1. SOUNDTRACK: Τα βιβλία έχουν τη μουσική τους. Και δεν εννοώ την προσωδία της πρόζας ενός Τζακ Κέρουακ, φερ’ ειπείν, ή τις μελωδίες των κρυστάλλων στα μυθιστορήματα του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ. Εννοώ όντως μουσική, τραγούδια που παρεισφρέουν στις σελίδες και ακούγονται από πικάπ, από κασετόφωνα σε παλιά αμάξια, από στερεοφωνικά υψηλής πιστότητας, ή άλλοτε τα σιγοτραγουδάνε οι ήρωες, καθώς θυμούνται μια χαμένη νιότη ή ετοιμάζονται για μια περιπέτεια.

Ο Ισπανός Ενρίκε Βίλα-Μάτας (Βαρκελώνη, 31/03/1948), μετρ του διακειμενισμού, αποτίνει φόρο τιμής στον Τζέιμς Τζόις και νοσταλγεί την εποχή της ακόρεστης κι ακούραστης βιβλιοφιλίας. Στη Δουβλινιάδα (μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, εκδ. Καστανιώτης), ο Σάμουελ Ρίβα είναι εκδότης, πότης, μελαγχολικός και πικραμένος, και αποφασίζει να τιμήσει την Bloomsday, παρασύροντας τους παλιόφιλούς του να προσκυνήσουν το Δουβλίνο. Θαυμάσια! Ένα μυθιστόρημα βούτυρο στο ψωμί κάθε booklover που ομνύει σε ονόματα όπως Μπέκετ, Μπέρνχαρντ, Μπόρχες, Μπάλαρντ, Μπολάνιο, Μπάροουζ, αντιλαμβάνεστε.

Επίσης, η Δουβλινιάδα έχει έξοχα τραγούδια. Παραθέτω μερικά: Μπομπ Ντίλαν, «Most likely you go your way» (σ. 41). Τομ Γουέιτς, «Downtown Train» (σ. 66). Ζορζ Μπρασένς, «Les copains d’ abord» (σ. 70). Ριτά Μιστουκό, «Le petit train». Ρίτσαρντ Χώλεϋ, «Just like the rain» (σ. 81). Μπομπ Ντίλαν και Τζόνι Κας, «That’s all right, mama» (σ. 108). Φρανσουάζ Αρντύ, «Partir quand même» (σ. 156). Λίαμ Κλάνσυ, «Green fields of France» (σ. 174). Javier de Galloy, «Walk on the wild side» (σ. 182, παρεμπτιπτόντως: άθλια διασκευή, κυριολεκτικώς εκτέλεση). Beatles, «This Boy» (σ. 188). Το ιρλανδέζικο λαϊκό τραγούδι που ακούγεται στο τέλος της ταινίας Οι Νεκροί του Τζον Χιούστον, το «Lass of Aughrim» (σ. 191). Φρανκ Σινάτρα, «The best is yet to come» (σ. 296). Ακούγονται επίσης: Les Surfs (σ. 34), τζαζ μουσική (σ. 49), Μπίλι Χόλιντεϊ (σ. 61), γαλλική μουσική από το ραδιόφωνο (σ. 162) και Coldplay (σ. 264).

 

2. COMING SOON: Αναμένεται με αδημονία, αποτελεί ήδη θέμα έντονων συζητήσεων στις βιβλιοφιλικές ομάδες του facebook -δες Έλληνες πυντσον-όφιλοι (ή πυντσονολάγνοι) και Bookspotting, φυσικά- και θα είναι, το δίχως άλλο, ένα από τα εκδοτικά γεγονότα του 2012. Μιλάμε για το (σχεδόν αμετάφραστο) Finnegans Wake του Τζέιμς Τζόις. Όταν το ανακοίνωσα για πρώτη φορά, κάμποσοι φίλοι νόμιζαν ότι έκανα ακόμα μία από τις γνωστές φάρσες μου. Αλλά όχι, είναι αλήθεια και το γεγονός της επικείμενης έκδοσης από την Εστία και το όνομα του τολμητία μεταφραστή: Ελευθέριος Ανευλαβής. Τον οποίο πολλοί θυμούνται ως τζόρα και ρωμαλέο καλεσμένο σε τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις. Σημειώνω ότι δείγματα του άθλου που επιτέλεσε ο Ανευλαβής, με την απόλυτη στήριξη του ιστορικού οίκου της Εστίας, βρίσκουμε ήδη στα τεύχη 1798 (Μάρτιος 2007), 1804 (Οκτώβριος 2007), 1812 (Ιούνιος 2008), και 1833 (Μάιος 2010) της Νέας Εστίας.

 

3.TEXT: Παραθέτω την περιλάλητη τρίτη παράγραφο του Finnegans Wake, όπως την αποδίδει ο χαλκέντερος Ελευθέριος Ανευλαβής:

«πτώση(μπαμπαμπαναλγκχαραγκχτακαμμιναρροννκοννμπροντόννερρονντουοννθανντροβαρρχοουναουσκαουντοοχοοχορντενένθουρνουκ!) ενός, κάποτε κατρουλόγερου του τοιχοστενοσόκακου, ξαναϊστορείται, από το λίκνο μέχρι το βασίλεμα της ζωής, μέσα από τη χριστιανική υμνωδία. Το κατρακύλισμα από τον ψηλό τοίχο, μοιραία, σχεδόν χωρίς προειδοποίηση , έφερε πφφτζουτ το γκρεμοτσάκισμα του Φίννεγκαν, Ιρλανδού στιβαρού άντρα, που το βουισμένο χαμπτοκορφοκέφαλό του πάραυτα στέλνει ερευνητή πέρα στη δύση να διενεργήσει έρευνα για τα ταμπτυποδοδάχτυλά του: και η πανωγυρισμένη κορυφοσημειοθέση τους βρίσκεται στο ύψωμα, πέρα κει στο φοινοκόπαρκο, όπου πορτοκάλια είναι αφημένα να οξειδαναπαύονται πάνω στο πράσινο, απ’ όταν οι πρωοδουβλινέζοι αγάπησαν τη λίββυ».