«Αυτή θα ήταν η ιστορία, αν δεν υπήρχε ιστορία να ειπωθεί: ο κύριος Γκλας είναι ξαπλωμένος γαλήνια στο λιβάδι ακούγοντας τα πουλιά που διαγράφουν κύκλους ψηλά στον ουρανό. Νιώθει το αεράκι στο πρόσωπό του και για λίγο επιτρέπει στον εαυτό του να πιστέψει πως είναι πάλι νέος κι έχει μπαρκάρει για ακόμα μια φορά και κοιμάται πάνω σε ένα κουλουριασμένο καραβόπανο. Μα σύντομα η μυρωδιά του γκράμα και του σταριού του θυμίζει πως τώρα έχει ναυαγήσει σε μια άλλη θάλασσα, μια θάλασσα από χορτάρι πάνω από την οποία στροβιλίζονται τεράστια σμήνη πτηνών που δεν έχουν ακόμα εκλείψει, ενώ στο βάθος του ορίζοντα κρύβονται βουνά γαλάζια και θολά από την απόσταση. Ανοίγει τα μάτια του κι ο ήλιος λάμπει, τον τυφλώνει, μετέωρος πάνω από το κεφάλι του σαν πρωτόπειρη νοσοκόμα που ελέγχει κάθε λίγο νευρικά αν ο ασθενής που της έχουν αναθέσει να παρακολουθεί συνεχίζει να βαδίζει άνευ όρων προς το θάνατο. Ο κύριος Γκλας κλείνει τα μάτια και βλέπει σκοτεινές ρόδες και φλεγόμενες ράγες να στριφογυρίζουν στο κόκκινο φόντο πίσω από τα κλειστά βλέφαρα. Αργά ή γρήγορα θα σταματούσαν, το χορτάρι θα φύτρωνε ψηλό πάνω στο σώμα του και όλα θα ήταν όπως έπρεπε, αν δεν υπήρχε ιστορία να ειπωθεί.


Μα αυτή η εκδοχή της ιστορίας είναι διαφορετική. Ο κύριος Γκλας είναι ξαπλωμένος λίγο πιο βαθιά στη θάλασσα του χορταριού, ακριβώς κάτω από την επιφάνεια, καλυμμένος με ένα στρώμα από πράσινα κλαδιά και λίγες χούφτες χώμα, μέσα στο κοίλωμα που προοριζόταν να γίνει ο ρηχός τάφος του, στη σκιά κάτω από τις φτελιές και τις κουφοξυλιές. Ένας πόνος που δεν έχει ξανανιώσει ποτέ, ούτε καν όταν αποκτούσε τα τραύματά του, σφυροκοπά το σώμα του απ’ άκρη σ’ άκρη. Η πλάτη του είναι ένα ξέφωτο μαρτυρίου που πάνω του τριγυρνούν αλγοπούλια που τον τρυπούν με τα μυτερά τους ράμφη. Το κεφάλι του πάλλεται με μια οδύνη που δεν μπορεί να προσδιορίσει˙ όσο κι αν προσπαθεί, αυτή παραμένει αόριστη, σαν τον πόνο που θα αισθανόταν ένα πουλί που δεν πετά, αν του αφαιρούσαν τους μυς που κινούν τα φτερά του…».

 

Η Τελευταία Προειδοποίηση είναι το πρώτο μου βιβλίο. Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι περνάω τις μέρες μου γράφοντας βιβλία. Μάλλον περνάω τις μέρες μου αποφεύγοντας να γράψω, ένα άθλημα το οποίο, αν ποτέ γίνει ολυμπιακό, έχω από τώρα εξασφαλισμένη τη θέση στην εθνική ομάδα. Κάποτε για να ζήσω έγραφα περίπου 20.000 λέξεις τον μήνα, αλλά όχι πια.

 

Η Τελευταία Προειδοποίηση είναι ένα μικρό, κομψό βιβλίο με ένα ασπρόμαυρο σχέδιο στο κέντρο του εξωφύλλου από ένα αρχιτεκτονικό περιοδικό του 1928, που δείχνει το Κτίριο Εμπορίου στο Σβερντλόβσκ. Εν πρώτοις φαίνεται σαν αρχιτεκτονικό εγχειρίδιο που έχει σχεδιάσει ο Μάλεβιτς, μινιμαλιστικής αισθητικής, σε κίτρινο φόντο, που δύσκολα μπορείς να μαντέψεις τι περιέχει. Αν το ανοίξεις όμως, τυχαία σε μια σελίδα του και αρχίσεις να διαβάζεις, δύσκολα το αφήνεις από τα χέρια σου. Το πρώτο απόσπασμα που ξεκίνησα να διαβάζω ήταν από τον «κύριο Γκλας», το τελευταίο από τα πέντε διηγήματα του βιβλίου, και δεν σταμάτησα μέχρι να ολοκληρώσω και τα πέντε. Δεν μου συμβαίνει συχνά. Όταν αναζήτησα τον συγγραφέα του και του ζήτησα να συναντηθούμε ήταν επιφυλακτικός, δεν ήθελε να μιλήσει για τον εαυτό του, μου ζήτησε να μην φωτογραφηθεί, ήρθε αγχωμένος και με μεγάλη ανασφάλεια και χρειάστηκε πολλή ώρα για να χαλαρώσει και να ξεκινήσει η κουβέντα. Αυτή ήταν η πρώτη του συνέντευξη. Μεταξύ καφέ και βόλτας στο Πολυτεχνείο είπαμε πολλά -κυρίως για πράγματα που δεν μεταφέρονται σε μια συνέντευξη…

 

«Γεννήθηκα το 1978 στην Αθήνα. Η Τελευταία Προειδοποίηση είναι το πρώτο μου βιβλίο. Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι περνάω τις μέρες μου γράφοντας βιβλία. Μάλλον περνάω τις μέρες μου αποφεύγοντας να γράψω, ένα άθλημα το οποίο αν ποτέ γίνει ολυμπιακό, έχω από τώρα εξασφαλισμένη τη θέση στην εθνική ομάδα. Κάποτε για να ζήσω έγραφα περίπου 20.000 λέξεις τον μήνα, αλλά όχι πια».

 

— Για ποιον λόγο γράφεις;

Κυκλοφορούν διάφορες φήμες για τα αίτια που σπρώχνουν κάποιον ν’ αρχίσει να γράφει. Κάποιοι λένε ότι ικανοποιεί την ανάγκη για επικοινωνία, ενώ κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι το γράψιμο προϋποθέτει ένα τραύμα, το οποίο ο συγγραφέας με το γράψιμό του θέλει είτε να επουλώσει είτε να διαφημίσει. Όλα αυτά μπορεί να ισχύουν για άλλους. Εγώ γράφω γιατί μου αρέσει να έχω γράψει. Μου αρέσει να έχω τελειώσει μια ιστορία. Δεν υπάρχει κάποιο βαθύτερο κίνητρο, ούτε ήταν ποτέ μια συνειδητή απόφαση.

 

— Γράφεις μόνο ιστορίες;

Αποκλειστικά.

 

Ο Παναγιώτης Κεχαγιάς αγαπά τις ιστορίες που τελειώνουν κάπως μετέωρα
"Ένα από τα κύρια συστατικά των διηγημάτων της Τελευταίας Προειδοποίησης είναι η αρχιτεκτονική ή τέλος πάντων η αγάπη για τα κτίρια". Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO.

 

— Ο Πεσσόα στην αρχή του Βιβλίου της Ανησυχίας αντικρίζει τη ζωή σαν ένα βιβλίο που διαδραματίζεται ερήμην του. Γιατί γράφεις μόνο ιστορίες; Σε ενδιαφέρει μόνο η αποστασιοποιημένη παρατήρηση της ζωής;

Νομίζω ότι συγγραφικά δεν με ενδιαφέρει ούτε καν αυτή. Πάντα ζήλευα τους συγγραφείς-παρατηρητές, που έβγαιναν στα μπαρ με το μπλοκάκι τους για να κρυφακούσουν συζητήσεις και να πάρουν ιδέες για τις περιγραφές των ηρώων τους. Εγώ δεν έχω ήρωες, ή τουλάχιστον δεν με ενδιαφέρει αυτή η πλευρά τους, οπότε αυτό που κάνω στην ουσία είναι να στήνω παγίδες στον εαυτό μου και μετά να χοροπηδάω πάνω τους για να δω τι θα συμβεί.
 

— Με τι διαβάσματα μεγάλωσες;

Ξεκίνησα από πολύ μικρός να διαβάζω φανατικά Ιούλιο Βερν μέχρι που τον τελείωσα. Μετά έπιασα κάτι εφηβικές σειρές, τις οποίες έχω ξεχάσει (θυμάμαι τον Μικρό Βρικόλακα και τα βιβλία του Ρόαλντ Νταλ, τα οποία για ένα παιδί κρύβουν έναν θεσπέσιο τρόμο, αλλά όταν τα ξαναδιάβασα μεγαλύτερος απόρησα που δεν έχουν ένδειξη «Ακατάλληλο κάτω των 18»). Κάπου εκεί γύρω στα 11-12 ανακάλυψα τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου, που ήταν γεμάτη ΒΙΠΕΡ και Κάκτος, με ιδιαίτερη έμφαση στην επιστημονική φαντασία. Ο πατέρας μου είχε συγκεκριμένες απόψεις όσον αφορά τον περιορισμό της βιβλιοθήκης (δεν έβαζε κανέναν), ή δεν φαντάστηκε ποτέ ότι θα διάβαζα τόσο πολύ ή ότι θα σκεφτόμουν να σκαρφαλώσω και στα πάνω ράφια. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αποκτήσω πρόσβαση σε μερικά βιβλία που ίσως να μην έπρεπε να διαβάσω σε τόσο τρυφερή ηλικία, όπως η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ, τα βιβλία του Νόρμαν Σπίνραντ, του Άλφρεντ Μπέστερ, του Χάρλαν Έλισον, μαζί με μια σταθερή ροή αμερικάνικων κόμιξ (Alan Moore, Spawn, Sandman κτλ.). Μετά ξεκίνησε ένα φεστιβάλ Στίβεν Κινγκ. Γύρω στα δεκαπέντε μου ανακάλυψα τους τρεις μαύρους τόμους των Απάντων του Λάβκραφτ, οπότε και εξερράγη το κεφάλι μου. Αυτός με οδήγησε στον Μπόρχες και τον Λιγκότι, κι από εκεί και πέρα τα πράγματα άρχισαν να σοβαρεύουν αρκετά.

 

Αυτό που βρίσκω γοητευτικό είναι τους μυριάδες τρόπους που βρίσκουμε για να αρνούμαστε κάθε λεπτό το ότι προορισμός μας είναι ένα κουτί μέσα στο χώμα - τρόποι που συμπεριλαμβάνουν, για παράδειγμα, το γράψιμο πέντε διηγημάτων ή την ανάγνωσή τους.

 

— Ο χώρος παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στα διηγήματά σου, μου δίνουν την εντύπωση ότι έχεις κάποια σχέση με την αρχιτεκτονική.

Νομίζω ότι το έχουν ισχυριστεί πολλοί άλλοι πριν από μένα (κυρίως μετά τις Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο), οπότε δεν εγκαινιάζω καμιά πρωτοπορία, αλλά μία από τις ενασχολήσεις των ιστοριών αυτών δεν είναι τόσο οι άνθρωποι, δηλαδή για να είμαστε πιο ακριβείς οι χαρακτήρες (γιατί ακόμη δεν εφευρέθηκε το βιβλίο που θα περιέχει έναν ολόκληρο άνθρωπο), αλλά ο χώρος ή ο τόπος και πώς αυτός διαθλάται μέσα από τους χαρακτήρες, καθώς και πώς αντικαθρεφτίζεται μέσα σε αυτούς. Κατά συνέπεια, ένα από τα κύρια συστατικά των διηγημάτων της Τελευταίας Προειδοποίησης είναι η αρχιτεκτονική ή τέλος πάντων η αγάπη για τα κτίρια, που, δεδομένου ότι δεν είμαι αρχιτέκτονας, μετατρέπεται σε μια αυτοσχέδια αρχιτεκτονική, μια αρχιτεκτονική της δικής μου φαντασίας και μόνο.

 

— Πες μου μερικούς μεγάλους συγγραφείς.

Νομίζω ότι είναι ύβρις να λέει κάποιος ότι να, ξέρεις το γράψιμο μου έχει επηρεαστεί από τον Πίντσον και τον Γουάλας, τον Εμπειρίκο ή τον Αρανίτση, ή ότι ένα βιβλίο μπορεί να είναι ένα sequel στο Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου. Οι μεγάλοι συγγραφείς και τα μεγάλα βιβλία τους δεν επηρεάζουν. Νομίζω ότι περισσότερο αποσταθεροποιούν τους επόμενους, ή τουλάχιστον την ευαίσθητη ψυχολογία των κακομοίρηδων που προσπαθούν να γράψουν στην σκιά τους. Δεν καθοδηγούν, αλλά αποκτούν ακόλουθους, ζηλωτές, και μιμητές. Πάντως, δεν είναι ότι δεν κλέβω όποτε μπορώ: από τον Μπόρχες έκλεψα ένα κακέκτυπο της μεθόδου του, από τον Πίντσον την καινοτόμα ιδέα ότι μέσα στα όρια της δικής μου σελίδας μπορώ να κάνω ό,τι εγώ θέλω, από τον Λάβκραφτ την απειλή της εισβολής των κακόβουλων δυνάμεων που κρύβονται στο ίδιο σου το κεφάλι, και τέλος ο Γκάντις μου επιβεβαίωσε με τον πιο δραματικό τρόπο την υποψία ότι μερικά βιβλία, όσο και να προσπαθήσεις, όσο και να το θες, δεν πρόκειται να τα φτάσεις ποτέ.

 

Ο Παναγιώτης Κεχαγιάς αγαπά τις ιστορίες που τελειώνουν κάπως μετέωρα
"Είναι χρήσιμο για έναν αναγνώστη να μπορέσει να καταλάβει, πριν πάει να δώσει τα λεφτά του στον βιβλιοπώλη, αν το βιβλίο βρίσκεται μέσα στα αναγνωστικά του ενδιαφέροντα". Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO.

 

— Υπάρχει κάποιο βιβλίο που θα μπορούσες να πεις ότι σου άλλαξε τη ζωή;

Γύρω στο 2003 διάβασα τυχαία ένα άρθρο στη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας για έναν Αμερικανό συγγραφέα τον οποίο δεν είχα ξανακούσει, και τα βιβλία του οποίου υποτίθεται ότι είχαν δαιδαλώδεις πλοκές, πάνω από εκατό χαρακτήρες, και βυζαντινή δομή. Αγόρασα το πρώτο του βιβλίο (γιατί μου αρέσουν πολύ τα πρώτα βιβλία, σε αυτά ο συγγραφέας αποτυχαίνει με πολύ ενδιαφέροντες τρόπους που αποκαλύπτουν μερικά πράγματα για το πώς έφτασε να γράψει τα μετέπειτα, μεγάλα έργα του). Το V. του Τόμας Πίντσον για μένα ήταν μια καθοριστική εμπειρία, και σαν αναγνώστης και σαν άνθρωπος που γράφει.

 

— Είναι καλό ή κακό να προσπαθεί κάποιος κριτικός να εντοπίσει σε ένα βιβλίο τις επιρροές του ανθρώπου που το έγραψε και να μιλάει με αναφορές;

Δεν νομίζω ότι είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι χρήσιμο για έναν αναγνώστη να μπορέσει να καταλάβει, πριν πάει να δώσει τα λεφτά του στον βιβλιοπώλη, αν το βιβλίο βρίσκεται μέσα στα αναγνωστικά του ενδιαφέροντα. «Με τι μοιάζει επιτέλους;» θέλει να μάθει, και έχει απόλυτο δίκιο. Οπότε ο κριτικός νιώθει υποχρεωμένος να τον ικανοποιήσει, και καλά κάνει. Και μετά ο συγγραφέας τσαντίζεται που κάποιος κριτικός έγραψε ότι είναι προφανώς επηρεασμένος από τον Σάλιντζερ ή τον Ρεμπώ, ενώ αυτός ούτε καν τους έχει διαβάσει ή τους σιχαίνεται.

 

Το γράψιμο είναι μια αυτόνομη διαδικασία που μπορεί να κρατήσει μέχρι το τέλος της ζωής χωρίς ποτέ κανείς ο άνθρωπος που γράφει να επιδοθεί στο εντελώς ξεχωριστό άθλημα της έκδοσης. Το πρόβλημα είναι ότι αργά ή γρήγορα, και ειδικά αν του επιτρέψει κανείς να αναλάβει κυρίαρχο ρόλο στη ζωή του, το γράψιμο αρχίζει να προκαλεί σοβαρά προβλήματα στον άνθρωπο που γράφει.

 

— Υπάρχει κάτι που μπορείς να σχολιάσεις ή να διηγηθείς για τον τρόπο που προέκυψε το κάθε ένα από τα πέντε διηγήματα του βιβλίου;

Η μέθοδος γραφής και η περίοδος κύησης αυτών των διηγημάτων βεβαιώνουν πως ό,τι και να είχα στο μυαλό μου, όταν τα έγραφα έχει προ πολλού χαθεί κάτω από σωρούς άχρηστης πληροφορίας που συλλέγω καθημερινά επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι κάποια στιγμή διάβαζα τη συλλογή των δοκιμίων του Ρομπέρτο Μπολάνιο (το Entre Parenteses) και ενώ διάβαζα έπιασα στην απέναντι σελίδα με την άκρη του ματιού μου τη λέξη «ταυρομαντεία». Όταν ξανακοίταξα, η λέξη είχε αλλάξει και είχε γίνει κάτι αθώο που ξεκινούσε από "τ", αλλά η ιστορία βρισκόταν ήδη ολόκληρη μέσα στο κεφάλι μου.


Όσον αφορά τον Κύριο Γκλας, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά. Το 2009 έκανα έρευνα για μια άλλη ιστορία που δεν έχω γράψει ακόμη, με θέμα την εκστρατεία του Στρατηγού Kearney από τη Σάντα Φε στο Σακραμέντο. Αυτή έλαβε χώρα το 1846 με σκοπό την καταστολή της εξέγερσης των Καλιφόρνιος. Το «στράτευμα» του Kearney αποτελούνταν από 170 άτομα, και η εξαντλητική πορεία μέσα από τα ακόμη ανεξερεύνητα εδάφη τεσσάρων μετέπειτα Πολιτειών, κορυφώθηκε με τη μάχη του Σαν Πασκουάλ, την πλέον αιματηρή μάχη που έχει γίνει ποτέ στο έδαφος της Καλιφόρνια (30 νεκροί και 13 τραυματίες). Διαβάζοντας λοιπόν για την επική αυτή πορεία, ανακάλυψα και την ιστορία του Χιου Γκλας, η οποία απαίτησε την απόλυτη προσοχή μου για κάποιον καιρό, με αποτέλεσμα το πέμπτο διήγημα της συλλογής.

 

— Γιατί αποφάσισες να τα εκδώσεις;

Το γράψιμο είναι μια αυτόνομη διαδικασία που μπορεί να κρατήσει μέχρι το τέλος της ζωής, χωρίς ποτέ ο άνθρωπος που γράφει να επιδοθεί στο εντελώς ξεχωριστό άθλημα της έκδοσης. Το πρόβλημα είναι ότι αργά ή γρήγορα, και ειδικά αν του επιτρέψει κανείς να αναλάβει κυρίαρχο ρόλο στη ζωή του, το γράψιμο αρχίζει να προκαλεί σοβαρά προβλήματα στον άνθρωπο που γράφει. Έτσι, βρέθηκαν κάποιοι έξυπνοι άνθρωποι και είπαν ότι ο καλύτερος τρόπος να αποσυμφορήσουν το ταλαιπωρημένο σύστημα του μυαλού του ανθρώπου που γράφει είναι να σελιδοποιήσουν το κείμενο, να το εκτυπώσουν σε offset, να του φτιάξουν ένα ωραίο εξώφυλλο και να το βιβλιοδετήσουν. Μετά του το δίνουν μπας και χαρεί λίγο. Μια παρενέργεια της διαδικασίας είναι ότι αργά ή γρήγορα το βιβλίο έτσι αποκτά λίγους ή περισσότερους αναγνώστες. Χωρίς τη σύνδεση με τον αναγνώστη, ο άνθρωπος που γράφει δεν γίνεται ποτέ συγγραφέας. Μπορεί να έχει στο συρτάρι του ένα αριστούργημα, αλλά δεν θα γίνει ποτέ βιβλίο αν δεν εκδοθεί. Σαν τη γάτα του Σρέντιγκερ, ένα κείμενο μέχρι να γίνει βιβλίο βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση: μέχρι να αναμετρηθεί με τον αναγνώστη ένα κείμενο είναι μόνο μια φροντισμένη σειρά από λέξεις.

 

— Για ποιον γράφεις; Είχες κάποιον στο μυαλό σου όταν έγραφες το βιβλίο;

Δυστυχώς κανέναν άλλον πέρα από εμένα τον ίδιο.

 

— Αυτολογοκρίνεσαι;

Δεν βρίσκω κανένα λόγο.

 

— Αυτοαναφορικά πράγματα υπάρχουν στα βιβλία σου;

Σίγουρα θα υπάρχουν και λίγα σημεία, τα οποία είναι αποτέλεσμα της δικής μου εμπειρίας, αλλά δεν θα μπορούσα ποτέ να τα θυμηθώ, και έχουν ανακατευτεί τόσο πολύ που δεν τα ξεχωρίζω. Μπορώ να αναγνωρίσω κάποια μέρη που επισκέφτηκα ή στα οποία έζησα για κάποια χρόνια, αλλά μέχρι εκεί. Για παράδειγμα, έχω ζήσει για κάποια χρόνια στη σκιά φρουρίων.

 

Ο Παναγιώτης Κεχαγιάς αγαπά τις ιστορίες που τελειώνουν κάπως μετέωρα
"Νομίζω ότι λόγω μακριάς θητείας στη ανάγνωση λογοτεχνίας τρόμου έχω έναν λίγο βαθύτερο φόβο από αυτόν της ασχήμιας: αυτόν του διπλασιασμού". Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO.

 

— Τι προσβάλλει την αισθητική σου;

Πολλά, πάρα πολλά πράγματα, αλλά το να τα αναφέρω μέσα στα όρια μιας τέτοιας συνέντευξης υπονοεί ότι έχω το δικαίωμα να τα καταδείξω και έτσι να απαιτήσω τη διόρθωση ή τον εξωραϊσμό τους. Ευτυχώς που ο κόσμος δεν συμμορφώνεται με τις επιθυμίες των συγγραφέων. Θα είχαμε ακόμη περισσότερα και πολύ βαθύτερα προβλήματα από αυτά που ήδη έχουμε. Πάντως, για να μην αφήσω την ερώτηση χωρίς καμία απάντηση, γιατί δεν είναι ευγενικό, όσον αφορά το εσωτερικό του σπιτιού μου, στο οποίο εγείρω κάποια δικαιώματα, με ενοχλούν τα εξής: Τοίχοι βαμμένοι σε χρώματα άλλα από του λευκού, τα άσχημα εξώφυλλα βιβλίων που γνωρίζω ότι είναι καλά, το εσωτερικό ενός καθρέφτη.

 

— Δεν σου αρέσει ο εαυτός σου;

Δεν μου αρέσει να τον κοιτάζω. Είναι γνωστό το ότι αν κοιτάξεις για πολλή ώρα τον καθρέφτη, αρχίζεις να μην αναγνωρίζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, επέρχεται η αποπροσωποποίηση. Είναι σαν να κοιτάς έναν ξένο που μόνο κατά τύχη έχει τα δικά σου χαρακτηριστικά. Νομίζω ότι λόγω μακριάς θητείας στη ανάγνωση λογοτεχνίας τρόμου έχω έναν λίγο βαθύτερο φόβο από αυτόν της ασχήμιας: αυτόν του διπλασιασμού.

  

— Υποτίθεται ότι το γράψιμο είναι ένα εσωτερικό ταξίδι και προϋποθέτει τη μοναξιά. Είσαι μοναχικός τύπος;

Το γράψιμο είναι μια διαδικασία με διαφορετικά χαρακτηριστικά για τον καθένα. Δεν θα το χαρακτήριζα ταξίδι. Ίσως «ομφαλοσκόπηση» ή «αυτοϊκανοποίηση» να ήταν καλύτερες λέξεις. Όσον αφορά τη μοναξιά, πρόκειται περί μύθου. Απαιτεί απομόνωση, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη μοναξιά, για μερικές ώρες τη μέρα, ή την εβδομάδα, ή τον μήνα, ανάλογα με τους ρυθμούς που έχει ο καθένας. Υπάρχει, όμως, αυτή η γοητευτική εικόνα του βασανισμένου συγγραφέα που παλεύει μόνος με τους δαίμονές του στο λιτό, σχεδόν μοναστηριακό δωμάτιό του, και προχωρά την Τέχνη του, πάντα με Τ κεφαλαίο, με μικρά και αβέβαια βήματα προς το άπειρο. Μπορεί να ισχύει για άλλους. Όχι για μένα. Εμένα μου αρέσει να πηγαίνω για μπύρες με τους φίλους μου και να περνάω καλά.

 

— Είναι πιο δύσκολο να γράφεις διήγημα από ό, τι μυθιστόρημα; Οι νεότερες γενιές εκπαιδεύονται όλο και πιο αυστηρά να γράφουν μικρά κείμενα και να χρησιμοποιούν όλο και λιγότερες λέξεις για να εκφραστούν. Έχει καμία σχέση αυτό με την έκρηξη του διηγήματος;

Ο Ντον ΝτεΛίλλο έχει γράψει στον Ντέβιντ Φόστερ Γουάλας ότι «το μυθιστόρημα είναι φονιάς». Και είναι. Έχει σκοτώσει ανθρώπους. Τους έχει οδηγήσει στο ποτό, την αυτοκτονία ή την παραφροσύνη. Μερικές φορές και στα τρία. Το διήγημα είναι μια πολύ πιο διαχειρίσιμη φόρμα, λόγω του περιορισμένου μεγέθους και εύρους του. Φυσικά και υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά σε γενικές γραμμές δεν νομίζω να υπάρχει κάτι πιο δύσκολο από το να γράψεις μυθιστόρημα. Ακούω μερικές φορές πόσο δύσκολο είναι να περιορίσεις όλα αυτά που θέλεις να πεις μέσα στα όρια ενός διηγήματος και να φέρεις σε πέρας το θέμα σου μέσα σε μόνο δέκα ή είκοσι σελίδες. Και δεν λέω, κανείς δεν είπε ότι είναι εύκολο. Αλλά για δοκίμασε να κρατήσεις για 400 σελίδες το ενδιαφέρον ενός αναγνώστη που δεν έχει χρόνο για σένα, και που εσύ δεν έχεις κανένα δικαίωμα στην προσοχή του. Πολύ, πολύ πιο δύσκολο.


Όσον αφορά τη συντόμευση των κειμένων, χωρίς να είμαι ειδικός ή να νομίζω ότι αυτό που λέω είναι και σωστό, πιστεύω ότι ευθύνεται η διάσπαση προσοχής που έχει εισάγει το ίντερνετ στην καθημερινότητά μας. Κανείς δεν έχει πια χρόνο να διαβάσει μεγάλα κείμενα, γιατί υπάρχουν τόσα πολλά μικρά, και όλα υπόσχονται άμεση ικανοποίηση. Οπότε γιατί κάποιος να κάνει τον κόπο να διαβάσει ένα μεγάλο κείμενο ή μια μεγάλη συνέντευξη; (Πολύ θα ήθελα μετά να δω στα analytics σας τον μέσο όρο παραμονής σε αυτή τη συνέντευξη).


Η έκρηξη, ή τέλος πάντων η αργή εξάπλωση, του διηγήματος μάλλον έχει διάφορες αιτίες. Δεν είμαι ο άνθρωπος για να απαντήσει με σιγουριά, αλλά μπορεί να έχει να κάνει με τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής που ξεκίνησαν δειλά-δειλά την προηγούμενη δεκαετία, τα οποία λόγω λειτουργίας, και λογικό είναι, επικεντρώνονται στη φόρμα του διηγήματος ή του μικροδιηγήματος. Οπότε πολλοί καινούργιοι συγγραφείς έχουν μάθει να γράφουν έτσι. Ήρθαν μετά και μερικοί εκπληκτικοί διηγηματογράφοι που προσγειώθηκαν από το πουθενά (με προεξάρχοντες τον Παπαμάρκο και τον Περούλη) και τράβηξαν την προσοχή. Πρόσθεσε στα παραπάνω ότι η επένδυση χρόνου που πρέπει να κάνει ο αναγνώστης είναι μικρότερη, και το αποτέλεσμα είναι το διήγημα να αναδεικνύεται, κάτι που είναι μεν θετικό,  αλλά νομίζω ότι έχει και την αρνητική πλευρά του: Δεδομένου ότι το μυθιστόρημα τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια δεν τυχαίνει της ίδιας προσοχής, δεν δίδεται η πρέπουσα προσοχή στους νέους μυθιστοριογράφους (όπως ο Λευτέρης Καλοσπύρος και η Μαρία Ξυλούρη, για να αναφέρω αυτούς που είναι πιο κοντά στα δικά μου αναγνωστικά ενδιαφέροντα, αλλά σίγουρα ξεχνάω πολλούς). Για να μην πούμε τώρα για τους αφανείς ήρωες που γράφουν νουβέλες (όπως ο Γιάννης Αστερής ή ο Κωστής Μαλούτας).

 

Ο Παναγιώτης Κεχαγιάς αγαπά τις ιστορίες που τελειώνουν κάπως μετέωρα
Κανείς δεν έχει πια χρόνο να διαβάσει μεγάλα κείμενα, γιατί υπάρχουν τόσα πολλά μικρά, και όλα υπόσχονται άμεση ικανοποίηση. Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO.

 

— Εσύ διαβάζεις μεγάλα κείμενα;

Κάποια στιγμή το 2008 ή το 2009 μου έκαναν δώρο μια ετήσια συνδρομή στο New Yorker, που για κάποιον που αγαπά το long-form είναι αντικείμενο φαντασίωσης. Οπότε, ναι, μου αρέσουν τα μεγάλα δημοσιογραφικά κείμενα, εκτιμώ την προσπάθεια, την έρευνα και την τεχνική τους. Όσον αφορά το πόσο έχουν αλλάξει οι αναγνωστικές συνήθειες, μου φαίνεται ότι από το 2005 και μετά περάσαμε ένα σοκ παγκοσμίως σαν αναγνώστες, με την εισαγωγή του facebook, του twitter και την εξάπλωση του ίντερνετ, αλλά νομίζω ότι αυτή η διάσπαση προσοχής που νιώθουμε θα επαναρρυθμιστεί σιγά-σιγά (ή θα αλλάξει μια και καλή τον τρόπο που διαβάζουμε και σκεφτόμαστε).

 

— Το facebook σου δίνει τη δυνατότητα πια να βάλεις μόνο του ένα μεγάλο κείμενο, ενώ το twitter θα καταργήσει τον περιορισμό των 140 χαρακτήρων. Δεν γίνεται να περιορίζεις τη γλώσσα και να μην μπορείς να εκφραστείς.

Εγώ συμφωνώ, και σε γενικές γραμμές δεν θεωρώ την μείωση του μεγέθους ενδιαφέρων περιορισμό στο γράψιμο. Υπάρχουν άλλοι, πολύ πιο ενδιαφέροντες (δες για παράδειγμα το Alphabetical Africa του Walter Abish). Άλλοι όμως μπορεί να την βρίσκουν δημιουργική ή απελευθερωτική. Δες το πόσο δημοφιλή είναι το flash fiction και τα παρακλάδια του, το twitter fiction ή το sms διήγημα.

 

— Είχαν ένα ενδιαφέρον στην αρχή ως αλλόκοτα και νεοτερισμοί, ήταν κάτι καινούργιο, αλλά δεν τα πήρε και κανείς στα σοβαρά. Νομίζω ότι τα αντιμετώπισαν όλοι ως κάτι weird.

Κάθε είδος έχει κάτι να προσφέρει, όπως πχ. ο αριστοτεχνικός συναισθηματικός εκβιασμός του περίφημου μικροδιηγήματος των έξι λέξεων "For sale: children’s shoes, never worn" (το οποίο λανθασμένα αποδίδεται στον Χέμινγουεϊ). Κοίταξε, όπως σου είπα εμένα προς το παρόν δεν με ενδιαφέρει αυτή η φόρμα, μπορεί όμως στο μέλλον αυτό να αλλάξει. Δεν είμαι εγώ αυτός που θα πει τι είναι καλό και τι όχι στη λογοτεχνία. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι με ανησυχεί η τάση των όλο και μικρότερων κειμένων.

 

— Είναι η λιτότητα στη λογοτεχνία κάτι «ανθελληνικό»;

Δεν πιστεύω ότι η λιτότητα είναι ανθελληνική, ότι υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί. Σίγουρα υπάρχουν τάσεις και ρεύματα μέσα στη λογοτεχνία τα οποία έρχονται και παρέρχονται, αλλά δεν πιστεύω ότι είναι εθνικό το θέμα, δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Η μάχη ανάμεσα στον μινιμαλισμό (της δομής ή της έκφρασης) από τη μία και τον μαξιμαλισμό από την άλλη μαίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο και θα συνεχίσουν οι αψιμαχίες μέχρι να γραφτεί η τελευταία λέξη του είδους μας. Πρέπει να πω όμως ότι τους μεγάλους μας συγγραφείς δύσκολα θα τους έλεγε κανείς δωρικούς: Εμπειρίκος, Ελύτης, Τσίρκας, Αλεξάνδρου, Αρανίτσης, και πιο πρόσφατα πχ. η Ζατέλη ή ο Καλοσπύρος. Ή μπορεί εγώ να θαυμάζω όλους αυτούς και να παραβλέπω τους συγγραφείς που γράφουν λιτά. Οι αναγνώστες πολλές φορές παραβλέπουμε μέχρι το όριο της τυφλότητας τα βιβλία (ή και ολόκληρα είδη) που δεν μας ενδιαφέρουν.

 

Ο Παναγιώτης Κεχαγιάς αγαπά τις ιστορίες που τελειώνουν κάπως μετέωρα
Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO.

 

— Γιατί δεν έχεις ούτε μία γυναίκα στα διηγήματα, έτυχε ή ήταν εσκεμμένο;

Νομίζω ότι με εξαίρεση την Ταυρομαντεία (αν και ακόμη αναρωτιέμαι: τι ελπίζει να μάθει ο ταυρομάντης από τα εντόσθια του ταύρου;) στο κέντρο του ιστού των υπόλοιπων διηγημάτων παραμονεύει μια γυναίκα, απλά είναι πάντα απούσα.

 

— Υπάρχουν αρσενικά και θηλυκά βιβλία;

Αυτή είναι μια από τις ερωτήσεις που έχει τη μορφή σβουνιάς μέσα στην οποία μπορεί πολύ εύκολα να πατήσει αυτός που μάταια θα προσπαθήσει να την απαντήσει με έξυπνο τρόπο. Δηλαδή μπορώ να φανταστώ ήδη γυναίκες συγγραφείς να ακονίζουν τα μαχαίρια τους. Βλέπεις ήδη το πρόβλημα, ενυπάρχει στις λέξεις που χρησιμοποιούμε. Πρέπει να διευκρινίσω: γυναίκες συγγραφείς. Χρειαζόμαστε μια καινούργια λέξη. Εν πάσει περιπτώσει, ο Μπάλαρντ ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσε να ξεχωρίσει τα βιβλία που είχαν γραφτεί σε γραφομηχανή από αυτά που είχαν γραφτεί σε υπολογιστή. Εγώ είμαι πεπεισμένος ότι θα μπορούσα να ξεχωρίσω ένα βιβλίο που έχει γραφτεί από γυναίκα από ένα βιβλίο που έχει γραφτεί από άντρα. Και μετά θυμάμαι τον Τζέιμς Τίπτρη Τζούνιορ και θέλω να πάω να κρυφτώ κάτω από μια πέτρα που τα σκέφτομαι αυτά.

 

— Τα διηγήματά σου είναι κάπως σαν όνειρα, δεν έχουν ακριβώς αρχή, μέση, τέλος, αυτό το έκανες συνειδητά;

Εδώ μάλλον θα διαφωνήσω. Θεωρώ ότι τα διηγήματά μου έχουν ξεκάθαρη αρχή, μέση και τέλος. Ή είχανε πριν ασχοληθώ στα σοβαρά μαζί τους, ανακατέψω την αρχή με τη μέση και αφαιρέσω το τέλος (ή το κρύψω σε μια καλή κρυψώνα, κάπου πέρα από το οπισθόφυλλο). Η αγάπη μου για αυτού του είδους τις καταλήξεις προέρχεται από τον Σάλιντζερ και τη συλλογή Ιδανική Μέρα για Μπανανόψαρα, στην οποία οι ιστορίες τελειώνουν με υπέροχους, μετέωρους τρόπους. Ο ρεαλισμός δεν είναι το αγαπημένο μου είδος, αλλά ζήλεψα πολύ τον τρόπο με τον οποίο τελείωνε τα διηγήματά του ο Σάλιντζερ στα Μπανανόψαρα. Σε άφηνε στη μέση, ξεκρέμαστο, χωρίς όμως να σε αφήνει ανικανοποίητο. Προσπάθησα να καταφέρω κάτι παρόμοιο.

 

— Τι σου φέρνει στο μυαλό η λέξη διανοούμενος;

Έναν μεσήλικα με αραιά μαλλιά. Φοράει τουήντ σακάκι με μπαλώματα στους αγκώνες. Καπνίζει πίπα και είναι αχώνευτος. Μιλάει με άψογα δομημένες προτάσεις τετρακοσίων λέξεων παραθέτοντας Χάιντεγκερ και Μποντριγιάρ, όταν τον ρωτάς τη γνώμη του για το τελευταίο Star Wars. Η λέξη είναι μολυσμένη, και εκεί βρίσκεται το πρόβλημα, γιατί πρώτον, οι διανοούμενοι δεν είναι έτσι και δεύτερον, ο λόγος τους λείπει πάρα πολύ από τον σημερινό δημόσιο διάλογο, σε όλα τα επίπεδα. Τους χρειαζόμαστε και τους χρειαζόμαστε άμεσα, γιατί το επίπεδο του δημόσιου λόγου έχει πέσει τραγικά τα τελευταία είκοσι-τριάντα χρόνια, και μία από τις αιτίες ήταν η τοξική επίδραση της ιδιωτικής τηλεόρασης. Κάποια στιγμή είδα (στο youtube) την εκπομπή του Παναγιωτόπουλου στο Mega, όταν το Mega είχε ακόμη το πρώτο του λόγκο, πρέπει να ήταν το 1991, σε μια διαμάχη μεταξύ του Ραφαηλίδη από τη μία και του Σαββόπουλου και του Δοξιάδη από την άλλη. Σε προκαλώ να το δεις. Το επίπεδο των ελληνικών που χρησιμοποιούσαν ήταν σε άλλα επίπεδα. Όλοι τους τοποθετούνταν με τρόπους που σήμερα έχουμε ξεχάσει. Εμφανίστηκαν μέχρι και αυτά τα εξωτικά πτηνά που πλέον εκλείπουν από τους τηλεοπτικούς διαλόγους. Ξέρεις, επιχειρήματα και τέτοια.

 

— Ο θάνατος είναι ένα στοιχείο που υπάρχει σε έντονο βαθμό στο βιβλίο σου, τι τον κάνει γοητευτικό;

Ο θάνατος είναι ένα από τα στοιχεία του βιβλίου, όπως οι απούσες γυναίκες και το νερό ως προάγγελος του κακού, αν και μάλλον ο θάνατος είναι ένα από τα στοιχεία κάθε βιβλίου. Είναι πάντα αυτό που περιμένει στο τέλος της κάθε ιστορίας, άσχετα αν αυτή επεκτείνεται πολύ πέρα από τα όρια του ίδιου του βιβλίου. Δεν τον βρίσκω γοητευτικό, απλά απαραίτητο συστατικό της ζωής. Αυτό που βρίσκω γοητευτικό είναι τους μυριάδες τρόπους που βρίσκουμε για να αρνούμαστε κάθε λεπτό το ότι προορισμός μας είναι ένα κουτί μέσα στο χώμα - τρόποι που συμπεριλαμβάνουν, για παράδειγμα, το γράψιμο πέντε διηγημάτων ή την ανάγνωσή τους.

 

Ιnfo:

Η Τελευταία Προειδοποίηση του Παναγιώτη Κεχαγιά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.