Στις 28 Δεκεμβρίου πέθανε στο Τόκυο μια μεγάλη σταρ του γιαπωνέζικου κινηματογράφου.

 

Λεγόταν Χιντέκο Τακαμίνε και ήταν 86 ετών. Έπασχε από καρκίνο του πνεύμονα.

 

Στην Ελλάδα την ξέρουμε (όσοι την ξέρουμε) από δυό ταινίες κυρίως: το "Οταν μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα" του Μικίο Ναρούσε (1960) και το "24 μάτια" (1954).

 

Στο πρώτο παίζει το ρόλο μιας γκέισας που την παίρνουν τα χρόνια και δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την ορμή και την ενέργεια των νέων κοριτσιών. Είναι ο πιο σημαντικόςρόλος της καριέρας της-γεμάτος λεπτότητα, μελαγχολία και εκείνο το είδος της αξιοπρέπειας που γνωρίσαμε στις ταινίες των μεγάλων ιαπώνων  μετρ.

 

 

Είχε γυρίσει όμως πάνω από 300 ταινίες και ήταν από τα πιο αγαπητά πρόσωπα της Ιαπωνίας. Ξεκίνησε ως η γιαπωνέζικη απάντηση στην Σίρλευ Τεμπλ, αλλά βαθμηδόν ωρίμασε, μπόρεσε να εκφράσει τα πιο αντιθετικά αισθήματα -προπαντός το αίσθημα της γυναίκας μετά τον πόλεμο που ενώ λαχταρά να ζήσει τη ζωή της, δεν μπορεί.

 

Είχα γράψει παλιά για αυτην την γυναίκα και την ταινία του Ναρούσε στην Ελευθεροτυπία ένα κείμενο, λίγες μέρες πριν κυκλοφορήσει το dvd από την Criterion Collection.

 

Αναδημοσιεύω ένα απόσπασμα:

 

"Ενα μυστικό αριστούργημα του κινηματογράφου πρόκειται να κυκλοφορήσει σε λίγες βδομάδες σε dvd. Το «Οταν μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα» του Μικίο Ναρούσε, γυρισμένο το 1960. Το έχω σε μια συλλεκτική ισπανική έκδοση (τη μοναδική που υπάρχει -δεν υπήρχε καν σε ιαπωνική εγγραφή). Το έχω δει με ισπανικούς υπότιτλους, κι όμως, παρά τα κενά στο νόημα, έχω μαγευτεί από την παγερή του αυστηρότητα, την υπόκωφη ενέργειά του.

Είναι η ιστορία της Κέικο, μιας γκέισας «μιας κάποιας ηλικίας» σε ένα πρόστυχο μπαρ της Γκίνζα -το Bar Carton. Πλησιάζει τα 30, ο άντρας της έχει σκοτωθεί σε δυστύχημα, παιδιά δεν έχει κι έχει αναλάβει τον ανεπρόκοπο αδελφό της και το παιδί του που πάσχει από πολιομυελίτιδα (!). Η μπογιά της περνάει όλο και λιγότερο, στο «σπίτι» την φωνάζουν Mama, αλλά τη σέβονται: ακροβατεί με ακονισμένη σοφία ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και την πορνεία. Προσπαθεί να ανοίξει ένα δικό της μαγαζί, αλλά δεν τα καταφέρνει, ο ανταγωνισμός είναι σκληρός· προσπαθεί να βρει κάποιον να την παντρευτεί, επίσης μάταιος κόπος. Ετσι γυρνάει κάθε βράδυ με μοιραία «χαρά» στο μπαρ της Γκίνζα.

 

 

Η ιστορία είναι ένα χάρντκορ μελόδραμα. Αλλά η ταινία είναι ένα αριστούργημα ισορροπιών. Μιλά βεβαίως για το συνηθισμένο θέμα της εποχής εκείνης, το γάμο και το γέρασμα των γυναικών (τι Οζου!, τι Μιζογκούτσι!), αλλά με έναν τρόπο λιγότερο δραματικό, σχεδόν εργαστηριακό. Κι εδώ, ελάχιστα γκρο πλαν, που θα εκβίαζαν τη μέθεξη -μόνο η μακρινή εικόνα του παρατηρητή, και μια φωνή οff, η φωνή της, χωρίς καμία ταλάντωση. Ακόμη και η κορύφωση έχει μεγάλο μέτρο. Δείχνει την Κέικο μπροστά στη σκάλα του πορνείου, να βλέπει τα σκαλιά και προς στιγμήν να κοντοστέκεται. Μετά, ένα γκρο πλαν (το μοναδικό της ταινίας) στα βήματά της, καθώς ανεβαίνει και μια ψυχρή φωνή, η φωνή της, που μηχανικά μονολογεί: «Μόλις βραδιάζει, πρέπει ν' ανεβώ αυτές τις σκάλες. Κι αυτό είναι εκείνο που μισώ. Αλλά άπαξ κι ανεβώ, τότε όλα μπορώ να τα φέρω εις πέρας».

 

Ο κινηματογράφος του Οζου, του Μιζογκούτσι και του Κουροσάβα, ακόμη και ο Γιαπωνέζος Δαλιανίδης (ο φλασάτος Σεϊτζούν Σουζούκι) μου αρέσουν υπερβολικά, όπως και πολλά άλλα πράγματα της γιαπωνέζικης καλλιτεχνικής ιστορίας. Αλλά αυτό το φιλμ το έχω σαν κόσμημα -και δεν είμαι ο μόνος. Οπως και το άλλο αριστούργημα του Μικίο Ναρούσε, το Late Chrysanthemums (που εξιστορεί επίσης τη ζωή μιας γηραιάς, παροπλισμένης γκέισας) είναι μια μοναδική μαρμαρυγή, που δεν έχει όμοιό της στην ιστορία του σινεμά. Δεν έχει νόημα να μετράμε τη δοσολογία της συνταγής που προκάλεσε αυτό το θαύμα. Το θαύμα συντελέστηκε. Και τον Φεβρουάριο κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε dvd από την Criterion Collection.