Η κυβέρνηση της Σουηδίας προετοιμάζει ένα νέο σχέδιο νόμου που θα της επιτρέψει να πάρει «ακραία μέτρα» για να αντιμετωπίσει τον κορωνοϊό, σύμφωνα με τοπικά μέσα, ενώ οι θάνατοι αυξήθηκαν κατά 8% σε μία ημέρα.

 

Χιλιάδες επιστήμονες στη χώρα προειδοποιούν ότι η εξαιρετικά ήπια προσέγγιση ως τώρα θα οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερη θνητότητα τη Σουηδία από τα γειτονικά κράτη που έλαβαν μέτρα. Χθες, ο συνολικός απολογισμός των θανάτων από Covid-19 ανέβηκε στους 401 στη Σουηδία, που μετρά ήδη περισσότερους νεκρούς από τη Δανία (179), τη Νορβηγία (71) και τη Φινλανδία (18) μαζί.

 

Παρόμοια είναι η εικόνα και στους θανάτους ανά εκατομμύριο κατοίκων, που στη Σουηδία σκαρφάλωσαν στους 40, την ίδια ώρα που στη Δανία είναι 32, στη Νορβηγία 13 και στη Φινλανδία 5. Η κρατική τηλεόραση SVT μετέδωσε την Κυριακή ότι μετά την κατακραυγή από κόμματα της αντιπολίτευσης το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που ηγείται της κυβέρνησης εγκατέλειψε το σχέδιο να περνά τη γραμμή του με διατάγματα, παρακάμπτοντας τους αντίθετους βουλευτές. 

 

Η ζωή συνεχίζεται σχεδόν κανονικά

 

Η Δανία και η Νορβηγία είναι μεταξύ των κρατών που έχουν εφαρμόσει σκληρές καραντίνες, κλείνοντας σύνορα και σχολεία, ενώ η Φινλανδία έχει απομονώσει την αστική περιοχή γύρω από το Ελσίνκι. Όμως οι Σουηδοί συνεχίζουν να ψωνίζουν μαζικά σε καταστήματα, να τρώνε σε εστιατόρια και να στέλνουν στο σχολείο τα παιδιά τους ηλικίας κάτω των 16 ετών. 


Με σχέδιο νόμου που θα κατατεθεί την ερχόμενη εβδομάδα η κυβέρνηση θα συμβουλεύεται την Βουλή πριν λάβει οποιαδήποτε νέα μέτρα όπως το κλείσιμο αεροδρομίων, σταθμών, καταστημάτων και εστιατορίων. Ανάμεσα στους πιθανούς περιορισμούς είναι το μικρότερο όριο στις δημόσιες συγκεντρώσεις.

 

Ο επικεφαλής επιδημιολόγος για τη διαχείριση της κρίσης, Άντερς Τέγκνελ, εξακολουθεί να υπεραμύνεται της στρατηγικής της χώρας, υποστηρίζοντας πως στόχος είναι η εξασφάλιση μιας αργής εξάπλωσης της νόσου, ώστε το σύστημα υγείας να μην υπερφορτωθεί. Τόνισε, δε, πως είναι σημαντικό ένα μέρος του πληθυσμού να αποκτήσει ανοσία. Παρ' όλα αυτά, αρνήθηκε ότι επιχειρεί να πετύχει μια γρήγορη «ανοσία της αγέλης», στρατηγική που είχε υιοθετηθεί αρχικά από τη Βρετανία και την Ολλανδία, πριν η ταχύτατη αύξηση των θανάτων αναγκάσει και τα δύο αυτά κράτη να αλλάξουν πολιτική και να επιβάλουν αυστηρά μέτρα.  

 

Ο Τέγκνελ θεωρεί πως οι μαζικές καραντίνες δεν είναι ρεαλιστική στρατηγική για μεγάλες περιόδους. «Είναι σημαντικό να έχουμε μια πολιτική που θα μπορούσε να εφαρμοστεί για μεγαλύτερη χρονική περίοδο. Το να κλειδώνουμε ανθρώπους στα σπίτια τους δεν θα δουλέψει σε βάθος χρόνου. Αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι θα βγουν έτσι κι αλλιώς» πρόσθεσε ο Τέγκνελ, που παραδέχτηκε μεν ότι η καμπύλη της μόλυνσης στη χώρα άρχισε να γίνεται λίγο πιο απότομη, επιμένοντας ωστόσο ότι για την ώρα παραμένει σχετικά επίπεδη. 

 

Το Σάββατο, ο Σουηδός πρωθυπουργός Στέφαν Λόφβεν παραδέχτηκε πως, παρότι ο ρυθμός εξάπλωσης είναι πιο αργός απ' ό,τι σε άλλες χώρες, αυτό δεν σημαίνει πως θα χαθούν λιγότερες ζωές. «Θα έχουμε περισσότερους σοβαρά ασθενείς που θα χρειάζονται εντατική φροντίδα και σημαντικά περισσότερους θανάτους» δήλωσε στην εφημερίδα «Dagens Nyheter». «Θα έχουμε χιλιάδες θανάτους. Πρέπει να προετοιμαστούμε γι' αυτό».

 

Καθώς τα κρούσματα αυξάνονται στη Στοκχόλμη, ένα πρόχειρο νοσοκομείο στήνεται σε κλειστό συνεδριακό κέντρο για να καλύψει μελλοντικές ανάγκες. Αρχικά θα διαθέτει 140 κρεβάτια, με απώτερο στόχο τα 600. Την ίδια ώρα αυξάνεται η ανησυχία για τους πιο ηλικιωμένους της χώρας, αφού πάνω από το 33% των δήμων της χώρας έχει επιβεβαιωμένα κρούσματα κορωνοϊού σε γηροκομεία, όπου το προσωπικό εκφράζει την ανησυχία του για την έλλειψη προστατευτικού εξοπλισμού. Συνολικά, το ένα τρίτο των γηροκομείων έχει ήδη καταγεγραμμένα περιστατικά Covid-19. 

 

Ο Λόφβεν επιχείρησε να μετριάσει επικοινωνιακά τις διαφορές με άλλες χώρες, υποστηρίζοντας πως όλοι μοιράζονται τον κοινό στόχο για μείωση του φόρτου στα συστήματα υγείας μέσω της κοινωνικής αποστασιοποίησης. «Δεν νομίζω ότι πρέπει να δραματοποιούμε τις διαφορές. Το κάνουμε με κάπως διαφορετικό τρόπο. Μερικές φορές αυτό γίνεται γιατί είμαστε σε διαφορετικές φάσεις (σ.σ. της πανδημίας)». 

 

Σταδιακά, η Σουηδία αυστηροποιεί το πλαίσιο, που ωστόσο παραμένει πολύ χαλαρό συγκριτικά με δεκάδων άλλων χωρών. Από τα τέλη Μαρτίου, το ανώτατο όριο των συγκεντρώσεων μειώθηκε αρχικά στα 499 άτομα και μετά στα 49. Όμως έχουν κλείσει μόνο τα λύκεια όπου πήγαιναν μαθητές άνω των 16 ετών και κατά τα άλλα η ζωή συνεχίζεται κανονικά.

 

Αντί για υποχρεωτικά μέτρα, ο Λόφβεν ζήτησε από τους Σουηδούς να επιδείξουν κοινωνική υπευθυνότητα, ζητώντας απ' όλους να αποφεύγουν όσα ταξίδια δεν είναι απαραίτητα. Προαιρετική παραμένει και η εργασία από το σπίτι ή η παραμονή σε αυτό, ακόμα και για όσους πολίτες άνω των 70 ετών αισθάνονται άρρωστοι. 

 

Κάποια πολιτιστικά ιδρύματα, όπως η Εθνική Πινακοθήκη, το μεγαλύτερο μουσείο Μοντέρνας Τέχνης και το Μουσείο Abba, έχουν κλείσει, αλλά με δική τους πρωτοβουλία.

 

Προς το παρόν, η προσέγγιση της κυβέρνησης χαίρει της έγκρισης των ψηφοφόρων, που σε ποσοστό 44% δηλώνουν ότι εμπιστεύονται τον Λόφβεν. Έναν μήνα νωρίτερα ο πρωθυπουργός συγκέντρωνε την εμπιστοσύνη του 26%. Ωστόσο παραμένει ασαφές το κατά πόσο οι πολίτες σέβονται και ακολουθούν τις «ευγενικές παραινέσεις» της κυβέρνησης. Ανάλυση από δεδομένα κινητών τηλεφώνων δείχνουν μια κατακόρυφη μείωση στην κυκλοφορία σε δημόσιους χώρους άλλων κρατών, αλλά στη Σουηδία δεν έχει αλλάξει κάτι. 

 

Η μέχρι τώρα στάση έχει δεχτεί σφοδρά πυρά από αναρίθμητους ειδικούς υγείας στη χώρα. Πάνω από 2.300 γιατροί, ερευνητές και καθηγητές υπέγραψαν επιστολή με την οποία ζητούν από την κυβέρνηση να λάβει πιο αυστηρά μέτρα. Ανάμεσά τους και ο πρόεδρος του Ιδρύματος Νόμπελ, Χένρικ Χέλντι. 

  

«Πρέπει να ελέγξουμε την κατάσταση. Δεν μπορούμε να μπούμε σε μια φάση απόλυτου χάους. Κανείς δεν έχει δοκιμάσει αυτήν τη στρατηγική, γιατί λοιπόν θα πρέπει να γίνουμε εμείς οι πρώτοι, χωρίς συγκατάθεση;» αναρωτιέται η καθηγήτρια Σεσίλια Σόντερμπεργκ-Νοκλέρ, ερευνήτρια της ιικής ανοσολογίας στο Ινστιτούτο Karolinska. «Η κυβέρνηση δεν θέλει να αποδεχτεί τα επιστημονικά δεδομένα που τους παρουσιάζονται. Εμπιστεύονται την Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας τυφλά, αλλά τα δεδομένα που έχουν εκεί είναι λειψά, σχεδόν ντροπιαστικά. Βλέπουμε σημάδια ενός ρυθμού διπλασιασμού που είναι ψηλότερος απ' ό,τι στην Ιταλία. Η Στοκχόλμη σύντομα θα αντιμετωπίσει έλλειψη σε μονάδες εντατικής θεραπείας. Και δεν θέλουν να καταλάβουν ότι τότε θα είναι πολύ αργά για να δράσουν».

 

Ο Στέφαν Χάνσον, ειδικός στις μεταδοτικές ασθένειες, προειδοποιεί πως στη Στοκχόλμη η κατάσταση γίνεται γρήγορα κρίσιμη. «Υπάρχει πραγματικό ρίσκο τώρα ότι τα κρούσματα θα αυξηθούν τόσο πολύ που τα νοσοκομεία δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν. Η επιλογή για τις θεραπείες αρχίζει ήδη να γίνεται με κριτήριο την ηλικία των ασθενών». Ο ίδιος αποδίδει την κατάσταση στην «μπερδεμένη και ασαφή πολιτική, χωρίς καθαρούς στόχους» πέρα από την προστασία των ηλικιωμένων άνω των 70 ετών και κάποια ήπια μέτρα για αποστάσεις ασφαλείας.

 

Ο Στεν Λίναρσον, καθηγητής στο Ινστιτούτο Karolinska, ανησυχεί και από την έλλειψη επιστημονικών αποδείξεων για το σκεπτικό της πολιτικής που εφαρμόζεται. Ο ίδιος το παρομοιάζει με φωτιά στην κουζίνα ενός σπιτιού που την αφήνουν να καίει, σκοπεύοντας να τη σβήσουν αργότερα. «Ο κίνδυνος, φυσικά, είναι να καεί ολόκληρο το σπίτι».

 

 

Με πληροφορίες από Times, SVT και «Guardian»