Γεννήθηκα την πρωτοχρονιά του 1971. Από τα παιδικά μου χρόνια αυτό που θυμάμαι περισσότερο είναι ο χωρισμός των γονιών μου, που ήρθε στα επτά μου. Είναι σκληρό για ένα παιδί, με όποιον τρόπο κι αν γίνεται, και ενώ δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι το έφερα βαρέως, πρέπει να μου είχε στοιχίσει πολύ. Ήταν δύσκολα, υπήρχε μεγάλη περιουσία κι έγινε γερό ξεκατίνιασμα.

 

Εγώ βρέθηκα κάποια στιγμή στη μέση, χωρίς να φταίνε εκείνοι, περισσότερο ήταν οι συγγενείς γύρω τους που τους έφεραν σε αυτήν τη θέση. Ήταν μια μακροχρόνια ιστορία, ένας πόλεμος που κράτησε πάνω από 25 χρόνια. Κάπου εκεί, γύρω στα 16-17, τους ξεκαθάρισα ότι αν μου ξαναμιλούσαν για τη μία ή την άλλη πλευρά θα σηκωνόμουν να φύγω. Δεν ήθελα να ξανακούσω τίποτα.

 

• Πήγα με τον πατέρα μου, γιατί η μητέρα μου έκρινε ότι, επειδή ήμουν αγόρι, θα ήταν καλύτερα έτσι. Ήταν κοντά μου ο πατέρας μου, θεός σχωρέσ’ τον, όπως και η μητέρα μου. Ήταν δικηγόρος και ένας άνθρωπος διατεθειμένος να αφιερώσει τη ζωή του και σ’ εμένα. Πήγαμε στο πατρικό μου σπίτι στο Καστρί και μεγάλωσα εκεί, και στην Εκάλη. Σχολείο πήγαινα στην Ελληνική Παιδεία, αυστηρό χριστιανικό, και στη συνέχεια στο Κλασικό Λύκειο Αναβρύτων.

 

Έχω δύο ετεροθαλή αδέρφια. Με την αδερφή μου μεγάλωσα μαζί, έχει τραβήξει πολλά από μένα. Φόραγα κάτι αποκριάτικες μάσκες, κρυβόμουν μέσα στην ντουλάπα και την τρόμαζα. Ο αδερφός μου γεννήθηκε πολύ αργότερα.

 

Εγώ μια ζωή άκουγα εμπορική μουσική και το όνειρό μου ήταν να γράφω εμπορική μουσική. Είναι επιλογή μου και δεν έχω μετανιώσει για κανένα στίχο, για κανένα τραγούδι. «“Θα Μελαγχολήσω”; Εγώ γράφω δέκα “Θα Μελαγχολήσω”!» μπορεί να πει κάποιος. Ε, γράψ’ τα, γιατί δεν γράφεις; Δεν θες να βγάλεις χρήματα, που με βρίζεις γι’ αυτόν τον λόγο; Ακόμα και για το «Α πα πα», που με κοροϊδεύουν, εγώ το θεωρώ έξυπνο, ότι κατάφερα, με μια συλλαβή, να φτιάξω τραγούδι που να βγάζει νόημα.

 

• Ξεκίνησα ως κάκιστος μαθητής. Στο δημοτικό νόμιζα ότι μαγκιά είναι να μη διαβάζεις καθόλου. Είχα πάθει πλάκα τότε με το «Mad Max». Το είχα δει στο σινεμά δέκα φορές, με πήγαινε άλλος συγγενής κάθε φορά. Σε όλο το δημοτικό έγραφα σενάρια πάνω στο «Mad Max», την ώρα του μαθήματος.

 

Όταν έφτασα στην Α΄ Γυμνασίου, βρέθηκε ένας άγιος άνθρωπος που με σήκωσε μια μέρα να πω Ιστορία. Δεν ήξερα τίποτα και με ξεφτίλισε άσχημα μπροστά σε όλη την τάξη. Ήταν πολύ σκληρά τα πράγματα στην Ελληνική Παιδεία. Αυτός ούρλιαζε «εγώ είμαι τρελός εκτός τρελοκομείου» με κόκκινες τις φλέβες στον λαιμό του. Φιλόλογος, πρώην ΟΥΚάς, ακούγονταν γι’ αυτόν φοβεροί μύθοι, ότι βάρεσε το χέρι του στο θρανίο και το έκοψε στα δύο. Εφάρμοζε μια τακτική στρατιωτικών καψονιών, που σ’ εμένα λειτούργησε εκπληκτικά. Όποιον δεν διάβαζε, τον ανάγκαζε, χειμώνα, να βάλει το κεφάλι του κάτω από τη βρύση. Φοβερές καταστάσεις. Έπαθα μεγάλο σοκ και έγινα ο πρώτος μαθητής και ο αγαπημένος του. Τον λάτρευα και δεν ήταν Σύνδρομο Στοκχόλμης, στο παιδικό μου μυαλό καταλάβαινα ότι είχε δίκιο.

 

Φοίβος
Στα ’90s η Καίτη ήταν ένα sex symbol. Μόλις έγραψα το «Θα μελαγχολήσω», βγήκε αδιόρατα στην πιάτσα ότι η Καιτούλα μελαγχόλησε. Οπότε μου ήρθε στη συνέχεια η Καιτούλα και οι «Ευαισθησίες» της. Μόλις παράγινε ευαίσθητη, πάμε να προκαλέσουμε. Έτσι, η ευαίσθητη Καιτούλα βρέθηκε να μιλά για το «μέγεθος» στο «Κάτι». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Εκείνα τα χρόνια η μουσική σε προσδιόριζε ως άτομο, ως προσωπικότητα, καθόριζε τον τρόπο που θα ντυθείς, τις παρέες σου, το πού θα πας, τι θα κάνεις, με ποια κοπέλα θα τα φτιάξεις. Το πρώτο που ρώταγες μια κοπέλα ήταν τι μουσική ακούει. Αν άκουγε ελληνικά ή ντίσκο, εμάς δεν μας άρεσε. Εν τω μεταξύ, αν φόραγες μια μπλούζα ενός συγκροτήματος, μπορεί να σε σταμάταγε κάποιος στη γωνία και να σου ζητούσε μια σχετική πληροφορία. Αν δεν απαντούσες, θα έτρωγες ξύλο. Δεν επιτρεπόταν να φοράς ή να υποστηρίζεις κάποιο γκρουπ αν δεν ήξερες τα πάντα γύρω από αυτό.

 

687
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Σε αυτή την εποχή μεγάλωσα. Από μικρός έψαχνα να ακούσω μια συγκεκριμένη μουσική, αλλά δεν ήξερα να το εκφράσω. Έλεγα στον πατέρα μου «θέλω να μου φέρεις κάτι που να έχει δυνατά τύμπανα». Κι εκείνος μου έφερνε μια κασέτα των Abba, μετά των Bee Gees. Αναγκαστικά τα άκουγα. Μου αρέσουν όλα τα είδη, εννοείται, αλλά όταν άκουσα για πρώτη φορά αυτό που ονειρευόμουν, ήταν σαν να ήρθα σε επαφή με το πεπρωμένο μου. Ήταν οι Scorpions. Ένας παιδικός μου φίλος έβαλε το «No one like you» και κόλλησα. «Τι είναι αυτό;» «Heavy metal!» Ε, μετά κατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας, πήγα σε ένα δισκάδικο και ρώτησα τι δίσκους heavy metal πρέπει να πάρω. Μου έδωσαν Maiden. Από τότε, από 10 χρονών, δεν άκουσα ξανά τίποτε άλλο.

 

• Κάποια στιγμή γνώρισα τον κολλητό μου, που ήταν διπλανός μου στο θρανίο και κιθαρίστας, φτιάξαμε ένα γκρουπ για να γλιτώνουμε ώρες από το σχολείο και για να βρούμε και κανένα κορίτσι. Όποιος έπαιζε τότε μουσική κέρδιζε και το κορίτσι της τάξης. Όπως κούρδιζε μια μέρα την κιθάρα του, του λέω «αντί να παίζουμε διασκευές, γιατί δεν φτιάχνουμε δικά μας τραγούδια»;

 

Έτσι άρχισα να γράφω, εντελώς αυτοσχεδιαστικά, και να παίρνω τη φάση πιο σοβαρά. Έχω κάνει ντραμς σε ωδείο, αλλά τις σημαντικότερες σπουδές μού τις έδωσε ένας φοβερός δάσκαλος, ο Θέμης Ρούσσος, που έτυχε να μένει στο διπλανό σπίτι στην Εκάλη. Είχε δει το ταλέντο μου και επέμενε. Μου έμαθε όλη τη θεωρία μέσα σε πέντε χρόνια, αντί να φάω είκοσι χρόνια στο ωδείο, μου έμαθε γρηγορότερους παρακαμπτήριους τρόπους για να φτάσω εκεί που ήθελα.

 

• Είναι πολύ θολά τα πρώτα μου χρόνια στη δισκογραφία, δεν θυμάμαι ακριβώς πώς έγιναν όλα. Είχαμε το γκρουπ με τον φίλο μου τον Σωτήρη και στέλναμε ντέμο heavy metal με ξένο στίχο. Εγώ ντράμερ και έγραφα, ο φίλος μου κιθαρίστας, είχαμε μπασίστα και ο αδερφός του ήταν ο τραγουδιστής. Αφού φάγαμε για κανέναν χρόνο τα μούτρα μας, βγάλαμε πιο πολύ hard rock ήχο με ελληνικό στίχο. Ξαναφάγαμε τα μούτρα μας. Είχαμε πάει μάλιστα και στον Παπακωνσταντίνου, που είναι εκπληκτικός άνθρωπος, στο καμαρίνι του, μας είχε δεχτεί, είχε ακούσει την κασέτα μας και μας είχε πει ότι θα τη δώσει στον παραγωγό του.

 

Είχα τότε μια κοπέλα που έκανε μαθήματα αγγλικών και κοκορεύτηκε στην καθηγήτριά της ότι το αγόρι της έχει συγκρότημα. Κι εκείνη της είπε ότι την ενδιέφερε, επειδή τραγουδούσε και η ίδια. Αυτή λοιπόν ήταν η Βίκυ Χαρίτου. Έτσι γνωριστήκαμε, μέσω της κοπέλας μου, και στην αρχή φτιάξαμε κάποια τραγούδια πιο ποπ, με ελληνικό στίχο. Δεν ξέρω πώς, δεν το θυμάμαι. Αναγκαστικά, σε όλα τα πάρτι που πηγαίναμε και περιμέναμε την ώρα που θα έμπαιναν οι Scorpions ή το «Careless Whisper» των Wham!, έπρεπε να ακούσουμε και όλα τα υπόλοιπα. Καθόμασταν στον καναπέ όλο το βράδυ και είχαμε επιλέξει ποιος θα την πέσει πού την ώρα που θα έμπαιναν τα πρώτα slow. Εκεί άκουγα και όλο το mainstream της εποχής. Δεν του έδινα σημασία, αλλά προφανώς υποσυνείδητα περνούσε. Ποτέ, βέβαια, ελληνικά, γιατί αν άκουγες ελληνικά στις παρέες μου ή δεν θα σου ξαναμιλούσαν ή μπορεί να έτρωγες και ξύλο.

 

Από ένα σημείο και πέρα με το συγκρότημα θέλαμε να ασχοληθούμε με τη μουσική, ό,τι κι αν ήταν αυτή. Αυτή είναι και η ουσία, η μουσική είναι μία, έχει διαφορετικές εκφράσεις που απευθύνονται σε άλλους ανθρώπους, πολλές απευθύνονται στους ίδιους, είναι για διαφορετικές στιγμές, συναισθήματα, αλλά όλα καταλήγουν να είναι μουσική.

 

Φοίβος ασπρόμαυρη φωτογραφία
Συνδέθηκα περισσότερο με τις γυναίκες ερμηνεύτριες, γιατί λατρεύω τις γυναίκες και γιατί ήμουν πάντα της λογικής των συγκροτημάτων που άκουγα, ότι τη μουσική την κάνουμε για να βρίσκουμε κορίτσια. Αγαπώντας τόσο πολύ τις γυναίκες, προσπαθούσα πάντα να τις καταλάβω. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Δέκα μέρες πριν δώσω πανελλήνιες, ανακοίνωσα στον πατέρα μου ότι θα έφευγα για την Αμερική, για να δουλέψω σε φαστ-φουντ, να κάνω πρόβες και να περιμένω να με βρει κάποιος παραγωγός. Εκείνος, που ήταν πανέξυπνος και ως δικηγόρος ήξερε να χειρίζεται καταστάσεις, αντί να μου πει «θα σου κόψω τα πόδια», που θα ήταν σαν να μου έλεγε «φύγε τώρα», με ρώτησε «κι αν δεν πετύχεις, τι θα κάνεις; Θα γίνεις ντράμερ σε ένα σκυλάδικο εδώ;». Του απάντησα ότι ακόμη κι αυτό μια χαρά θα ήταν, αρκεί να ασχολούμαι με τη μουσική. Μου πρότεινε να αναβάλω τα εισιτήρια για μία εβδομάδα, να δώσω πανελλήνιες, αφού είχα διαβάσει τόσο – δεν είχα πάει ούτε πενταήμερη. «Δώσε τις εξετάσεις σου και φύγε την επόμενη μέρα, αν το θες τόσο πολύ».

 

Έτσι, πέρασα στη Νομική και την πάτησα. Τότε συνέβησαν όλα μαζί, με τη Χαρίτου, είχαμε δώσει παντού το ντέμο, ο πρώτος που τσίμπησε ήταν η BMG με τον Μίλτο Καρατζά. Μόλις είδε συγκρότημα με τραγουδίστρια, βέβαια, έβγαλε σπυριά. «Πώς να διώξω τον κατιμά και να κρατήσω το φιλέτο;». Δεν θεωρώ ότι έκανε λάθος, κι εγώ, αν ήμουν στη θέση του, μπορεί να έκανα ή να σκεφτόμουν το ίδιο – άλλο το πώς ήρθαν τα πράγματα. Κράτησε αρχικά μόνο εμένα στον πρώτο της δίσκο, επειδή είχα γράψει τα τραγούδια και επέμενε και η Βίκυ.

 

• Έπειτα ο Γιάννης Δουλάμης άκουσε κάποιο ντέμο μου στη Sony. Δεν θυμάμαι αν ήρθε πρώτα η Καίτη Γαρμπή ή αν είχα κάνει κι άλλα πριν, δεν θέλω να αδικήσω κάποιον. Κάπου εκεί είχε μπλεχτεί και ο Καρβέλας. Πάντως, ο άνθρωπος που διέκρινε ότι κάτι έχω και μου έδωσε τη μεγάλη ευκαιρία ήταν ο Δουλάμης. Από κει και πέρα έγιναν πολλά και γρήγορα. Δεν με ενδιέφεραν τα λεφτά, δεν είχα όνειρο να γίνω συνθέτης, αλλά ντράμερ σε ροκ συγκρότημα. Μετά απλώς ακολούθησα τα γεγονότα, χωρίς να συνειδητοποιώ πού πηγαίνω. Αυτό είχα πει και στη Sony, «δώστε μου να γράψω», δεν κοιτούσα τα συμβόλαια, έγραφα τα πάντα.

 

Μου λέει κάποια στιγμή ο Δουλάμης «να δώσουμε αυτό το χασάπικο που έχεις γράψει για την Άντζελα στην Καιτούλα;». Εγώ δεν ήξερα τι είναι το χασάπικο. «Ποιο απ’ όλα εννοείς;» «Αυτό που λέει “χαμένα, χαμένα”». Και γύρισα στον Atari μου και το έβαζα συνέχεια, για να καταλάβω γιατί είναι χασάπικο. Τόσο άσχετος ήμουν. Προφανώς κάπου τον είχα ακούσει αυτόν τον ρυθμό. Δεν θυμάμαι ούτε πώς προέκυψε το σκέτο «Φοίβος», αλλά ο Άκης ο Γκολφίδης μού είχε πει ότι ήταν πολύ έξυπνο. Ούτε που το είχα συνειδητοποιήσει ότι είχε αρχίσει να σημαίνει κάτι.

 

Καίτη Γαρμπή - Χαμένα

 

• Ξεκινούσα πάντα από τη μουσική, πιο συχνά στο πιάνο ή σε μια κιθάρα της μητέρας μου, και μετά καθόμουν να βρω τους στίχους. Στην αρχή έπαιρνα στίχους από άλλους, αλλά ένιωθα ότι δεν με ικανοποιούσαν, ήθελα πιο απλά πράγματα. Στη συνέχεια έμαθα τους υπολογιστές, πώς να χειρίζομαι τα μουσικά προγράμματα, κι άρχισα να ενορχηστρώνω.

 

Στην αρχή, στις δισκογραφικές ήταν λίγο διστακτικοί, προσπαθούσαν να με «εκμεταλλευτούν», να μην πάρω αέρα. Εγώ δεν ήμουν τέτοιος άνθρωπος, λόγω του πατέρα μου, με είχε μάθει να είμαι ταπεινός και ευγνώμων. Όταν έμπαινα στα γραφεία, ακόμα κι όταν πια ήμουν το μήλον της έριδος, ήμουν με σκυμμένο το κεφάλι. Στον Γιάννη Δουλάμη μίλησα στον ενικό είκοσι χρόνια μετά. Στο δεύτερο συμβόλαιο της Sony άρχισα να ξυπνάω. Μετά παραξύπνησα και άρχισα να τους κάνω δύσκολη τη ζωή στα συμβόλαια.

 

Κατά τα άλλα, δεν νομίζω ότι έχει κανείς κάποιο παράπονο συμπεριφοράς από μένα. Από ένα σημείο και πέρα, μόλις είχα καταλάβει ότι αυτό που κάνω είναι δουλειά, ήθελα να ενημερώνομαι. Άκουγα συνέχεια Kiss FM, για παράδειγμα. Είχα και τη γυναίκα μου, που ακούει αποκλειστικά mainstream, οπότε εβαλλόμην πανταχόθεν.

 

• Το «Gucci Φόρεμα» το είχα ξεκινήσει ως εντελώς σοβαρό, κοινωνικό. Μπαίνει κάποια στιγμή η γυναίκα μου στο στούντιο και μου λέει: «Τι γράφεις; Ποιον αφορά αυτή η μιζέρια; Άκου λίγο εδώ». Και μου βάζει κάποιο ραπ κομμάτι που ανέφερε ένα «Gucci bikini». Και σκέφτομαι «α, χρησιμοποιούν μάρκες, εδώ είμαστε». Και έστησα το κομμάτι πάνω στη μάρκα Gucci.

 

Στους «Μασάι» η λογική μου ήταν ότι ένα ζευγάρι δεν μπορεί να συνεννοηθεί. Σαν να λέμε μου μιλάς κινέζικα, αλαμπουρνέζικα. Τι είναι πιο περίεργο; Οι Μασάι! Βρήκα και ένα sample που μου έμοιαζε με Μασάι, σαν κάποιον άγριο αφρικανικής φυλής –καμία σχέση!– και το έδεσα έτσι. Πάντοτε όλα προσπαθώ να τα αντιμετωπίσω με χιούμορ, ακόμα και στους στίχους. Τα προσωπικά προβλήματα είναι πολύ βαριά. Είμαι τυχερός που δεν τα έχω περάσει με τη γυναίκα μου, τα φαντάζομαι μόνο. Ευχαριστώ τον Θεό που δεν έχω ζήσει τέτοιες καταστάσεις και κοιτάζω να τις εκφράσω στα τραγούδια μου με χιουμοριστικό τρόπο.

 

Στενοχωριέμαι όταν τα ονομάζουν «σκουπίδια». Μερικοί έχουν την απαίτηση να υπάρχουν μόνο τραγούδια με κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο και κάπως έχουν ενοχοποιήσει, σχεδόν ποινικοποιήσει, τα τραγούδια που φτιάχνονται για να περάσεις καλά, να ξεχαστείς, να ευθυμήσεις. Δεν είναι κακό. Εγώ μια ζωή άκουγα εμπορική μουσική και το όνειρό μου ήταν να γράφω εμπορική μουσική. Δεν θέλω να γράψω κάτι άλλο – μπορώ να γράψω και στίχους που δεν θα τους καταλάβεις ποτέ, αλλά δεν θέλω να το κάνω, γιατί δεν με εκφράζει. Είναι επιλογή μου και δεν έχω μετανιώσει για κανένα στίχο, για κανένα τραγούδι. «“Θα Μελαγχολήσω”; Εγώ γράφω δέκα “Θα Μελαγχολήσω”!» μπορεί να πει κάποιος. Ε, γράψ’ τα, γιατί δεν γράφεις; Δεν θες να βγάλεις χρήματα, που με βρίζεις γι’ αυτόν τον λόγο;

 

Ακόμα και για το «Α πα πα», που με κοροϊδεύουν, εγώ το θεωρώ έξυπνο, ότι κατάφερα, με μια συλλαβή, να φτιάξω τραγούδι που να βγάζει νόημα. Μου είχε πει η Καίτη στο ξεκίνημά μου, όταν ήμουν τότε ο μικρός Φοίβος, 21 χρονών: «Είναι μια ιστορία ο στίχος σου και πάντοτε καταλήγει σαν συμπέρασμα το ρεφρέν». Ε, και με αυτό το μονοσύλλαβο, μπόρεσα κι έβγαλα μια λογική.

 

Από την άλλη, στο «Γεια» της Βανδή και στο «Όπου Κοιτάξεις» του Μαζωνάκη η λογική μου ήταν να κάνω ρεφρέν τη μουσική και όχι τον τραγουδιστή. Να μην έχουμε πια οι συνθέτες τόση ανάγκη τους τραγουδιστές. Αυτό ήθελα να αποδείξω στον εαυτό μου. Ότι το ρεφρέν δεν το λέει ο τραγουδιστής, αλλά το λέω εγώ με τα δάχτυλά μου.

 

Γιώργος Μαζωνάκης - Το Gucci φόρεμα

 

• Συνδέθηκα περισσότερο με τις γυναίκες ερμηνεύτριες, γιατί λατρεύω τις γυναίκες και γιατί ήμουν πάντα της λογικής των συγκροτημάτων που άκουγα, ότι τη μουσική την κάνουμε για να βρίσκουμε κορίτσια. Αγαπώντας τόσο πολύ τις γυναίκες, προσπαθούσα πάντα να τις καταλάβω. Ας πούμε, στα ’90s η Καίτη ήταν ένα sex symbol, με γιγαντοαφίσες στο Διογένης Παλλάς, και όλοι τρελαίνονταν, ήθελαν να είναι μαζί της. Μόλις έγραψα το «Θα Μελαγχολήσω» βγήκε αδιόρατα στην πιάτσα ότι η Καιτούλα μελαγχόλησε, μη μας πάθει κάτι το κορίτσι μας! Οπότε μου ήρθε στη συνέχεια η ευαίσθητη Καιτούλα, η Καιτούλα και οι «Ευαισθησίες» της. Μόλις παράγινε ευαίσθητη, για να μην καταλήξει νιανιά, πάμε να προκαλέσουμε. Έτσι, η ευαίσθητη Καιτούλα βρέθηκε να μιλά για το «μέγεθος» στο «Κάτι».

 

Στην Καίτη ποτέ δεν ανέλυσα τις σκέψεις μου πίσω από κάθε τραγούδι και γι’ αυτό είχε και πολύ μεγάλες αντιρρήσεις για συγκεκριμένες φράσεις στο «Κάτι», όπου χρειάστηκε να την πιέσω πάρα πολύ.

 

• Αυτό πιστεύω ότι με ξεχωρίζει. Όταν πιάνω έναν καλλιτέχνη, ποτέ δεν του δίνω έτοιμα τραγούδια. Πάντα κάθομαι και σκέφτομαι πάνω σε αυτόν, ράβω πάνω του, sur mesure, και σκέφτομαι δέκα χρόνια μπροστά, πώς θα του φτιάξω μια πορεία, δεν θέλω να κάνω μια αρπαχτή. Το βλέπω μαρκετινίστικα, ποιος είναι, τι έχει πει μέχρι τώρα, τι θα έπρεπε να πει από δω και πέρα, ποιοι τον ακούν, γιατί τον ακούν, έτσι το έχτιζα πάντα. Γι’ αυτό με την Καίτη ήμουν τόσα χρόνια και τώρα ξαναείμαι, με απόλυτη επιτυχία, με τη Δέσποινα δεκαεπτά χρόνια, με την Έλλη δέκα.

 

Νομίζω ότι είμαι ο συνθέτης με τις πιο μακρόπνοες καλλιτεχνικές σχέσεις, χωρίς να έχω προσωπική σχέση μαζί τους, να έχω παντρευτεί κ.λπ., όπως ο Καρβέλας με τη Βίσση. Γενικώς τις τραγουδίστριες πάντα τις αντιμετώπιζα σαν άντρες, δεν με έλκυαν καθόλου, γιατί είμαι της λογικής, όπως έλεγε ο πατέρας μου, ότι ποτέ δεν μπλέκεις τη δουλειά με τα προσωπικά.

 

Δέσποινα Βανδή - Υποφέρω

 

• Τη Δέσποινα την ανακάλυψα σιγά-σιγά. Προσπάθησα να βγάλω προς τα έξω τις δυνατότητές της και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, την έπλασα, την αγάπησα πρώτα απ’ όλα. Ήταν από τις καλύτερές μου φίλες και πιστεύω ότι είναι ακόμη. Ό,τι έκανα το έκανα με πολλή αγάπη και πάθος. Δεν έχω κανένα παράπονο από κείνη. Δεν είχα ποτέ δυσκολευτεί σε συνεργασία. Ήμουν πάντα καλόβολος και ακόμα και με τους πιο στρυφνούς ή με τους πιο μεγάλους σταρ έβρισκα τον τρόπο.

 

Όταν τελικά αποφασίστηκε να κάνω δίσκο με τον Τόλη Βοσκόπουλο, περιμένοντας να έρθει στο στούντιο, περνάει από δίπλα μου ένας από τους μεγαλύτερους ενορχηστρωτές που έχουμε στην ελληνική δισκογραφία, ο Χάρης Ανδρεάδης, και κουνάει το κεφάλι: «Θα κάνεις εσύ τον Τόλη να κάθεται να τραγουδάει με τις ώρες, όπως κάνεις με όλους τους άλλους;». Έφτασα στο σημείο να με παρακαλάει να ξαναπεί άλλη μια φορά το κομμάτι. Είχαν γεμίσει οι κασέτες, του έλεγα «φτάνει, δεν θέλω άλλο, κύριε Τόλη». Είναι ο τρόπος που θα προσεγγίσεις τον καθέναν.

 

Εγώ έχω ένα κουσούρι. Όταν γράφω ένα κομμάτι, έχω πολύ συγκεκριμένα στο μυαλό μου πώς θέλω να τραγουδηθεί, όποιος και να είναι απέναντί μου. Γι’ αυτό και κάποιοι μπορεί να μπέρδευαν την Έλλη με τη Δέσποινα, γιατί τις έβαζα να τραγουδάνε με τον τρόπο που ήθελα. Θα έκαναν πολύ συγκεκριμένα γυρίσματα, στο σημείο που ήθελα.

 

Με φρίκαρε πάντα, στο ξεκίνημα, όταν ο παραγωγός έλεγε «κάν’ το δικό σου». Τι «κάν’ το δικό σου»; Δεν είναι δικό σου το τραγούδι. Είναι δυστύχημα που στην Ελλάδα λένε «το τραγούδι του Ρέμου» ή «του Μαζωνάκη». Είναι το τραγούδι του Βαρδή που το τραγουδάει ο Ρέμος. Ο Ρέμος και ο κάθε Ρέμος ερμηνεύει ένα δημιούργημα του Αντώνη Βαρδή που το άκουσε, το επέλεξε, του άρεσε, αλλά η ψυχή είναι του στιχουργού και του συνθέτη. Εννοείται ότι χωρίς τον τραγουδιστή δεν κάνεις τίποτα, αλλά το τραγούδι ανήκει στον δημιουργό.

 

Πολλοί νομίζουν ότι εγώ απαιτούσα να μπαίνει το όνομά μου στα εξώφυλλα των δίσκων. Όχι, ήρθε από μόνο του σιγά-σιγά, γιατί κάποιοι κατάλαβαν ότι αυτό τράβαγε τον κόσμο. Είχε αρχίσει να ακούγεται το όνομά μου και ο κόσμος αναρωτιόταν ποιο είναι αυτό το σκατό που κάνει συνέχεια επιτυχίες. Όταν είδα ότι κάποιοι τραγουδιστές άρχισαν να αντιδρούν σε αυτό, ότι δεν τους άρεσε, εκεί το ζήτησα εγώ. Και, εννοείται, μετά δεν το αρνήθηκαν.

 

Πολλοί νομίζουν ότι εγώ απαιτούσα να μπαίνει το όνομά μου στα εξώφυλλα των δίσκων. Όχι, ήρθε από μόνο του σιγά-σιγά, γιατί κάποιοι κατάλαβαν ότι αυτό τράβαγε τον κόσμο. Είχε αρχίσει να ακούγεται το όνομά μου και ο κόσμος αναρωτιόταν ποιο είναι αυτό το σκατό που κάνει συνέχεια επιτυχίες. Όταν είδα ότι κάποιοι τραγουδιστές άρχισαν να αντιδρούν σε αυτό, ότι δεν τους άρεσε, εκεί το ζήτησα εγώ. Και, εννοείται, μετά δεν το αρνήθηκαν.

 

• Είχα φτάσει σε ένα σημείο που είχα κάνει τα πάντα: μεγάλες επιτυχίες, τα μεγαλύτερα αποκλειστικά συμβόλαια, με ήθελαν συγχρόνως δύο εταιρείες και είχα τη φοβερή ιδέα «αποκλειστικό στη Minos, με εξαίρεση τη Sony» και «αποκλειστικό στη Sony, με εξαίρεση τη Minos», το διπλό αυτό συμβόλαιο. Διεστραμμένο, αλλά το κατάφερα και το δέχτηκαν.

 

Στο κεφάλι μου συνειδητοποίησα κάποια στιγμή ότι υπήρχαν κάποια στεγανά στην προώθηση των δίσκων. Δηλαδή, από τη στιγμή που έπιαναν το μπάτζετ, μετά τον παρατούσαν και κοίταγαν τον επόμενο. Εγώ όλα τα τραγούδια ενός δίσκου τα έγραφα για να γίνουν πρώτα, γιατί ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις ακριβώς τι θέλει το κοινό τη δεδομένη στιγμή. Έτσι, έχω δίσκους που από τα δέκα κομμάτια τα επτά γίνονταν επιτυχίες, σε μια εποχή που το ραδιόφωνο είχε παραγωγούς που επέλεγαν αυτοί τα τραγούδια. Είχα τη λογική όποιον καλλιτέχνη αναλάμβανα να τον αντιμετωπίζω σαν να είναι ο Νο1, είτε ήταν ο Πάριος είτε ο Λεμπέσης. Δεν δούλεψα περισσότερο ή με μεγαλύτερο πάθος για τον Πάριο απ’ ό,τι με τον Λεμπέση.

 

Έβλεπα, λοιπόν, ότι έρχεται το τέλος της δισκογραφίας και είχα βάλει στο μυαλό μου ότι θέλω να φτιάξω μια εταιρεία δική μου, για να λειτουργήσει όπως θέλω εγώ τα επόμενα δέκα χρόνια. Έτυχε τότε ο πατέρας μου να με πιέσει να γνωρίσω τον Θοδωρή Κυριακού, γιατί ήταν δικηγόρος της μητέρας του σε κάποιες υποθέσεις. Πιέστηκε κι αυτός προφανώς από τη μαμά του και τελικά ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Θαύμασα το πόσο ιδιοφυές μυαλό έχει, έπαθα πλάκα μαζί του, τόσο έξυπνος και πολυπράγμων είναι. Έτσι, φτιάξαμε τη Heaven. Βέβαια, είχαμε συμφωνήσει να λέμε ότι έχω απλώς ένα συμβόλαιο, για να μην υπάρχει πρόβλημα με άλλους καλλιτέχνες και συνθέτες. Μετά αποφάσισα να προχωρήσω σε κάτι άλλο, πούλησα το μερίδιό μου στον Θοδωρή και έφτιαξα τη Spicy με τον όμιλο Star.

 

Φοίβος
Kατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας, πήγα σε ένα δισκάδικο και ρώτησα τι δίσκους heavy metal πρέπει να πάρω. Μου έδωσαν Maiden. Από τότε, από 10 χρονών, δεν άκουσα ξανά τίποτε άλλο. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Όπως ένιωσα την ανάγκη για τη δική μου δισκογραφική, ακριβώς επειδή τα είχα κάνει όλα, έτσι, ήρθε και η στιγμή που είπα ότι το μόνο που δεν είχα κάνει ήταν τηλεόραση. Έπρεπε να ξεπεράσω τη φοβία μου με τις κάμερες, τα φώτα, έβλεπα κάμερες κι έτρεχα προς την αντίθετη κατεύθυνση, το οποίο είχε παρεξηγηθεί πολύ, ως σνομπ, αλλά, από την άλλη, δεν μου κρατούσε κακία κανένας, αφού δεν μιλούσα σε κανέναν. Ήταν ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, έπρεπε να το δοκιμάσω. Ήταν η πιο κατάλληλη εποχή, μέσα στην πανδημία, που ήμασταν όλοι κλεισμένοι στα σπίτια και η δουλειά έχει μπει σε παύση.

 

Είμαι πολύ ικανοποιημένος από το «House of Fame», γιατί πέτυχα τον στόχο μου. Εντάξει, κάθε φορά που κάθομαι στην καρέκλα, μέχρι να ξεκινήσει το σόου, με πιάνει ταχυπαλμία, έρχονται, μου ζητάνε δηλώσεις από τα πρωινά, προσπαθώ να τους σπρώξω για το επόμενο διάλειμμα, με πετυχαίνουν μετά, το βράδυ, καθώς φεύγω, κρυμμένοι πίσω από τα αυτοκίνητα, στις 2 η ώρα το πρωί, κάθομαι και τους μιλάω.

 

Είμαι πολύ ειλικρινής. Είναι δύσκολο να ακούς να κατακρεουργούν ένα κομμάτι, είτε δικό σου είτε ξένο. Ξέρεις, από την άλλη, ότι αυτά τα παιδιά έχουν όνειρα και, δυστυχώς ή ευτυχώς, πηγαίνουν σε ένα σόου για να τα πραγματοποιήσουν, ίσως κάποια έχοντας άγνοια κινδύνου και των δυνατοτήτων τους. Είναι δύσκολο να τα πληγώσεις, να τους χαλάσεις το παραμύθι, αλλά είναι και δύσκολο να πεις κάτι που δεν αισθάνεσαι, όταν βλέπεις ή ακούς κάτι τραγικό. Θα νομίζει ο κόσμος ότι τον δουλεύεις.

 

Γενικώς, είναι μια δύσκολη συνθήκη, που την αντιμετωπίζω με χιούμορ. Τους λέω όσο σκληρά πράγματα πρέπει να ακούσουν για το καλό τους, για να τα επαναφέρω στην πραγματικότητα, όπως κι εμένα με είχε ξεφτιλίσει ο καθηγητής μου και έγινα ο καλύτερος μαθητής. Βλέπουμε στα καθημερινά ότι κάθονται αραχτοί στον καναπέ, σε κάτι στάσεις που μόνο κάποιος εξαιρετικά ράθυμος και τεμπελχανάς παίρνει, κάνουν ηλιοθεραπεία, αντί να τους βλέπουμε να λιώνουν, για να εκμεταλλευτούν αυτή την τρομακτική ευκαιρία. Ό,τι ένας καλλιτέχνης μπορεί να πετύχει σε έναν δεκαετή αγώνα, μια κάποια αναγνωρισιμότητα, αυτοί το πετυχαίνουν σε τρεις μήνες, και αντί να δώσουν όλο τους το είναι, το θεωρούν δεδομένο και χαβαλεδιάζουν. Εμένα αυτή η γλώσσα του σώματος δεν μου αρέσει. Προσπάθησα όσο μπορούσα να τους ξυπνήσω. Νομίζω ότι έχουν μείνει οι καλύτεροι στον τελικό.

 

• Ήταν ωραία μαρκετινίστικη κίνηση του Νίκου (Κοκλώνη) η συνάντηση της Άννας με τη Δέσποινα. Θα μπορούσαν να το είχαν κάνει και χρόνια πριν, για να είναι πιο εντυπωσιακό. Τώρα ήταν εντυπωσιακό σε συγκεκριμένες ηλικίες. Αν το είχαν κάνει δεκαπέντε χρόνια πριν, θα είχε πέσει η Ελλάδα, θα ήταν μαγικό. Όλη αυτή η κόντρα ήταν κατασκεύασμα των μίντια, όπως και η δική μου με τον Καρβέλα, τον οποίο λατρεύω.

 

• Με τον Σάκη ήταν από τις ωραιότερες συναντήσεις (ο νέος μας δίσκος). Με έκανε μετά από τόσα χρόνια να είμαι κι εγώ τρελός φαν του, τον έχω λατρέψει. Έχει ανέβει πολλά επίπεδα, και φωνητικά και ως άνθρωπος. Την προηγούμενη φορά (σ.σ. με το «Disco Girl» και το «Όλα Καλά») η συνεργασία ήταν πιο εντυπωσιακή, στο Μαϊάμι, με απίστευτους σελέμπριτι, είχα περισσότερη σχέση με τον Ηλία παρά με τον Σάκη, δεν μπόρεσα να έρθω κοντά μαζί του, ζούσαμε ένα παραμύθι. Τώρα ήταν μια συνεργασία χωρίς την προηγούμενη λάμψη, αλλά με ουσία.

 

Σάκης Ρουβάς - Υπεράνθρωπος

 

• Το να συνεχίσει να μην πηγαίνει καλά ο κόσμος όπου ζούμε με τρομάζει, όχι για μένα πια, αλλά για τα παιδιά μου. Είναι δυσοίωνα τα πράγματα, και περιβαλλοντικά και κοινωνικοπολιτικά, είμαστε σε μια εποχή που παλιότερα θα γινόταν πόλεμος, αλλά τώρα γίνεται ένας διαφορετικού είδους πόλεμος και δεν ξέρω πού θα καταλήξει. Με φρικάρει η πιθανότητα να είναι πλέον έτσι από δω και πέρα, όπως τώρα με την πανδημία. Φοβάμαι τον επόμενο ιό. Το βλέπαμε σε ταινίες καταστροφής και διασκεδάζαμε. Το συνειδητοποιώ όταν ανοίγω την τηλεόραση, όταν είναι όλοι με μάσκες. Με αγχώνει το τι θα μας αφήσει κοινωνικά.

 

Το κουσούρι που θα μας μείνει θα είναι να μας ρουφήξει ο καναπές μας, να βαριόμαστε να βγούμε και να κοινωνικοποιηθούμε, και ότι πλέον δεν δίνουμε τα χέρια μας, δεν αγκαλιαζόμαστε, κι αυτό μας εξαγριώνει. Πώς είναι αυτό το εμετικό φαινόμενο στις συναυλίες, που, αντί να νιώσουν, τους βλέπεις όλους ακίνητους να παρακολουθούν μέσα από το κινητό τους; Πόσο πιο ανώμαλο κοινωνικά μπορεί να είναι να βλέπουν όλη τη συναυλία μέσα από την οθόνη, ενώ είναι εκεί, γυρίζοντας ένα βίντεο που δεν θα δουν ποτέ; Είναι τραγικό να μπορείς να ζήσεις τη ζωή και να προτιμάς να τη ζεις εικονικά. Φοβάμαι ότι οι κοινωνικές ανωμαλίες θα γίνουν μεγαλύτερες μετά τον κορωνοϊό.

 

• Κάθε φορά που είμαι με τη γυναίκα μου είναι ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί. Και με τα παιδιά μου, απλώς άργησα να τα κάνω. Οι ωραιότερές μου στιγμές είναι με τη γυναίκα μου. Τα ταξίδια μας, που κάναμε παλιά, τότε που δούλευα έξι μήνες νυχθημερόν, κοιμόμουν στο στούντιο, και έξι μήνες ταξιδεύαμε, κυρίως στην Ασία. Έχουμε πάει σε όλα τα τροπικά μέρη.

 

• Ο γιος μου και η κόρη μου είναι 12, είναι δίδυμα. Εννοείται πως δεν ακούνε τραπ. Γενικώς στο σπίτι μου δεν παίζει μουσική, δεν το αντέχω, κουράζεται το μυαλό μου. Μόνο στο αυτοκίνητο, όποτε τα πηγαίνω στις γυμναστικές τους, βάζω καλή μουσική, δηλαδή heavy metal! Όλα τα είδη τα σέβομαι, αλλά όταν θα κάνω τραπ, θα το κάνω με τον δικό μου τρόπο. Θα το ακολουθήσω μουσικά, που μου αρέσει πολύ, δεν θα το ακολουθήσω στιχουργικά. Δεν υπάρχει πιο σεξιστικό είδος, αντιμετωπίζει τη γυναίκα σαν αντικείμενο κακομεταχείρισης. Δεν με βρίσκει σύμφωνο, μπορεί να μη με ακούσει κανένας από αυτούς που ακούνε τραπ, ok, εγώ θα το κάνω με τον δικό μου τρόπο.

 

• Είμαι πολύ αυστηρός με τα παιδιά μου. Δεν έχουν κινητό, δεν έχουν τάμπλετ, τηλεόραση είδαν για πρώτη φορά στα 10 τους, πήγαιναν σε πάρτι, την κοίταζαν και δεν ήξεραν τι είναι. Τώρα βέβαια μου λένε «τι κατάσταση είναι αυτή, τι γονείς είστε εσείς», και τους απαντώ ότι προτιμώ να είμαι τώρα κακός μπαμπάς και να με ευχαριστούν όταν μεγαλώσουν, παρά να γίνω τώρα καλός, να τα αφήνω να βλέπουν ανεξέλεγκτα ό,τι θέλουν, να καταστρέψουν τα μάτια τους, την ψυχή τους, την αισθητική τους, να τρώνε ό,τι θέλουν, και να με διαολοστέλνουν μετά για μια ζωή. Όταν μεγαλώνουμε, για όλα φταίνε οι γονείς μας. Πράγματα που έχω χρεώσει σε αυτούς, πλέον κατανοώ απόλυτα γιατί τα έκαναν, και μπορεί κι εγώ στη θέση τους να είχα κάνει τα ίδια. Ελπίζω και τα παιδιά μου να με καταλάβουν όταν μεγαλώσουν.

 

Άντζελα Δημητρίου - Μαργαρίτες

 

Ο τελικός του talent show «House of Fame La Academia», στο οποίο ο Φοίβος είναι μέλος της κριτικής επιτροπής, θα μεταδοθεί στην Παρασκευή 28/5, στις 21:00, στον ΣΚΑΪ.

Το νέο άλμπουμ του Σάκη Ρουβά, με τίτλο «Στα καλύτερά μου», σε στίχους και μουσική του Φοίβου, κυκλοφορεί επίσης την Παρασκευή 28/5 από τη Minos EMI, a Universal Music Company.

Ευχαριστούμε το rock bar Intrepid Fox (Τριπτολέμου 30, 210 3466055, Γκάζι) για τη φιλοξενία της φωτογράφισης.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.