Είδαμε ξανά τις επτά «Επικίνδυνες Αποστολές» μέσα σε μια μέρα

Είδαμε ξανά όλες τις «Επικίνδυνες Αποστολές» και γράφουμε γι’ αυτές Facebook Twitter
Στις ταινίες ο Κρουζ συνεχίζει να τρέχει και να αποτελεί σύμβολο αιώνιας νιότης. Αν δεν γερνά αυτός, βλέπεις, τότε ίσως να μη γερνάμε κι εμείς μαζί του – τι, όχι;
0

Μετά από πολυετή γυρίσματα και καθυστερήσεις, φτάνει (επιτέλους) στις αίθουσες το τελευταίο κεφάλαιο των «Επικίνδυνων Αποστολών», το «Μission Impossible: The Final Reckoning». Πίσω στα ‘90s, όταν είχε πρωτοανακοινωθεί το εγχείρημα, έμοιαζε να αποτελεί κυνικό προϊόν του trend κινηματογραφικών μεταφορών τηλεοπτικών σειρών της εποχής του. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα εξελισσόταν στην καλύτερη σειρά ταινιών δράσης των καιρών μας.

Το αξιοπερίεργο είναι ότι κάθε «Mission: Impossible» φέρει τo στίγμα του δημιουργού του, διαφέρει από τα άλλα, τουλάχιστον μέχρι να αναλάβει ο ΜακΚουόρι τα ηνία και να θεμελιώσει μια συνταγή, η οποία, φυσικά, έχει τη δική του σφραγίδα. Κεντρικό πρόσωπο, συνδετικός κρίκος και ύπατος αρμοστής αυτών των περιπετειών είναι ο Τομ Κρουζ. Στις ταινίες ο Κρουζ συνεχίζει να τρέχει –όπως όλοι μας;– και να αποτελεί σύμβολο αιώνιας νιότης, παρέχοντάς μας το απαραίτητο boost, όποτε επιχειρούμε να φέρουμε εις πέρας σωματικά tasks που φαίνεται να ξεπερνούν τις δυνάμεις μας, αλλά και μια απαραίτητη ένεση νεανικής ενέργειας. Αν δεν γερνά αυτός, βλέπεις, τότε ίσως να μη γερνάμε κι εμείς μαζί του – τι, όχι;

To προσωπικό ρίσκο, η γνώση ότι εκτελεί την κασκάντα ο ίδιος ο σταρ με κίνδυνο της ζωής του, ανασταίνει ερωτήματα τύπου «μα πώς το γύρισαν;» ή «μα καλά, είναι παλαβός, πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό;», τα οποία έχουν πεθάνει από τότε που το CGI μπήκε για τα καλά στην κινηματογραφική μας πραγματικότητα.

Τα επικίνδυνα stunts που εκτελεί ο Κρουζ αυτοπροσώπως, πέρα από συγκρίσεις με τον Μπάστερ Κίτον, που ίσως να αφορούν μια πιο περιορισμένη (μα τόσο εκλεκτή) μερίδα σινεφίλ, κατορθώνουν με την αναλογικότητά τους και την προσωπική εμπλοκή του σταρ να επαναφέρουν μια χαμένη αρετή του σινεμά της υπερπαραγωγής: την αίσθηση του δέους. To προσωπικό ρίσκο, η γνώση ότι εκτελεί την κασκάντα ο ίδιος ο σταρ με κίνδυνο της ζωής του, ανασταίνει ερωτήματα τύπου «μα πώς το γύρισαν;» ή «μα καλά, είναι παλαβός, πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό;», τα οποία έχουν πεθάνει από τότε που το CGI μπήκε για τα καλά στην κινηματογραφική μας πραγματικότητα.

Για τις ανάγκες του παρόντος, είδαμε ξανά τις επτά προηγούμενες ταινίες του franchise μέχρι σήμερα και γράψαμε γι’ αυτές. Άλλο που δεν θέλαμε, χαρά μας να το κάνουμε με οποιαδήποτε αφορμή. Αν όλα τα σύγχρονα μπλοκμπάστερ δράσης ακολουθούσαν το παράδειγμα των «Επικίνδυνων Αποστολών», θα ήμασταν πολύ πιο ευτυχισμένοι σινεφίλ. 

«Mission: Impossible» του Μπράιαν Ντε Πάλμα

Είδαμε ξανά όλες τις «Επικίνδυνες Αποστολές» και γράφουμε γι’ αυτές Facebook Twitter
Αν βλέπουμε στην εικόνα του Τομ Κρουζ σήμερα έναν action hero, σε αυτήν εδώ την ταινία οφείλεται.

Είχε προηγηθεί, φυσικά, το «Top Gun», μα εκείνο εντάσσεται περισσότερο στο κεφάλαιο «Ατίθασα Νιάτα» της φιλμογραφίας του πρωταγωνιστή. Αν βλέπουμε στην εικόνα του Τομ Κρουζ σήμερα έναν action hero, σε αυτήν εδώ την ταινία οφείλεται, που, όχι τυχαία, αποτέλεσε την παρθενική του προσωπική παραγωγή, το σημείο που πήρε ο ίδιος την καριέρα του στα χέρια του. Και έκανε πολύ καλά να αναθέσει τη σκηνοθεσία στον Μπράιαν Ντε Πάλμα. Ο πιο «βρoμιάρης» εκ των πέντε γενειοφόρων που άλλαξαν το αμερικανικό σινεμά στα ’70s, είχε ήδη μια επιτυχημένη μεταφορά τηλεοπτικής σειράς στο ενεργητικό του, το «Untouchables», και διέθετε μια φιλμογραφία που υποδείκνυε (και αποδείκνυε) ότι θα μπορούσε εύκολα να στήσει ένα βιρτουόζικο κατασκοπικό θρίλερ μαζικού κοινού, αν χρειαζόταν. 

Mε μια πρώτη πράξη που τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια των φαν της σειράς –κάποιοι εξοργίστηκαν– ο Ντε Πάλμα γύρισε, ουσιαστικά, το δικό του «North by Northwest», με έναν ήρωα που πέφτει θύμα τυπικής χιτσκοκικής παρεξήγησης, προσπαθεί να καθαρίσει το όνομά του και μπλέκει σε απανωτές, ασταμάτητες δύσκολες καταστάσεις. Καθώς στενεύει ο κλοιός, βρίσκεσαι να τρως τα νύχια σου και να αναρωτιέσαι πώς θα ξεμπλέξει, ενώ ταυτόχρονα εύχεσαι να μπλέξει ακόμα περισσότερο γιατί… περνάς υπέροχα. Βάλε και που το σάουντρακ φέρει την υπογραφή του Ντάνι Έλφμαν, του ανθρώπου στον οποίο απευθύνεσαι αν θέλεις ένα score σαν του Μπέρναρντ Χέρμαν, βάλε και που ντύνουν τον Τομ Κρουζ σαν τον Κάρι Γκραντ στη σκηνή του τρένου, διάολε, το χιτσκοκικό πρότυπο είναι ολοφάνερο. 

To soundtrack της πρώτης ταινίας

Όταν κυκλοφόρησε το φιλμ, η πλοκή των Ρόμπερτ Τάουνι και Ντέιβιντ Κεπ είχε θεωρηθεί εξεζητημένη και ακαταλαβίστικη –δεν είναι, αν προσέχεις–, μα έτσι κι αλλιώς μεγαλύτερη σημασία είχαν τα set-pieces. Έστω κι αν φαινομενικά δεν μοιάζει με καμία ταινία που ακολούθησε –ίσως το «Rogue Nation» να φέρνει περισσότερο σε αυτό– πρακτικά, πέρα από την απαραίτητη χιτσκοκική αναφορά, το «Mission: Impossible» συστήνει και θέτει τις βάσεις για την αιχμή του δόρατος του franchise: τα καλοστημένα, εφευρετικά και εξωφρενικά set-pieces. Η σκηνή της κλοπής της NOC λίστας, όπου μια στάλα ιδρώτα χωρίζει τον κρεμάμενο Τομ Κρουζ από τη σύλληψη, είναι από τις πιο αξιομνημόνευτες της δεκαετίας. Μοναδικό μας παράπονο η απουσία του «You, me and World War 3» του Gavin Friday από την ταινία, αν και υπάρχει στο επίσημο OST που κυκλοφόρησε τότε. 

«Μission: Impossible II» του Τζον Γου

Είδαμε ξανά όλες τις «Επικίνδυνες Αποστολές» και γράφουμε γι’ αυτές Facebook Twitter
Ο Τομ Κρουζ με τον Τζον Γου στα γυρίσματα της ταινίας.

Ο Ρόμπερτ Τάουνι επιστρέφει στο σενάριο και συνεχίζει χιτσκοκικά, επικαλούμενος ευθέως το «Notorious», ο Τζον Γου, όμως, είναι θιασώτης της εικόνας, οπότε η ίντριγκα υποχωρεί μπρος σε ένα χαρακτηριστικό δείγμα του σινεμά που έκανε εκείνη την εποχή ο Ασιάτης δημιουργός. Αναμφίβολα, η πιο ερεθισμένη ταινία του franchise –«who told you I’m decent?», ρωτά όλο νόημα η Νιούτον τον Κρουζ– με τον Γου να ενσωματώνει το ερωτικό παιχνίδι στις σκηνές δράσης ή ακόμα και να το ταυτίζει: χαρακτηριστική η κόντρα με τα αυτοκίνητα ανάμεσα στους δυο εραστές, που συμβολίζει το αδυσώπητο φλερτ ανάμεσά τους, το οποίο θα τους οδηγήσει κυριολεκτικά και μεταφορικά στο χείλος του γκρεμού. 

Τα περιστέρια του Τζον Γου είναι και πάλι εδώ, ενώ η ελεύθερη αναρρίχηση του Τομ Κρουζ αποτελεί μια πρώιμη εκδοχή της προσωπικής, επικίνδυνης κασκάντας που θα γινόταν ο εμπορικός πόλος έλξης του franchise από το τέταρτο μέρος και έπειτα. Εμφανίζεται για λίγο και ο Άντονι Χόπκινς ως Μ, αν υποθέσουμε ότι ο Ίθαν Χαντ είναι ο Μποντ της υπόθεσης. Το ιερό τέρας της υποκριτικής ξέρει να παίζει την αμφισημία στα δάχτυλα –δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τις προθέσεις του–, η μεγάλη σκηνή που μοιράζονται στην ταινία, δε, είναι η μοναδική όπου κάποιος υποσκελίζει τον Αμερικανό σταρ στην οθόνη. Θα θέλαμε να ξαναδούμε τον Χόπκινς και στις επόμενες ταινίες, αλλά με την εξαίρεση του Άλεκ Μπόλντουιν, που εμφανίστηκε σε δυο ταινίες, ο κινηματογραφικός Ίθαν Χαντ αλλάζει τους προϊσταμένους του σαν τα (σχεδόν) πάντα κομψά πουκάμισά του. 

«Μission: Impossible III» του Tζέι Τζέι Έιμπραμς

Είδαμε ξανά όλες τις «Επικίνδυνες Αποστολές» και γράφουμε γι’ αυτές Facebook Twitter
Eδώ γεννιέται ο μεγάλος έρωτας του Ίθαν Χαντ για την Τζούλια (Μισέλ Μόναχαν), που θα ξαναδούμε στο μέλλον.

Συνοπτικά, το μαύρο πρόβατο της σειράς. Πιο αναλυτικά, αφού φλέρταρε ανεπιτυχώς με τον Φίντσερ και τα έσπασε με τον Τζο Κάρναχαν, ο Κρουζ παρέδωσε το τιμόνι των «Αποστολών» στον ανερχόμενο «Μίδα» της τηλεόρασης, τον Τζέι Τζέι Έιμπραμς, κι εκείνος έκανε αυτό που γνώριζε καλύτερα εκείνη την εποχή: έφερε την τηλεόραση στο σινεμά. Με τη δράση συμπυκνωμένη στο κέντρο του κάδρου, διαρκή κοντινά, αναρίθμητα κοντρ-πλονζέ –ίσως γι’ αυτό να δείχνει η πιο ματαιόδοξη στιγμή του Κρουζ στο franchise, ενώ δεν είναι–, αδικαιολόγητη σοβαροφάνεια και μελόδραμα τηλεοπτικών καταβολών, ο Έιμπραμς καταφέρνει –γιατί περί κατορθώματος πρόκειται– να «μικρύνει» το θέαμα. Βάλε κι εκείνο το απωθητικό πρασινομπλέ φίλτρο που έβλεπες σε μεγάλο μέρος σινεμά και τηλεόρασης εκείνη την περίοδο, το οποίο θυμίζει το χρώμα που παίρνουν ξεχασμένα από καιρό φαγητά που ανακαλύπτεις καθαρίζοντας το ψυγείο, λογάριασε και το χαοτικό μοντάζ και την πλήρη απουσία γεωγραφίας των σκηνών δράσης και καταλαβαίνεις γιατί ήταν η μόνη ταινία που μας δυσκόλεψε πολύ να την ολοκληρώσουμε σε αυτό τον μαραθώνιο επαναληπτικών προβολών. 

Παρηγοριά η σεκάνς στο Βατικανό, κρίμα κι άδικο που ο τεράστιος Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ατύχησε να εμφανίζεται σε αυτή την ταινία, κρατάμε και ότι εδώ γεννιέται ο μεγάλος έρωτας του Ίθαν Χαντ για την Τζούλια (Μισέλ Μόναχαν), που θα ξαναδούμε στο μέλλον. Επίσης, εμφανίζεται για πρώτη φορά ο Σάιμον Πεγκ ως μέλος της ομάδας. O Βρετανός κωμικός είναι σταθερά επανερχόμενος συνεργάτης του Ίθαν Χαντ, τον ξεπερνά σε συμμετοχές μόνο ο Βινγκ Ρέιμς, το μοναδικό μέλος της αρχικής ομάδας που δεν έκατσε ποτέ στον πάγκο, από την πρώτη μέχρι την τελευταία ταινία.

«Mission: Impossible – Ghost Protocol» του Μπραντ Μπερντ

Μα ο Μπραντ Μπερντ του «Iron Giant», τoυ «Incredibles» και του «Ratatouille»; Τι out of the box επιλογή σκηνοθέτη είναι αυτή; Κι όμως, ειδικά η πλανοθεσία (!) του «Ratatouille» ήταν να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Η πρώτη σπουδαία απόφαση του Μπραντ Μπερντ ήταν να επαναφέρει το fun στοιχείο. Από μια απόδραση μετά ξυλοφορτώματος υπό τους ήχους του «Ain’t that a Kick in the Head» του Ντιν Μάρτιν, μέχρι εμπνεύσεις παρμένες κατευθείαν από το σύμπαν του Τεξ Έιβερι και των Looney Tunes –ο αντιπερισπασμός στο Κρεμλίνο– και αναφορές στο… «Κόκκινο Μπαλόνι» του Λαμορίς, η ταινία είναι, πραγματικά, η χαρά του αποδραστικού σινεμά, του σινεφιλικού κλεισίματος του ματιού και της παλαβομάρας. 

Αδιαμφισβήτητο highlight της είναι η μακροσκελής σεκάνς που ξεκινά με μια κοψοχολιαστική αναρρίχηση στο Μπουρτζ Χαλίφα, το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο, και τελειώνει με μια καταδίωξη εν μέσω αμμοθύελλας. Η σκηνή της αναρρίχησης στο κτίριο εισάγει για τα καλά το στοιχείο που θα αποτελέσει το σημείο αναφοράς του franchise από εδώ και στο εξής: τα επικίνδυνα stunts που εκτελεί ο ίδιος ο Τομ Κρουζ, ο οποίος σε κάθε ταινία θα προσπαθεί να κάνει κάτι ακόμα πιο εξωφρενικό, επαναφέροντας, όπως γράψαμε και στην εισαγωγή, τη χαμένη αίσθηση του δέους. 

Να αναφέρουμε, επίσης, ότι πρακτικά είναι η πρώτη ταινία στην οποία η υπόλοιπη ομάδα έχει τόση σημασία και συμμετοχή –η προηγούμενη έκανε κάποια βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά παρέμεινε προσωποκεντρική– και ότι, παρά την παιχνιδιάρικη δράση και την έμφαση στα set-pieces, υπάρχει χώρος και για το ανθρώπινο στοιχείο, καθώς και μια συγκινητική κατακλείδα όπου, συν τοις άλλοις, ενισχύεται το ομαδικό πνεύμα που διέπει και τις επόμενες «Αποστολές». Για μας παραμένει η καλύτερη ταινία του franchise, αλλά με σοβαρό ανταγωνισμό από την αμέσως επόμενη. 

«Μission: Impossible – Rogue Nation» του Κρίστοφερ ΜακΚουόρι

Ο ΜακΚουόρι, που τα έχει βρει εδώ και χρόνια με τον Τομ Κρουζ και φτιασίδωσε λίγο και το σενάριο της προηγούμενης ταινίας, αναλαμβάνει το franchise και επαναφέρει το στοιχείο του θρίλερ, υποστηρίζοντάς το πρωτίστως σεναριακά, με διαρκείς ανατροπές και διαλογικά μπρα ντε φερ, τα οποία δεν ξέρεις πού θα καταλήξουν. Εδώ ο πράκτορας Ίθαν Χαντ βρίσκει τη δική του Spectre, που ονομάζεται Syndicate, και τον Μπλόφελντ του στο πρόσωπο ενός ανατριχιαστικού Σον Χάρις. Η μονομαχία του με έναν μεγαλόσωμο μπράβο πάνω από τη σκηνή της Όπερας της Βιέννης θυμίζει αντίστοιχες σκηνές του Ρότζερ Μουρ με τον «Σαγόνια» – η γενικότερη διάθεση μπορεί να σοβαρεύει λίγο σε σχέση με το «Ghost Protocol», μα ευτυχώς το χιούμορ δεν χάνεται. Και τα δάνεια δεν τελειώνουν εδώ. 

Η σχετική βιεννέζικη σεκάνς στην όπερα αποτελεί ευθεία αναφορά στο χιτσκοκικό «Man who knew too much». Επίσης, η Ρεμπέκα Φέργκιουσον, η εντυπωσιακή νέα προσθήκη, ονομάζεται Ίλσα. Στη γνωριμία της με τον Ίθαν Χαντ το χτένισμά της παραπέμπει στην Ίνγκριντ Μπέργκμαν, με την οποία φέρει εμφανή ομοιότητα. Ακόμα κι αν υπάρχει κάποιος που θεωρεί τα παραπάνω συμπτώσεις, οι δύο χαρακτήρες θα συναντηθούν ξανά στην «Καζαμπλάνκα», για να μην υπάρχει ίχνος αβεβαιότητας. Από αυτά και μόνο, γνωρίζεις και ότι το (πλατωνικό) ρομάντζο τους δεν θα ευδοκιμήσει, μόνο που αυτήν τη φορά δεν είναι η Ίλσα που θα ανέβει στο αεροπλάνο στο τέλος. Τουλάχιστον εδώ δεν πρόκειται για αποχαιρετισμό, αλλά περισσότερο για υποσχετική δικαιοπραξία. 

Λαμπρά.

«Μission: Impossible – Fallout» του Κρίστοφερ ΜακΚουόρι

Αν σε κάτι διαφέρει ο Ίθαν Χαντ από πολλούς (υπερ)ήρωες δράσης της μεγάλης οθόνης, είναι ότι για αυτόν η απώλεια μια ζωής και ενός εκατομμυρίου ζωών δεν έχει καμία διαφορά, η ζημία είναι ισοδύναμη. Συμψηφισμοί, συμβιβασμοί και εκπτώσεις δεν χωρούν, ο Χαντ θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του ώστε να σώσει και τον ένα και τους ένα εκατομμύριο ανθρώπους που κινδυνεύουν. Προς αυτή την κατεύθυνση δείχνει η ηθική του πυξίδα και στο «Fallout» γίνεται περισσότερο σαφές από ό,τι σε κάθε άλλη ταινία. Πιστεύει, βλέπεις, όχι μόνο λόγω ικανοτήτων, αλλά και λόγω όσων εκπροσωπεί, ότι στο τέλος θα καταφέρει να τους σώσει όλους, έστω και αυτοσχεδιάζοντας στην πορεία. «Η ελπίδα δεν συνιστά στρατηγική», λέει ο νεοεισαχθείς στην ομάδα Χένρι Καβίλ, «πρέπει να είσαι καινούργιος» του απαντά η Ίλσα της Ρεμπέκα Φέργκιουσον – όσοι έχετε δει την ταινία, αντιλαμβάνεστε ότι δεν πρόκειται μόνο για μια σκωπτική στιχομυθία. 

Η ελεύθερη πτώση από αεροπλάνο ήταν το νέο παλαβό stunt του Κρουζ, το punchline της η ένδειξη ότι το χιούμορ δεν έχει χαθεί εντελώς, αν και εδώ μειώνεται σημαντικά, ίσως γιατί τα στοιχήματα είναι μεγαλύτερα. Αν στην προηγούμενη ταινία η ζυγαριά έγερνε υπέρ της ίντριγκας, εδώ παίρνει το πηδάλιο η δράση, με μια τελική καταδίωξη με ελικόπτερα που αποτέλεσε για τον πρωταγωνιστή κάτι σαν προπόνηση για το «Top Gun: Maverick». Η καταδίωξη αυτή είναι μέρος μια σύνθετης κορύφωσης, ειπωμένης με νολανικού τύπου αφήγηση, μοντάζ και χρήση της μουσικής, η οποία σε κρατά καθηλωμένο στην άκρη του καθίσματος. 

Το «Fallout» αποτελεί την έμπρακτη απόδειξη ότι το «Rogue Nation» δεν ήταν lucky strike, που λέμε και στο χωριό μου. 

Μission: Impossible – Dead Reckoning του Κρίστοφερ ΜακΚουόρι

Στην έβδομη προσθήκη στο franchise o MακΚουόρι παίρνει εκείνον τον αδυσώπητο, νολανικού τύπου ρυθμό της τρίτης πράξης του «Fallout», τον εφαρμόζει στο σύνολο της ταινίας και το αποτέλεσμα είναι μια ταινία δράσης ευρισκόμενη σε διαρκή κίνηση, ακόμα κι όταν οι χαρακτήρες είναι σταματημένοι – από το «Mad Max: Fury Road» του Τζορτζ Μίλερ είχαμε να δούμε κάτι αντίστοιχο. Ομολογουμένως, για να εξυπηρετηθεί η κινητικότητα, προστίθεται λίγο παραπάνω exposition, αλλά όχι σε βαθμό δυσφορίας. 

Ωστόσο, εκείνο που «ανεβάζει» ακόμα περισσότερο την ταινία στα μάτια μας είναι το δεύτερο επίπεδο ανάγνωσής της, που σχετίζεται με την σύγχρονη κινηματογραφική (υπερ)παραγωγή. Ενσωματώνοντας κάθε πιθανή κι απίθανη αναφορά κι επίκληση μεγάλων στιγμών του αναλογικού σινεμά απόδρασης του εικοστού αιώνα και βάζοντας ως αντίπαλο μια παντοδύναμη τεχνητή νοημοσύνη που πασχίζει να αλλοιώσει τη (φιλμική) πραγματικότητα και να την επαναπροσδιορίσει σύμφωνα με τα δικά της μέτρα και σταθμά, οι ΜακΚουόρι και Κρουζ κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου και πασχίζουν να διαφυλάξουν τα προϊόντα της ανθρώπινης δημιουργικότητας από τις επιταγές της αλγοριθμικής διασκέδασης, που θέλει να υποβιβάσει το σινεμά σε second screen «περιεχόμενο». 

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

After the Hunt: Το #MeToo στα χέρια του Λούκα Γκουαντανίνο είναι μια μπερδεμένη υπόθεση

Ανταπόκριση από τη Βενετία / After the Hunt: Το #MeToo στα χέρια του Γκουαντανίνο είναι μια μπερδεμένη υπόθεση

Ο Λούκα Γκουαντανίνο νοσταλγεί τη χαμένη τέχνη του διαλόγου, αλλά το After the Hunt χάνει το δίκιο του στην ακαδημαϊκή φλυαρία και τις σεναριακές αστοχίες.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Όλα του γάμου δύσκολα: 10 ταινίες για να δείτε μετά το «Ρόουζ εναντίον Ρόουζ»

Οθόνες / Όλα του γάμου δύσκολα: 10 ταινίες για να δείτε μετά το «Ρόουζ εναντίον Ρόουζ»

Από το «Awful Truth» του Λίο ΜακΚάρεϊ στο «Gone Girl» του Ντέιβιντ Φίντσερ κι από τις μπεργκμανικές «Σκηνές από έναν γάμο» στο «Revolutionary Road» του Σαμ Μέντες, ανατρέχουμε σε δέκα ταινίες για όσους ενώθηκαν ενώπιον Θεού κι ανθρώπων «μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος».   
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΒΟΥΓΟΝΙΑ

Ανταπόκριση από τη Βενετία / «Βουγονία»: Κριτική για τη νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου

«Είναι περιπέτεια η "Βουγονία", fun και πιο περίπλοκη απ’ ότι δείχνει» - Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος καταγράφει τις εντυπώσεις του από την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας στο 82ο Φεστιβάλ Βενετίας.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Terence Stamp (1938-2025): Ο μάγκας του Λονδίνου που θα γινόταν Τζέιμς Μποντ

Οθόνες / Terence Stamp (1938-2025): Ο μάγκας του Λονδίνου που θα γινόταν Τζέιμς Μποντ

«Το άτακτο αγόρι του βρετανικού σινεμά βρήκε τον δρόμο του σε ώριμες επιλογές, είτε παίζοντας κάποιον αδυσώπητο κακό είτε αφήνοντας τα λακωνικά του διακριτικά σαν στάμπα, όνομα και πράγμα, σε σύντομες εμφανίσεις – εννοείται πως έχει υποδυθεί και τον διάβολο!»
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
The Karate Kid: Πώς η «ταινιούλα που δεν θα έβλεπε κανείς» εξελίχθηκε σε παγκόσμιο φαινόμενο

Οθόνες / The Karate Kid: Πώς η «ταινιούλα που δεν θα έβλεπε κανείς» εξελίχθηκε σε παγκόσμιο φαινόμενο

Η ταινία σημάδεψε μια γενιά εφήβων που φαντασιώνονταν ότι θα αντιστεκόντουσαν ηρωικά στους νταήδες που τους κακοποιούσαν καθημερινά. Και τώρα, ο μύθος επιστρέφει για έκτη φορά στην οθόνη, με πρωταγωνιστές τον Τζάκι Τσαν και τον Ραλφ Μάτσιο
THE LIFO TEAM
Ο άνθρωπος που έφερε την μαύρη μουσική κουλτούρα στο σαλόνι εκατομμυρίων σπιτιών

Daily / Ο άνθρωπος που έφερε τη μαύρη μουσική κουλτούρα στο σαλόνι εκατομμυρίων σπιτιών

Το ντοκιμαντέρ «Sunday Best: The untold story of Ed Sullivan» αναδεικνύει τη συμβολή του Εντ Σάλιβαν και της δημοφιλέστατης τηλεοπτικής εκπομπής του στην ανάδειξη τεράστιων μορφών της μαύρης μουσικής, από τη Nίνα Σιμόν και τον Τζέιμς Μπράουν μέχρι την Tίνα Τέρνερ και τον Στίβι Γουόντερ.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΗΣ
Έντουαρντ Νόρτον: Γεννημένος σε λάθος εποχή

Οθόνες / Έντουαρντ Νόρτον: Γεννημένος σε λάθος εποχή

Με αφορμή τα σημερινά του γενέθλια, ανατρέχουμε στην καριέρα ενός ηθοποιού με την ερμηνευτική στόφα των μεγάλων ονομάτων του New Hollywood, μα καταδικασμένου να εργάζεται σε καιρούς που η κινηματογραφική βιομηχανία δεν ξέρει τι να κάνει μαζί του.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Ana Kokkinos: «Αν ήμουν ένας στρέιτ, Άγγλος άντρας, η ζωή θα ήταν ευκολότερη»

Οθόνες / Ana Kokkinos: «Αν ήμουν ένας στρέιτ, Άγγλος άντρας, η ζωή θα ήταν ευκολότερη»

Η ελληνικής καταγωγής Αυστραλή σκηνοθέτιδα πίσω από το «Ten Pound Poms» μιλά στη LiFO για τη στάση των Αυστραλών απέναντι στους μετανάστες, την ταινία της που εξόργισε την ομογένεια, και το πώς είναι να νιώθεις παρείσακτος ακόμη κι όταν το έργο σου έχει δει πολύς κόσμος.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Μιχάλης Ρέππας: «Θέλω να διασκεδάζω. Πέρασα τα 65 και έχει αρχίσει να μη με νοιάζει»

Οι Αθηναίοι / Μιχάλης Ρέππας: «Θέλω να διασκεδάζω. Πέρασα τα 65 και έχει αρχίσει να μη με νοιάζει»

«Τρεις Χάριτες», «Βίρα τις Άγκυρες», «Δις εξαμαρτείν», «Safe Sex», «Το Κλάμα βγήκε από τον Παράδεισο», «Μπαμπάδες με ρούμι». Λίγοι μας έχουν κάνει να γελάσουμε τόσο τα τελευταία 30 χρόνια όσο ο Μιχάλης Ρέππας. Ο ηθοποιός, συγγραφέας και σκηνοθέτης που εξαιτίας του «το Τζέλα Δέλτα δεν είχε φουγάρα» αφηγείται τη ζωή του στη LifO.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Το τρίο Πασκάλ-Τζόνσον-Έβανς και 9 ακόμα λόγοι να πάτε σινεμά

Οθόνες / Το τρίο Πασκάλ-Τζόνσον-Έβανς και 9 ακόμα λόγοι να πάτε σινεμά

Μια ταινία που η Τζέιν Όστιν θα ήταν περήφανη να είχε σκηνοθετήσει, η Λίντσεϊ Λόχαν ανταλλάζει σώμα με την Τζέιμι Λι Κέρτις ξανά μετά από 22 χρόνια κι ένας μεταλλαγμένος Μπάμπι εκδικείται για τον θάνατο της μαμάς του. – Τι παίζει από σήμερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
THE LIFO TEAM
«Νεαρές μητέρες»: Είναι καλοκαιρινή επιλογή μία ταινία των αδελφών Νταρντέν; 

The Review / «Νεαρές μητέρες»: Tα κατάφεραν πάλι οι αδελφοί Νταρντέν; 

Τι κάνει τις «νεαρές μητέρες» να ξεχωρίζουν από τις προηγούμενες δουλειές των Βέλγων δημιουργών; Ο Χρήστος Παρίδης και η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάνε για τη βραβευμένη ταινία που παίζεται στους θερινούς κινηματογράφους της Αθήνας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ