Ο Μπέργκμαν διένυε μια από τις πιο παραγωγικές περιόδους της ζωής του όταν γύριζε την Πηγή των Παρθένων (1960). Σε προσωπικό επίπεδο ζούσε ευτυχισμένα με την τέταρτη σύζυγό του, την πιανίστα Käbi Laretei, ενώ σε επαγγελματικό μόλις είχε ξεκινήσει να συνεργάζεται με τον κινηματογραφιστή Sven Nykvist, αφού ο σταθερός του συνεργάτης, Gunnar Fischer, γύριζε τότε με τη Ντίσνευ και δεν ήταν διαθέσιμος. Ήταν η πρώτη ευκαιρία του Nykvist να συνεργαστεί με τον μεγάλο σκηνοθέτη και η χημεία μεταξύ τους ήταν εξαιρετική από την πρώτη στιγμή. Ο Nykvist στις μετέπειτα συνεργασίες του με τον Μπέργκμαν έφερε έναν αέρα φρεσκάδας στην εικόνα των ταινιών του πρώτου και διασφάλισε μια πολύχρονη συνεργασία.

 

 
 

 

Ο Μπέργκμαν δεν συμπεριέλαβε ποτέ την Πηγή των παρθένων στις μεγάλες ταινίες του. Σπάνια την αναφέρει στα αυτοβιογραφικά βιβλία που έγραψε. Δήλωνε βέβαια πως τα τέσσερα Όσκαρ που κέρδισε η ταινία το 1961 του διευκόλυναν το έργο του τουλάχιστον σε οικονομικό επίπεδο. Παρά τις αντιρήσεις του σκηνοθέτη, Η Πηγή των Παρθένων, τέσσερεις δεκαετίες μετά, παραμένει ένα εκπληκτικό έργο τέχνης, από τα σημαντικότερα του Μπέργκμαν, με εικόνες μοναδικής αγνότητας και μια ρωμαλέα αφήγηση, σπάνια για τα δεδομένα της εποχής.

 

Από τις σπάνιες περιπτώσεις ταινιών που ο Μπέργκμαν σκηνοθέτησε και το σενάριο ανήκε σε άλλον. Η σημαντική συγγραφέας Ulla Isaksson, γράφει το σενάριο για την Πηγή των Παρθένων και προσδίδει εσωτερική ένταση σε μια ιστορία που για αφετηρία της έχει ένα σουηδικό παραμύθι του 13ου αιώνα. Η βασική πλοκή αφορά μια νεαρή κοπέλα η οποία στο δρόμο για την εκκλησία πέφτει θύμα βιασμού και τον όρκο για εκδίκηση που παίρνει ο πατέρας της.

 

Η ταινία λαμβάνει χώρα την εποχή όπου η Σουηδία αμφιταλαντευόταν μεταξύ παγανισμού και χριστιανισμού. Το θετό παιδί της οικογένειας λατρεύει (κρυφά από τους Χριστιανούς γονείς του) την Odin, μια παγανιστική θεότητα που εκπροσωπούσε τον πόλεμο και τον θάνατο.

 

Η σύγκρουση ανάμεσα στο καλό πνεύμα της Αγίας Γραφής και τη βαρβαρότητα του Παγανισμού είναι το λάιτ μοτίφ που διατρέχει την ταινία.

 

Ο Max Von Sydow, μετά τις εκπληκτικές του ερμηνείες στην Έβδομη Σφραγίδα (1957) και στον Μάγο (1958), υποδύεται μοναδικά τον Töre, τον πατέρα του θύματος.

 

Η σκηνή του βιασμού πολύ προσεκτικά σκηνοθετημένη για να αντισταθμίσει το μέγεθος της οργής και του πάθους για εκδίκηση του πατέρα. Παγιδευμένη στο δάσος από τρεις αδερφούς, η Καρίν πέφτει θύμα βιασμού από τους δύο μεγαλύτερους ενώ ο τρίτος δεν τα πολυκαταφέρνει αν και προσπαθεί. Για τα σημερινά δεδομένα η συγκεκριμένη σκηνή φαίνεται έως και αθώα. Την εποχή που κυκλοφόρησε η ταινία προκάλεσε σάλο. Ακόμα και σήμερα, ο τρόπος που στη συγκεκριμένη σκηνή απεικονίζεται η χαμένη αθωότητα, συνεχίζει να καθηλώνει τους σινεφίλ. Ο Μπέργκμαν κάνει το θεατή συμμέτοχο στο δράμα της Καρίν. Όταν αυτή κοιτάζει τον βιαστή – δήμιο της στα μάτια λίγο πριν πεθάνει είναι σα να απευθύνεται στο κοινό. Οι αντιδράσεις του πατέρα είναι και ο πυρήνας του ηθικού θέματος της ταινίας. Η απόλυτα δικαιολογημένη ορμή για εκδίκηση συγκρούεται με το Χριστιανικό ήθος που τον καλεί να συγχωρέσει. Μια εξαιρετική απεικόνιση της σύγχυσης του σύγχρονου ανθρώπου αλλά και της σύγκρουσης ανάμεσα στα φυσικά μας ένστικτα και στις πνευματικές μας επιθυμίες. Και ενώ με το εμβάπτισμά της Καρίν στην Πηγή των Παρθένων ο Χριστιανισμός υπερτερεί, ο Μπέργκμαν δεν παύει να κλείνει το μάτι και στρην ύπαρξη μιας πιο σκοτεινής ενέργειας στην ανθρωπότητα.

 

Μαζί με τους Κουροσάβα και Μιζογκούτσι ο Μπέργκμαν είναι ένας ακόμα σκηνοθέτης που λάτρεψε τον Μεσαίωνα ως σκηνικό για να απλώσει τα έπη του και το κάνει με έναν απόλυτα λιτό τρόπο που σχεδόν σοκάρει.

 

Οι ταινίες του Μπέργκμαν ποτέ δεν είχαν μεγάλη απήχηση στη γενέτειρά του, και πάντα γύριζε τις ταινίες του με έναν πολύ σφιχτό οικονομικό προυπολογισμό. Για Χολυγουντιανά δεδομένα το 22 ατόμων συνεργείο που χρειάστηκε για τα γυρίσματα της ταινίας είναι μηδαμινό. Η ομάδα του περίμενε στωικά να φτιάξει ο καιρός για να απλώσουν τα κουροσαβικά σκηνικά της ταινίας μέσα στα πυκνά δάση. Πάντα πιστός στο εξαιρετικά προσωπικό και χωρίς πρωτόκολλο τρόπο προσέγγισης του με τους ηθοποιούς. Ηθοποιοί και λοιπό προσωπικό έπρεπε καθημερινά να αυτοσχεδιάζει ανάλογα με τις ανάγκες που προέκυπταν.

Η σημύδα όπου ξεριζώνει ο πατέρας, καθώς προετοιμάζεται για την εκδίκησή του, έπρεπε να φυτευτεί ειδικά για το γύρισμα αφού δεν έβρισκαν πουθενα μια τοποθεσία τόσο άδεια που να περιέχει ένα μόνο δέντρο.

 

Η Πηγή των Παρθένων σηματοδότησε μια κρίσιμη καμπή στην καριέρα του Μπέργκμαν. Και θα έλεγε κανείς πως μετά από αυτήν την ταινία η στάση του τόσο στη ζωή όσο και στο σινεμά άλλαξε. Οι αναζητήσεις του έγιναν περισσότερο ψυχολογικού χαρακτήρα παρά υπαρξιακού και ηθικού. Στα επόμενα έργα του απέρριψε το ιστορικό υπόβαθρο των προηγούμενων ταινιών του και το αντικατέστησε με ένα πιο στιβαρό, λιγότερο λυρικό στυλ.