Σαν τα παιδιά θαύματα που καταπλήσσουν τον κόσμο στις μικρές ηλικίες και μετά περιπίπτουν σε μια κατάσταση πνευματικής χαύνωσης, όλοι οι τέως επιτυχημένοι θυμίζουν ανθρώπους που τους πέταξαν έξω από μια μεγάλη γιορτή.

 

Συχνά εν μέση οδώ κάποιος φίλος δείχνει έναν περαστικό και μας ρωτά: «Τον ξέρεις αυτόν;». «Ποιον; Αυτόν τον χάλια;» «Άσε, δεν ξέρεις τίποτα...». Κάθε αποσιώπηση που υπόσχεται βάζει σε μεγάλο πειρασμό τον ακροατή. Δηλαδή ποιος μπορεί να είναι; Πρώην υπουργός; Τέως πρίγκιπας; Παλιός ποδοσφαιριστής μήπως; Ηθοποιός που ξέπεσε; Ήρωας των φυλακών; Μήπως κανένας λαϊκός άγιος που αδίκως δεν περιελήφθη στο εορτολόγιο; Κατά κανόνα ο λόγος γίνεται για κάποιον που «ήταν» κάποτε μέγας και πολύς και τώρα μαζεύει καρφοπέταλα.

Αν τύχει και μας τον συστήσουν, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι πάνω του διανεύει μια χαμένη αίγλη που τώρα πια θάμπωσε, όπως και τα μάτια του, αλλά παρά ταύτα εξακολουθεί να αναδίδει κάποια γοητεία. Παρόμοιους ήρωες της καθημερινής ζωής δεν είναι δύσκολο να τους «αγοράσεις», να τους βάλεις δηλαδή να σου πουν το παραμύθι τους. «Εμένα που με βλέπεις έμπαινα στα κέντρα και τα γκαρσόνια σκοτώνονταν ποιος θα με σερβίρει. Ακόμα και οι τραγουδίστριες στην πίστα με καλωσόριζαν από μικροφώνου!»

Γιατί όμως όλα λέγονται σε παρατατικό χρόνο; Απλούστατα διότι ο άνθρωπος είναι «τέως», βασίλευσε στο παρελθόν, ενώ τώρα παραμένει μεν δαχτυλοδειχτούμενος, αλλά τα γαλόνια του τα έχουν ξηλώσει. Η κοινωνική χαρτωσιά δεν πήγε καλά, το παιχνίδι στράβωσε, πούλησε τα πάντα, ακόμα και το σπίτι του, με αποτέλεσμα να μείνει σκιά του εαυτού του - σκιά που θυμάται, για την ακρίβεια. Δεν χρειάζεται λοιπόν ιδιαίτερη οξύνοια για να τον κατατάξουμε. Ανήκει στη «φυλή» των «τέως».

Αυτή η παράξενη λέξη έλκει την καταγωγή της από τα σανσκριτικά: «ταβάτ» σήμαινε επιρρηματικά κάτι τις που βρίσκεται μακριά - μέσα στο παρελθόν. Το μακριά βέβαια δεν κάνει κακό. Επειδή έχουμε μεγάλο παρελθόν, μπορούμε να ζούμε και να μακροημερεύουμε. Ταβάτ είναι η γέννηση, ταβάτ και η εφηβεία, ταβάτ οι νεκροί μας και οι χαμένοι φίλοι, ταβάτ ακόμα και η χθεσινή μέρα, για να μην πούμε η προηγούμενη στιγμή. Ωστόσο, ο άνθρωπος ουδέποτε ξεχνάει την καλή του εποχή. Αν και ταβάτ, την ανακαλεί με την πρώτη ευκαιρία.

Ειδική σπουδή απαιτείται για τις ταβάτ καλλονές ή απλούστερα για τις πρώην όμορφες. Γιατί κουβαλάει πάνω της τόσο διάκοσμο αυτή η εξηντάρα; Διότι είναι τυχερή άτυχη. Στις καλές της μέρες ήταν χάρμα οφθαλμών, όπου πατούσε σήκωναν τις πλάκες για να τις πάρουν σπίτι τους. Μόνο που η καλλονή είναι απάτη· κάνει το θήλυ θύμα του εφήμερου και την υπόλοιπη ζωή του πένθιμη αιωνιότητα. Μάλιστα, αν επέλθουν και οι απαραίτητες ατυχίες -διότι ο ψηλός κλώνος λυγίζει πάντα επειδή είναι ψιλός-, αυτή η πένθιμη αιωνιότητα μπορεί να αποδειχθεί μέγα μαρτύριο.

Η τέως καλλονή που τα πίνει (για να ξεχάσει και κυρίως για να θυμηθεί) είναι από τα πιο εντυπωσιακά θεάματα της πόλης. Εκεί το ταβάτ πλάθει λυπηρά αριστουργήματα. «Γιατί να μην κάνω ένα παιδί; Θα είχα τώρα μια συντροφιά για τα γεράματά μου! Γιατί να μην είμαι κι εγώ λίγο άσχημη ώστε να φερθώ έξυπνα; Γιατί παραδόθηκα στο παραμύθι

Είναι γεγονός ότι όποιος έζησε κάποτε μια καλή εποχή -όπου γεννούσαν τα μουλάρια και άνθιζαν ακόμα και οι μολόχες- αποκλείεται να τη διαγράψει. Η μνήμη επιστρέφει εκεί ψυχαναγκαστικά, ο ίδιος κατοικεί στο παρελθόν και κάνει άσχημες διαπραγματεύσεις με το παρόν. Σαν τα παιδιά θαύματα που καταπλήσσουν τον κόσμο στις μικρές ηλικίες και μετά περιπίπτουν σε μια κατάσταση πνευματικής χαύνωσης, όλοι οι τέως επιτυχημένοι θυμίζουν ανθρώπους που τους πέταξαν έξω από μια μεγάλη γιορτή.

Αυτό το έξω δεν γιατρεύεται. Είναι άγονη γραμμή. Όπως σε κάθε εξοπλισμό του ανθρώπου, το πιο βασικό παραμένει η ανάσα, λίγος αέρας φρέσκος δηλαδή, σε κάθε ζωή τη νοστιμιά τη δίνει η θεία αυταπάτη ότι όλα τα καλά ανήκουν στο μέλλον - όχι στο παρελθόν. Η ψευδαίσθηση αξίζει περισσότερο από κάθε αίσθηση. Κάτι τις ασύλληπτο, απροσδιόριστο, ψυχανέμισμα χωρίς ταυτότητα, κρατάει τα ζύγια και σε συμφιλιώνει με το χρόνο. Ο άνθρωπος είναι ον φανταστικό, το εγώ του είναι σκέτη φαντασίωση, δεν έχει σχέση με τεκμήρια και ορκισμένους μάρτυρες.

Το ταβάτ, με άλλα λόγια, δεν αφορά μόνο το χαμένο παρελθόν αλλά και το αναλώσιμο μέλλον. Οι άσχημες στα νιάτα τους περιέργως ομορφαίνουν λίγο καθώς περνούν τα χρόνια. Δηλαδή αν ζούσαν μισό αιώνα παραπάνω, μπορεί και να κατέληγαν καλλονές. Ο αποτυχημενάκιας με τον καιρό και την προσπάθεια ενδέχεται να τα καταφέρει. Οι «τέως παιδιά θαύματα» γνωρίζουν με φανερή δυσαρέσκεια παλιούς περιφρονημένους που κατέληξαν «γέροι θαύματα».

Με την κοινωνική λοταρία ουδείς τα βγάζει πέρα. Ο τροχός γυρίζει και χλευάζει τους ανθρώπους. Αλλά το ταβάτ παραμένει ισχυρό και αλώβητο. Χαίρεσαι έναν άνθρωπο όταν κατοικεί στο παρόν του, όταν οικονόμησε το βίο του ώστε όλα του να είναι κοντά και συνάμα μακριά. Όσο για το μέγα ταβάτ του θανάτου, όπου όλα γίνονται παρελθόν χωρίς παρόν, είναι κι αυτό κάτι πλασματικό, διότι οι άνθρωποι ζουν για τον εαυτό τους και πεθαίνουν μόνο για τους άλλους.