Ο καθηγητής της ΑΣΚΤ  Γιάννης Ψυχοπαίδης "ζωγραφίζει"  σε συνέντευξη του στο «ΒΗΜΑ»  την τέχνη και την Ελλάδα.

 

"Η τέχνη που δεν είναι συμβιβασμένη, η υψηλή τέχνη, είναι πάντα μη εμπορεύσιμη. Δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχει με την αισθητική μιας κοινωνίας. Αντιθέτως, ήταν κόντρα σε αυτά τα ρεύματα και πάντα επιβιώνει λάθρα, με τις δικές της αξίες».

«Το τραγικό είναι ότι έχουμε μια κοινωνία με αξίες, αλλά τι αξίες είναι αυτές; Είναι αξίες που αναπαράγουν την ευτέλεια, τη σύμβαση, έναν καθωσπρεπισμό και έναν φοβικό μικροαστισμό της καλλιέπειας. Αναπαράγουν τα λαμπερά και επιφανειακά. Αυτές οι αξίες έχουν πάρει στον λαιμό τους μια κοινωνία, αισθητικά και όχι μόνο, και την πνίγουν».

«Εχω περάσει το στάδιο του μεγάλου θυμού, ακολούθησε εκείνο της ουδέτερης παρατήρησης και της κριτικής ματιάς. Ο κίνδυνος είναι ένα τρίτο στάδιο, μια απομάκρυνση από την πραγματικότητα συνδυασμένη με μια απώθηση. Αυτό θα το χαίρονταν πάρα πολλοί, γιατί ακριβώς αυτό θέλουν από εμάς, να απομακρυνθούμε αηδιασμένοι και να μην έχουμε να κάνουμε τίποτε με αυτή την κοινωνία και τελικά να εξοριστούμε, είτε πραγματικά είτε μεταφορικά. Δηλώνω ότι δεν θα τους κάνω το χατίρι, και δεν το λέω ηρωικά. Είναι θέμα επιβίωσης. Δεν θα αποτελέσουμε τη νέα γενιά των εξορίστων».

«Δεν είμαι υπέρ της θεωρίας των συνωμοσιών. Καθόλου. Οταν βλέπεις συστηματικά μέσα στα χρόνια τρόπους, συμπεριφορές, νοοτροπίες, αντιλήψεις, πολιτικές που οδηγούνται νομοτελειακά προς μια ευρύτερη απαξίωση αξιών, ανθρώπων, θεσμών, πρέπει να αναρωτηθείς για τη διάρκεια. Το έγκλημα δεν είναι στιγμιαίο, είναι διαρκές».

«Μιλώντας για συνενοχή, η κυβέρνηση θέλει να πετύχει να μοιράσει τις ευθύνες με τον ίδιο τρόπο ανάμεσα σε θύτες και θύματα. Είναι μια τακτική πονηρή και έξυπνη και μέσα από τον λαϊκισμό της δείχνει να πιάνει. Στηρίζεται ακριβώς στην ενοχή του κοινού μοιράσματος, ώστε να φύγουν οι ευθύνες από τους πραγματικά υπεύθυνους».

«Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε απόλυτη απαξίωση πραγμάτων που έχουν να κάνουν με τον δημόσιο χώρο, την κοινωνία, και κυρίως με την έννοια του πολίτη. Αυτό που απαξιώθηκε περισσότερο είναι ο πολίτης. Σήμερα υπάρχει ως ιδιώτης. Ο ιδιώτης με την κλασική έννοια είναι καταδικαστέος από την κοινωνία. Αυτό πέτυχαν σήμερα στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει πια κοινωνικός ιστός, έννοιες αλληλεγγύης, κοινού αγώνα, οραμάτων, καινούργιων ιδεών, παιδείας. Το 2007 κατάφεραν, μετά από συστηματικές προσπάθειες, να κάψουν την Ολυμπία. Ηταν κάτι που ξεπερνούσε τον μέσο όρο του δράματος. Μια τέτοια ύβρις...»

«Αμφιβάλλω πολύ αν ένας εικοσάρης σήμερα αγαπάει με τον ίδιο τρόπο την πατρίδα του. Την αγαπάει σαν μια κατάσταση μεγαλώματος της παιδικής του ηλικίας. Με μεγάλη όμως ευκολία αναζητεί τρόπους ζωής και ποιότητες ζωής σε έναν άλλον τόπο. Γιατί αυτή τη στιγμή περιβάλλεται από ένα αδιέξοδο και μια έλλειψη προοπτικής. Εχουν ακυρωθεί τα αυθεντικά».