναισθηματικό της σύμπαν λειτουργεί σποραδικά και όχι πάντα πειστικά, σε μια ταινία που έχει τις ιδιαίτερες, αναπάντεχες στιγμές της, αλλά χωλαίνει στο σύνολο, παρά την αξιοπρόσεχτη σύλληψη και τον φιλόδοξο χαρακτήρα της.

 

Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Ο' Ράσελ

Πρωταγωνιστούν: Τζένιφερ Λόρενς, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Μπράντλεϊ Κούπερ, Ιζαμπέλα Ροσελίνι

Βαθμολογία: 3/5