Στο Μουσείο της Αθωότητας

Στο Μουσείο της Αθωότητας Facebook Twitter
0

Από το 2008 μας υποσχόταν ο Ορχάν Παμούκ ότι θ’ ανοίξει στην Κωνσταντινούπολη το Μουσείο της Αθωότητας. Και στο μεταξύ το ομώνυμο αριστουργηματικό του μυθιστόρημα σκονιζόταν στις βιβλιοθήκες μας. Στις τελευταίες σελίδες του και το εισιτήριο ελεύθερης εισόδου. Επιτέλους, από τα τέλη Μαΐου το μουσείο άνοιξε σ’ ένα πανέμορφο, κόκκινο σπίτι του 19ου αιώνα κι έκανε ξαφνικά διάσημο ένα ταπεινό και ήσυχο δρομάκι στη γειτονιά Cukurcuma, σε μικρή απόσταση από την πολυσύχναστη και βουερή Ιστικλάλ και την πλατεία Ταξίμ. Του αξίζει να γίνει –και θα γίνει- τουριστική ατραξιόν σε μια πόλη που βουλιάζει από κατοίκους κι επισκέπτες. Ήδη, οι τέσσερις όροφοί του είναι γεμάτοι κόσμο από νωρίς το πρωί. Ο Παμούκ χαλάλισε σ’ αυτό δώδεκα χρόνια από τη ζωή του και πολύ περισσότερα από τα 1,5 εκατ. δολάρια που του πρόσφερε το Νόμπελ του 2006. Το δημιούργημά του, όμως, ξεπερνάει κάθε προσδοκία. Είναι ένα πραγματικό έργο τέχνης, κτίριο και εκθέματα μαζί, ακόμα κι αν δεν έχεις διαβάσει το βιβλίο. Σε σπρώχνει, όμως, αμέσως να το αγοράσεις.

Στο Μουσείο της Αθωότητας Facebook Twitter

Το Μουσείο της Αθωότητας, το πρώτο στον κόσμο που βασίζεται σ’ ένα μυθιστόρημα, δεν είναι, όπως άκουσα να λένε, μια εγωκεντρική και ιδιοτελής πράξη του Παμούκ που αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την παγκόσμια επιτυχία του βιβλίου του.

Όχι, μουσείο και μυθιστόρημα γεννήθηκαν μαζί. Είναι αλληλένδετα. Όσο ο Παμούκ το έγραφε, τόσο αγόραζε και συγκέντρωνε τα αντικείμενα που θα στέγαζε σ’ αυτό. Ακολουθούσε το παράδειγμα του ήρωά του. Του πλούσιου μεγαλοαστού Κεμάλ που ερωτεύτηκε με πάθος την πανέμορφη φτωχή συγγενή του Φισούν και κατέστρεψε για χάρη της τη ζωή του. Χρόνια ολόκληρα μάζευε με μανία οτιδήποτε είχαν αγγίξει τα χεράκια της, ακόμα και κλέβοντάς τα από το οικογενειακό της σπίτι.

Μετά τον θάνατό της έκανε σκοπό της ζωής του να μετατρέψει το σπίτι της, που το

αγόρασε, σε ένα μουσείο-φόρο τιμής στην ίδια αλλά και στη δική του χαμένη ζωή. Ένα μουσείο που, όπως αφηγείται στο βιβλίο ο ίδιος ο Κεμάλ στον συγγραφέα Ορχάν Παμούκ, που διάλεξε για να καταγράψει την ιστορία του, θα είναι «για πάντα ανοιχτό στους εραστές που δεν θα βρίσκουν στην Κωνσταντινούπολη άλλο μέρος για να φιληθούν». Ένα μουσείο όπου «θα μπορούσα να εκθέσω τη ζωή μου, που όλοι θεωρούσαν ότι σπατάλησα, όπου θα μπορούσα να διηγηθώ την ιστορία μου μέσα από τα αντικείμενα που είχε αφήσει πίσω της η Φισούν, σαν ένα μάθημα για όλους μας».

Τι μάθημα; Σε μια από τις ωραιότερες παραγράφους του μυθιστορήματος, που συμπυκνώνει την ουσία και φιλοσοφία του μουσείου, ο Κεμάλ λέει: «Με το μουσείο μου θέλω να διδάξω όχι μόνο τους Τούρκους αλλά όλους τους λαούς του κόσμου ότι πρέπει να νιώθουν υπερήφανοι για τις ζωές τους. Ταξίδεψα παντού και είδα με τα μάτια μου ότι οι Δυτικοί περηφανεύονται γι’ αυτό που είναι, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος ζει μέσα στην ντροπή. Αλλά, αν τα αντικείμενα που μας κάνουν να ντρεπόμαστε εκτεθούν σε ένα μουσείο, αυτόματα μετατρέπονται σε υπάρχοντα για τα οποία μπορούμε να υπερηφανευόμαστε».

Και είναι αλήθεια ότι τα αντικείμενα του μουσείου, τακτοποιημένα σε 83 βιτρίνες που ακολουθούν τη σειρά των κεφαλαίων του βιβλίου, καθεμιά κι ένα εικαστικό αριστούργημα (μην ξεχνάμε ότι ο Παμούκ ξεκίνησε ως ζωγράφος), είναι παλιά, ταπεινά, ασήμαντα απομεινάρια της ζωής στην Πόλη από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Είναι ένας συνεχής διάλογος και αντιπαράθεση ανάμεσα στην ανερχόμενη, δυτικοποιημένη αστική τάξη του Κεμάλ με τα κλαμπ, τις δεξιώσεις, τις τουαλέτες, τα μέγαρα και τα καμπριολέ αμάξια και στις ταπεινές γειτονιές όπου η Φισούν κυνηγούσε το όνειρο για κοινωνική άνοδο (ακόμα και μέσα από τις λαϊκές μελό τούρκικες ταινίες που βλέπαμε με μανία κι εμείς εδώ), αλλά συγχρόνως υποτασσόταν στις κοινωνικές, συντηρητικές νόρμες της παρθενίας, της τιμής, του γάμου από συνοικέσιο.

Με λίγα λόγια, το μουσείο του Παμούκ είναι ένα μνημείο νοσταλγίας και αγάπης για μια πόλη που δεν υπάρχει πια. Και ομολογώ ότι όταν πέρασα το κατώφλι του, υπακούοντας στην αυστηρή προειδοποίηση των υπαλλήλων προς όλους τους επισκέπτες, «παρακαλείστε να μιλάτε χαμηλόφωνα», συνάντησα επιτέλους την Πόλη των ονείρων μου. Τη φαντασίωση που έψαξα και δεν βρήκα σ’ αυτό το πρώτο, απογοητευτικό ταξίδι μου στην Ισταμπούλ του Ερντογάν, της μαντίλας και των 20 εκατομμυρίων ανθρώπων που έχουν εξαφανίσει με το βάρος τους κάθε ίχνος γεωγραφίας και φύσης. Ευτυχώς που υπάρχει και ο Βόσπορος με τα καραβάκια του να σε ξεπλύνει λίγο από το χάος, τον θόρυβο και τη γύρω μουντζούρα.

Στην είσοδο του μουσείου σε υποδέχεται μια τεράστια βιτρίνα με 4.213 αποτσίγαρα που υποτίθεται έχει καπνίσει η Φισούν, καθένα και με την ημερομηνία του. Προσωπικά προτιμώ τη σύνθεση αυτή του Παμούκ από το θρυλικό παρόμοιο έργο του Ντάμιεν Χιρστ «Dead ends died out». Και μετά αρχίζει να ξεδιπλώνεται η ερωτική ιστορία. Η Sanzelize Butic, όπου ο Κεμάλ συνάντησε κι ερωτεύτηκε την καλλονή πωλήτρια. Η ακριβή τσάντα Jenny Colon που αγόρασε για την

αριστοκράτισσα αρραβωνιαστικιά του. Φωτογραφίες από καλλιστεία στα οποία η Φισούν είχε δοκιμάσει την τύχη της, για να θεωρηθεί η ντροπή της οικογένειας. Κοσμικές στήλες από τον λαμπερό κόσμο του Κεμάλ. Και μετά, όταν το ζευγάρι συναντιέται, κάνει έρωτα (έγκλημα κανονικό για τα τούρκικα ήθη) και αρχίζει το μαρτύριο και η αγωνία του Κεμάλ για το ανέφικτο της ένωσής τους με γάμο, ξεκινάει η παρέλαση των κειμηλίων της Φισούν: χτένες, καρφίτσες, ωροσκόπια, ρολογάκια, καθρέφτες, ολόκληρο (!) το μπάνιο του φτωχικού της σπιτιού, εκεί όπου ο Κεμάλ πήγαινε κάθε βράδυ επί εννιά χρόνια, μόνο και μόνο για να έχει την ευκαιρία να

τη βλέπει. Υπάρχει το παγωτό χωνάκι με το ίχνος από το κραγιόν της, ένα φλιτζάνι πηγμένος τούρκικος καφές που άγγιξαν τα χείλη της, το εμπριμέ φόρεμα, τα σκουλαρίκια και το κολιέ με τα οποία στολισμένη πήγε να περάσει τις εξετάσεις οδήγησης. ε βί ντεο-γο υόλ προβάλλονται σκηνές από κλασικές μελό τούρκικες ταινίες που το ζευγάρι έβλεπε μετά μανίας. Νομίζεις πως διηγούνται τη δική τους μετ’ εμποδίων ερωτική ιστορία. Ο πλούσιος και η φτωχή ατιμασμένη. Μια σελίδα από εφημερίδα είναι γεμάτη με φωτογραφίες γυναικών που έχασαν την παρθενιά τους εκτός γάμου, με μαυρισμένα-κρυμμένα τα μάτια τους, τόσο πολλές σαν μια πελώρια μασκαράτα. (Παρένθεση: μια μέρα πριν πάω στο μουσείο ο Ερντογάν είχε απειλήσει ότι θα καταργήσει τις νόμιμες στην Τουρκία εκτρώσεις, ξεσηκώνοντας την οργή των γυναικών).

Μια βιτρίνα κλείνει μέσα της τη χλιδή και την καλοπέραση του Κεμάλ στο οικογενειακό τους γιαλί (αρχοντικό) στον Βόσπορο, άλλες την προσπάθεια της πεισματάρας Φισούν να γίνει σταρ του σινεμά. Είναι αλήθεια ότι χρειάζεσαι πολλή ώρα για να παρατηρήσεις, να χωνέψεις, να θαυμάσεις όλα αυτά τα παράταιρα, μα τόσο εύγλωττα αντικείμενα. Εκεί, όμως, απ’ όπου δεν μπορείς να ξεκολλήσεις είναι οι βιτρίνες με τα χειρόγραφα του Παμούκ από το μυθιστόρημα και, ψηλά ψηλά, στον τελευταίο όροφο του μουσείου, το δωμάτιο του ίδιου του Κεμάλ.

Εκεί όπου έζησε, υποτίθεται, εφτά χρόνια (2000-2007), τριγυρισμένος από τις μνήμες και τα σημάδια της νεκρής πια αγαπημένης του, διηγούμενος καθημερινά στον Παμούκ τη ζωή του.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT