Δευτέρα μεσημέρι –ημέρα που το μουσείο είναι κλειστό για το κοινό– και στο ισόγειο του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης γίνεται ένας δημιουργικός πανικός. Ηθοποιοί, cameramen, τεχνικοί, βοηθοί, άνθρωποι της παραγωγής έχουν κάνει κατάληψη στα τραπέζια του καφέ, περιμένοντας να αρχίσει ξανά το γύρισμα της ταινίας του Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη Άνταμ Κρίστιαν Κλαρκ, που αυτή την περίοδο ετοιμάζει την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του στην Αθήνα. Κάνουν όλοι μισάωρο διάλειμμα και βρίσκω ευκαιρία να μιλήσω με τον Κλαρκ, δημιουργό των ταινιών «Caroline and Jackie», «Newly Single» και «Diary of a Spy», που έχουν επαινεθεί από «New York Times», «Variety», «The Village Voice» και «LA Weekly», ο οποίος επιστρέφει στη γειτονιά όπου έζησε η γιαγιά του, για να δημιουργήσει μια ταινία που γεφυρώνει το αμερικανικό ανεξάρτητο σινεμά με τη σύγχρονη ελληνική εμπειρία. Τα εκθέματα του υπογείου –μέρος της έκθεσης «Why look at animals?»– γίνονται το background για μια σκηνή με την Κλέλια Ανδριολάτου, που υποδύεται τη Δάφνη, έναν κόντρα ρόλο, αγγλόφωνο, παίρνοντας αποστάσεις από το αρχέτυπο της ενζενί – ενσαρκώνει μια ψυχρή, φιλόδοξη και ψυχολογικά σύνθετη γυναίκα που κινείται στον διεθνή κόσμο της τέχνης. Ο Πάνος Βλάχος περιμένει βυθισμένος στον καναπέ του καφέ το γύρισμα της δικής του σκηνής.
«Μου είναι δύσκολο να περιγράψω με λίγες λέξεις τη νέα μου ταινία, αλλά σίγουρα ευελπιστώ να παιχτεί στις Κάννες ή στο Βερολίνο», λέει ο Άνταμ Κρίστιαν Κλαρκ εμφανώς ενθουσιασμένος. «Ο τίτλος της είναι “Bells” (καμπάνες) και την ονόμασα έτσι επειδή με έχει συνεπάρει το ηχητικό τοπίο της Ελλάδας, οι καμπάνες που ακούς παντού. Είναι κάτι πολύ προσωπικό. Είναι μια art house ταινία, και μπορεί για το ελληνικό ή το ευρωπαϊκό κοινό να φανεί ελαφρώς πιο εμπορική επειδή προέρχομαι από το Χόλιγουντ, αλλά στην Αθήνα έχω βρεθεί σε έναν πιο καλλιτεχνικό χώρο, που αγγίζει λίγο περισσότερο κάποιες ευαισθησίες μου».
«Οι ηθοποιοί που ξέρω ζουν στο κέντρο, στην Κυψέλη, στα Εξάρχεια, κάποιοι στο Παγκράτι όπου ζω κι εγώ – υπάρχει μια ακμάζουσα καλλιτεχνική κοινότητα που δεν τη βλέπω να εκπροσωπείται στις ταινίες. Μοιάζει σαν κάποιοι σκηνοθέτες να προσπαθούν να το κρύψουν αυτό, να το γυαλίσουν για να μοιάζει πιο “Χόλιγουντ”».
Τοποθετημένο σε έναν χειμώνα στην Αθήνα, το «Bells» ακολουθεί την Ελένη, μια νυχτοφύλακα που κινδυνεύει να χάσει το οικογενειακό της διαμέρισμα, και τον Τζον, έναν Αμερικανό αρχιτέκτονα, αρραβωνιασμένο με τη Δάφνη, στέλεχος ανάπτυξης σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης. Αυτό που ξεκινά ως μια τυπική επίσκεψη του Τζον στο διαμέρισμα της Ελένης μετατρέπεται σε μια ιδιωτική, ανώνυμη σχέση, που εκτυλίσσεται στα περιθώρια της καθημερινότητάς τους. Καθώς η ταινία εστιάζει σε ρουτίνες, συναντήσεις και κοινόχρηστους χώρους, διερευνά την ένταση μεταξύ της δέσμευσης και της φυγής και θέτει σιωπηλά το ερώτημα αν η ελευθερία προϋποθέτει όρκους.
«Η ταινία επικεντρώνεται στον ρόλο που υποδύεται η Στεφανία Γουλιώτη, την Ελένη», λέει ο Άνταμ. «Είναι ο κεντρικός χαρακτήρας, μια γυναίκα που κοντεύει τα 40 και κατά κάποιον τρόπο δεν έχει ακόμη ενηλικιωθεί. Δουλεύει νύχτα στην Ομόνοια και παλεύει με την απομόνωση. Είναι μια εύθραυστη, αόρατη γυναίκα, διαλυμένη αλλά ήρεμη, κι η Στεφανία είναι σε έναν ρόλο εντελώς διαφορετικό από ό,τι έχει κάνει μέχρι σήμερα. Με την Ελένη προσπαθώ να διερευνήσω έναν χαρακτήρα που βλέπω συχνά στην Αθήνα, αλλά δεν έχω δει ποτέ σε ταινία. Πολλές φορές αυτές οι γυναίκες αποκαλούνται με το χαϊδευτικό “Ρίτσα” –τη γιαγιά μου την έλεγαν Ελευθερία, οπότε ξέρω αυτό το χαϊδευτικό– και τις βλέπω να δουλεύουν σε σούπερ μάρκετ, ως φύλακες, τις βλέπω στις στάσεις των λεωφορείων, είναι οι πολύ εργατικές γυναίκες της Αθήνας που τις βλέπω παντού. Η ταινία είναι ένα μελόδραμα, ασχολείται με πολύ δραματικά θέματα, αλλά όλες οι ταινίες που κάνω είναι ρεαλιστικές. Και αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που βρίσκομαι εδώ: νομίζω ότι η Αθήνα έχει μερικούς από τους καλύτερους ηθοποιούς στον κόσμο και απίστευτα συνεργεία. Έχω δει τη Στεφανία, την Κλέλια, τον Πάνο, τον Μάκη (Παπαδημητρίου), τη Θέμιδα Μπαζάκα στο θέατρο, τους έχω δει στην τηλεόραση, και πιστεύω ότι με όλους αυτούς υπάρχει η δυνατότητα να γίνει κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι γίνεται μέχρι τώρα. Οπότε, κατά κάποιον τρόπο, τους επιλέγω κόντρα στον τύπο τους – όχι τη Θέμιδα, εκείνη είναι γεννημένη γι’ αυτόν τον ρόλο. Αλλά τη Στεφανία, που είναι συνήθως μια πολύ μεγάλη, έντονα δραματική ηθοποιός, την επέλεξα ως κάτι πολύ ήπιο. Ο άλλος λόγος που είμαι στην Αθήνα είναι ότι, κατά τη γνώμη μου, πολλές από τις ταινίες που γίνονται εδώ εξακολουθούν να βρίσκονται στη σκιά του Γιώργου Λάνθιμου, με έναν τρόπο, σε αυτό το Greek weird wave. Κι εγώ δεν είμαι καθόλου έτσι. Το αγαπώ, δεν το κριτικάρω, το λατρεύω, αλλά δεν είμαι αυτό. Οπότε νιώθω ότι, ερχόμενος εδώ, δεν πατάω τα πόδια κανενός και απλώς κάνω κάτι διαφορετικό.
Η γιαγιά μου που σου ανέφερα γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης, αλλά στην αρχή του πολέμου μετακόμισε στο Κολωνάκι και μετά στη Βικτώρια, κοντά στην Κυψέλη. Ήταν μια πολύ εξωστρεφής, πολύ ζωντανή γυναίκα. Ήταν “Αθηναία-Ελληνίδα”, πολύ ψηλή, με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια – θα νόμιζες ότι είναι Σουηδή. Όλοι γύριζαν να την κοιτάξουν όταν έμπαινε σε έναν χώρο. Ήταν larger than life, μια ντίβα. Ήταν μια υπέροχη γιαγιά και μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, αλλά δυστυχώς πέθανε το 2008. Θα ήθελα πολύ τώρα να μοιραζόμουν μαζί της αυτή την εμπειρία τού να βρίσκομαι στην Ελλάδα, στα 40 μου.
Δεν είχα ξαναζήσει στην Αθήνα μέχρι τώρα. Μετακόμισα στο Παγκράτι πριν από περίπου ενάμιση χρόνο και ήρθα εδώ αυθόρμητα. Έφυγα από το Χόλιγουντ στο τέλος της πανδημίας γιατί πήγα στην Κωνσταντινούπολη, όπου επρόκειτο να κάνω δύο διαφορετικές ταινίες. Ο Έλληνας παππούς μου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ένα μέρος της ελληνικής μου οικογένειας έζησε εκεί για άλλα πέντε χρόνια περίπου, μέχρι που, βίαια, αναγκάστηκαν να φύγουν τη δεκαετία του ’60 – νομίζω το 1964. Ενδιαφερόμουν να εξερευνήσω την Πόλη, προσπαθούσα να κάνω ταινίες εκεί, αλλά για δύο χρόνια δεν δούλευε τίποτα, επειδή είχαν παγώσει οι χρηματοδοτήσεις. Δεν ήμουν έτοιμος να επιστρέψω στην Αμερική, οπότε σκεφτόμουν να πάω στη Ρώμη για να κάνω μια ταινία. Όταν πήγα εκεί, όμως, απλώς δεν μου ταίριαξε: δεν έβρισκα διαμέρισμα που να μου αρέσει, δεν ένιωθα σύνδεση με τους παραγωγούς, δεν υπήρχε αυτή η ενέργεια. Είχα ήδη αφήσει το διαμέρισμά μου στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη δεν είχα πού να μείνω. Έτσι αποφάσισα να έρθω στην Αθήνα. Ήθελα να τη δω, να περάσω λίγο χρόνο εδώ. Έμεινα έναν μήνα και ερωτεύτηκα την πόλη. Γνώρισα την Αγγελική Παπούλια μόλις ήρθα –δεν παίζει σε αυτή την ταινία, αλλά πάντα πίστευα σε εκείνη–, γνώρισα σπουδαίους παραγωγούς και είδα ότι η κινηματογραφική κοινότητα εδώ είναι πολύ δεμένη. Μπορεί να μη γίνονται τόσο πολλές ταινίες όσο στη Γαλλία ή την Ιταλία, αλλά η ποιότητα είναι υψηλότερη. Φαίνεται ότι εδώ η τέχνη είναι προτεραιότητα. Λάτρεψα επίσης το ότι υπάρχει θέατρο κάθε βράδυ. Ένιωσα ότι είναι ένας τόπος που σέβεται πραγματικά τις τέχνες – σε αντίθεση με το Λος Άντζελες, όπου δεν υπάρχει ιδιαίτερος σεβασμός. Έμαθα ελληνικά και τώρα κάνω μια ταινία που είναι μισή στα ελληνικά. Θα δούμε πώς θα πάει.
Δεν θέλω να πω ότι δεν υπάρχουν αυθεντικές φωνές στην Αθήνα, υπάρχουν. Νομίζω ότι ο Γιώργος Γούσης που σκηνοθέτησε τα “Mαγνητικά Πεδία” είναι καταπληκτικός. Επίσης, μια γυναίκα, η Δάφνη Χαιρετάκη, που παρουσίασε πριν από δύο χρόνια μια μικρού μήκους στις Κάννες, το “What we ask of a statue is that it doesn’t move”, είναι μια πολύ πρωτότυπη φωνή. Αλλά νιώθω ότι πολλές ταινίες σήμερα αντιγράφουν κάτι που συνέβη εδώ πριν από δεκαπέντε χρόνια. Και ταυτόχρονα, πολλές από τις ταινίες που βλέπω διαδραματίζονται στα βόρεια προάστια ή σε κάποιο νησί. Δεν βλέπω τι συμβαίνει στο κέντρο της Αθήνας. Οι ηθοποιοί που ξέρω ζουν στο κέντρο, ζουν στην Κυψέλη, στα Εξάρχεια, κάποιοι στο Παγκράτι όπου ζω κι εγώ, και υπάρχει μια ακμάζουσα καλλιτεχνική κοινότητα που δεν τη βλέπω να εκπροσωπείται στις ταινίες. Μοιάζει σαν κάποιοι σκηνοθέτες να προσπαθούν να το κρύψουν αυτό, να το γυαλίσουν για να μοιάζει πιο “Χόλιγουντ”, και αυτό δεν με ενδιέφερε. Δεν λέω ότι είμαι ο μόνος που κάνει ταινία στο κέντρο – υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως το “Black Stone”, που ήταν εξαιρετικό. Αλλά οι περισσότερες ταινίες δεν δείχνουν αυτόν τον κόσμο. Κι εγώ θα ήθελα να δω, για παράδειγμα, μια σειρά για μια παρέα θεατρικών ηθοποιών που ζουν στα Εξάρχεια».
«Εστιάζεις σε περιοχές όπως η Ομόνοια και η Βικτώρια. Τι είδους ομορφιά αναζητούσες;»
«Λατρεύω την αρχιτεκτονική της Ομόνοιας και της Βικτώριας και το vibe τους. Είμαι από το κέντρο του Λος Άντζελες, που είναι πολύ πιο σκληρό, οπότε αυτές οι περιοχές δεν μου φαίνονται υποβαθμισμένες, μου φαίνονται όμορφες. Προσπαθώ να τις κινηματογραφήσω ρομαντικά. Δεν θα έλεγα ποτέ μια ιστορία προσφύγων – όχι γιατί δεν είναι σημαντική, αλλά δεν είναι η αισθητική μου. Βρίσκω ρομαντισμό, αγάπη και ομορφιά στο κέντρο. Η Αθήνα συχνά έχει κακή φήμη, τη λένε άσχημη πόλη. Εγώ τη λατρεύω. Λατρεύω τις πολυκατοικίες. Λατρεύω τη Βικτώρια. Ζω στο Παγκράτι, αλλά θα ζούσα άνετα στη Βικτώρια αν έβρισκα διαμέρισμα.
Το “Bells” είναι μια ταινία για τη μοναξιά. Όλες μου οι ταινίες είναι γι’ αυτό. Για την αναζήτηση της σύνδεσης, για την προσπάθεια να χτιστεί μια οικογένεια, που συχνά αποτυγχάνει. Δεν νομίζω ότι είμαι μοναχικός άνθρωπος, αλλά βρίσκω ομορφιά στη μοναξιά και στη μελαγχολία. Αυτός είναι κι ένας λόγος που αγαπώ την Αθήνα, ειδικά τον χειμώνα. Είναι μελαγχολική, με έναν περίεργο τρόπο, παρότι όλοι είναι φιλικοί. Βρίσκω αυτήν την αντίφαση όμορφη.
Γυρίζω την ταινία σε φιλμ, όχι σε ψηφιακό, οπότε το μόνιτορ μοιάζει σαν να είναι από το 1975. Γυρίζω σε 16mm. Το φιλμ το εμφανίζουμε στη Ρουμανία – δεν υπάρχουν πια εργαστήρια στην Ελλάδα».
«Τι σκηνή γυρίζετε τώρα;» «Η Δάφνη είναι ο δεύτερος γυναικείος χαρακτήρας. Ο χαρακτήρας που παίζω εγώ, ο Τζον, είναι αρραβωνιασμένος μαζί της, αλλά και οι δύο έχουν μια έντονη σχέση με τη Στεφανία (την Ελένη της ταινίας). Εκπροσωπούν δύο άκρα: η Ελένη δεν έχει αναλάβει ποτέ ευθύνη στη ζωή της, ενώ η Δάφνη έχει σχεδιάσει τα πάντα από παιδί. Στη σκηνή αυτή δουλεύει στο μουσείο και καθοδηγεί τον Τζον για το πώς θα παρουσιαστούν σε ένα σημαντικό πρόσωπο που θέλει να εντυπωσιάσει. Είναι διευθύντρια Διεθνών Σχέσεων.
Η ταινία είναι δίγλωσση, πιθανότατα 60% ελληνικά και 40% αγγλικά. Η Κλέλια μιλά μόνο αγγλικά, η Στεφανία κυρίως ελληνικά. Με εμένα μιλά ένα σπαστό μείγμα ελληνικών και αγγλικών, όπως κι εγώ καταλαβαίνω, αλλά δυσκολεύομαι να μιλήσω. Υπάρχει κάτι ενδιαφέρον: ένας Έλληνας θεατής θα καταλαβαίνει τη Στεφανία, ένας μη Έλληνας με υπότιτλους επίσης, αλλά ο χαρακτήρας μου όχι. Είναι σαν να απευθύνεται στο κοινό. Δεν έχω ξαναδεί ταινία έτσι και δεν ξέρω πώς θα λειτουργήσει».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.