Η νέα ταινία του Φίσερ Στίβενς, του σκηνοθέτη και ηθοποιού που, ως παραγωγός, βραβεύτηκε με Όσκαρ για το ντοκιμαντέρ The Cove του Λούι Ψυχογιού, χρησιμοποιεί τον Πάλμερ του τίτλου, ένα πρώην αστέρι του αμερικανικού ποδοσφαίρου που εξαιτίας μιας αυτοκαταστροφικής του κίνησης, μπήκε φυλακή και επέστρεψε μετά από πολλά χρόνια στη γενέτειρά του, αλλά ουσιαστικά μιλά για τον Σαμ, τον 8χρονο γείτονά του, που φιλοξενεί, καθώς η μητέρα του έχει εξαφανιστεί, εγκαταλείποντάς τον στη μοίρα και την ελεήμονα καρδιά της Βίβιαν Πάλμερ. Η γιαγιά του πρωταγωνιστή υποδέχεται τον άσωτο, ήπιων τρόπων εγγονό της, ως καλή χριστιανή, σε ένα περιβάλλον όπου η θρησκεία και το football, συνεχίζουν να μονοπωλούν το ενδιαφέρον των κατοίκων, με μοναδική απόδραση το εμβληματικά ξεχασμένο μπαρ με το μπιλιάρδο και τα βαρετά barbeque της συντηρητικής κοινότητας. Γεμάτος απωθημένα για μια ποινή που φορτώθηκε γιατί δεν κατέδωσε τους φίλους του την άτυχη βραδιά της σύλληψής του, στο όριο να θρυμματίσει την αναστολή του με έκρηξη οργής, αν και αυτή τη φορά μόνο αν βρει βαρύνουσα αφορμή, ο (Έντι) Πάλμερ βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μια δυσάρεστη έλλειψη επιλογών. Δεν έχει χρήματα, προσλαμβάνεται με το ζόρι ως βοηθός επιστάτη στο τοπικό σχολείο, και, όταν πεθαίνει ξαφνικά η γιαγιά του, δεν έχει άλλη λύση από το να φιλοξενήσει στο σπίτι τον μικρό. Η μητέρα του Σαμ, η Σέλι (Τζούνο Τεμπλ) είναι ναρκομανής και απρόβλεπτη. Μένει με το γιό της σε ένα τροχόσπιτο ακριβώς απέναντι από την οικία των Πάλμερ. Έχει ακολουθήσει έναν άνδρα χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν κι έτσι το αγνώστου πατρός παιδί μένει ξεκρέμαστο, ένα ορφανό που δείχνει να εμπιστεύεται ενστικτωδώς τον όψιμο, απρόθυμο κηδεμόνα του. Ποιό είναι το πρόβλημα; Ο Σαμ κάνει παρέα με κορίτσια, παίζει με κούκλες, παρακολουθεί φανατικά τη σειρά κινουμένων σχεδίων Ιπτάμενες Πριγκήπισσες στην τηλεόραση- είναι εμφανώς θηλυπρεπής, όπως θα χαρακτηριζόταν σε παλιούς, σαφώς πιο αναίσθητους καιρούς, και μάλιστα σε μια μικρή πόλη όπου τέτοιου είδους συμπεριφορά οδηγεί απαρέγκλιτα σε βίαιο εξοστρακισμό.

Το πρωτότυπο σενάριο της Σέριλ Γκεριέρο φέρνει στο προσκήνιο ένα αγόρι που, εκτός από τη διαφορετικότητά του, σβήνει πολλά κλισέ γύρω από τους συνομήλικούς του, που έχουμε δει μέχρι τώρα στο σινεμά. Ο Σαμ του πρωτάρη Ράϊντερ Άλλεν δεν εκλιπαρεί συμπάθεια, δεν προκαλεί χαμόγελα για τις σκανταλιές και τις εξυπνάδες του, δεν εκβιάζει το κλάμα ως παθών. Δεν είναι ο γιός του Champ, ο ηρωικός Χάρι Πόττερ, ο φίλος του E.T., ο απρόσεκτος βενιαμίν μιας μεγάλης οικογένειας όπως ο Κέβιν στο Μόνος στο Σπίτι, ή μέλος μιας παρέας στο στιλ του Stand By Me. Πολύ έξυπνα, η ταινία τον τοποθετεί στην προεφηβική ηλικία, πριν την κλασική, ποικιλότροπη θύελλα που φέρνει το coming of age, και ακριβώς πριν ένα αγόρι πονηρευτεί. Με οξυμένη συναισθηματική νοημοσύνη ώστε να καταλαβαίνει πως οι προτιμήσεις του δεν τυγχάνουν γενικής αποδοχής, και αντίληψη για το πως τον κοιτάζουν οι άνδρες και οι γιοί τους, (δεν εξαιρείται από το επαναλαμβανόμενο bullying), κάνει τη ζωή του, διασκεδάζει ακόμη και σε ένα στάδιο, χαζεύοντας τις μαζορέτες και κοπιάροντας τις κινήσεις του, ενώ τα βλέμματα της συντριπτικά αρσενικής εξέδρας είναι στραμμένα στους αθλητές και τη διακύμανση του σκορ, και προχωρά ακάθεκτος, σα να μην ιδρώνει από τη γνώμη των άλλων. Είναι αντίθετος από τις προδιαγραφές, αλλά επ’ ουδενί δεν φέρεται ως freak, ούτε βέβαια αισθάνεται να υπολείπεται, αξιοποιώντας ακόμη και το ελάχιστο που του προσφέρεται- έναν καναπέ για τον ύπνο του, ή λίγο παιχνίδι στο σπίτι της συμμαθήτριάς του. Διαθέτει προσωπικότητα μπροστά από τα χρόνια του: χωρίς να συμπεριφέρεται ως μικρομέγαλο, έχει μετατρέψει την επίθεση που διαισθάνεται, σε στωική άμυνα, γιατί ο χαρακτήρας του, κόντρα στις αντιξοότητες, παραμένει θετικός και χαρωπός. 

 

PALMER
Ο Τζάστιν Τίμπερλεικ και ο μικρός συμπρωταγωνιστής του.

 

Ο Φίσερ Στίβενς μεγεθύνει το ρόλο της μητέρας, παρά τη μικρή διάρκεια που κατέχει στην ταινία, και υπερβάλλει μελοδραματικά όσο πλησιάζει ο επίλογος του Palmer, μειώνοντας σημαντικά τις οξυδερκείς παρατηρήσεις που ψύχραιμα και ευαίσθητα πέτυχε στο μεγαλύτερο μέρος του έργου.

 

Ο Φίσερ Στίβενς μεγεθύνει το ρόλο της μητέρας, παρά τη μικρή διάρκεια που κατέχει στην ταινία, και υπερβάλλει μελοδραματικά όσο πλησιάζει ο επίλογος του Palmer, μειώνοντας σημαντικά τις οξυδερκείς παρατηρήσεις που ψύχραιμα και ευαίσθητα πέτυχε στο μεγαλύτερο μέρος του έργου. Στον φερώνυμο ρόλο, ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ, μια από τις συμπαθέστερες περσόνες στην αμερικανική show business δείχνει την ευγένεια και τις προθέσεις του. Επιλέγοντας να επιστρέψει μπροστά από τις κάμερες, μετά το ευχάριστο, ανώδυνο φωνητικό του διάλειμμα στους Ευχούληδες, με την σταδιακή αγκίστρωση ενός παραβατικού, περιθωριοποιημένου, και ως ένα βαθμό παρεξηγημένου νέου άνδρα που είδε τα όνειρα του να γκρεμίζονται και την αξιοπρέπειά του να συντρίβεται εν μια νυκτί, σε ένα αγόρι με το οποίο δεν έχει κανένα κοινό σημείο επαφής, στρέφει τον προβολέα στην ειδική περίπτωση του παιδιού που αναλαμβάνει, κλείνοντας το μάτι στην δημόσια ενηλικίωση του, ως child actor που έγινε ποπ είδωλο και στη συνέχεια διεθνώς αναγνωρισμένος μουσικός, αλλά και ηθοποιός με έμφυτη χάρη, αν και δεν έχει αφοσιωθεί στην υποκριτική όσο έδειχνε να υπόσχεται. Ο Πάλμερ ταυτίζεται πλαγίως με τον Σαμ και βαθμηδόν ξεδιπλώνει την ψυχή ενός εγκαταλελειμμένου αγοριού. Οι σκηνές όπου ο Τίμπερλεϊκ εκδηλώνει σιωπηλή αμηχανία, καθώς δεν καταλαβαίνει γιατί αποτελεί πατρικό πρότυπο σε ένα άγνωστο αγόρι, αλλά μέσα του ξέρει πως οφείλει να το προστατεύσει γιατί δεν φταίει σε τίποτε, είναι οι καλύτερές του. 

 

Η ταινία του Στίβενς δεν κρίνει, και παρουσιάζει ένα παλιό, οικουμενικό θέμα με εκσυγχρονισμένους όρους, αντιγυρίζοντας το πρόβλημα στη θυμωμένη μούρη όσων το κουβαλούν ακόμη. 

 

 

 

—————————————-

 

Το Palmer προβάλλεται στην Apple Tv + από τις 29 Ιανουαρίου