Στον ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας, ολοένα πιο συχνά νέοι όροι προσπαθούν να περιγράψουν τις καινούργιες συνθήκες. Το «άγχος για την τεχνητή νοημοσύνη» (AI anxiety), σύγχρονη έκφραση του τεχνολογικού άγχους, σηματοδοτεί την ανθρώπινη ανησυχία για το παρόν και το μέλλον που διαμορφώνονται υπό όρους αλγοριθμικής ηγεμονίας και τεχνο-ολιγαρχικής συγκέντρωσης ισχύος. Αντανακλά τον προβληματισμό για τις συντελούμενες και διαφαινόμενες βαθιές αλλαγές στην εργασία, στη γνώση και την εκπαίδευση, στην επικοινωνία και τη δημιουργικότητα, στη δημοκρατία και το περιβάλλον, στο πεδίο της μάχης αλλά και στην ίδια την ανθρώπινη υπόσταση.
Είναι γεγονός ότι οι περισσότερες εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις κοινωνικού, οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού μετασχηματισμού τα επόμενα πέντε-δέκα χρόνια. Το ερώτημα είναι με ποιο πρόσημο και με ποιον τρόπο. Ο Τζέφρι Χίντον, ο ερευνητής που το 2024 τιμήθηκε με το Nόμπελ Φυσικής για το έργο του στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, προειδοποιεί πως όσο βελτιώνονται τα συστήματά της τόσο πιο επικίνδυνα γίνονται. Δεν είναι ο μόνος, καθώς οι θετικές επιδράσεις της τεχνητή νοημοσύνη υπονομεύονται από τη σκοτεινή πλευρά της διττής της φύσης.
Βεβαίως, αν και ήδη σημειώνονται τεκτονικές αλλαγές, το τι πραγματικά θα συμβεί σε βάθος χρόνου παραμένει άδηλο. Κι αυτό διότι, αφενός ο ρυθμός ανάπτυξης των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης είναι πρωτοφανής, αφού η ίδια η τεχνολογία συμβάλλει στην εξέλιξή της αλλά και στη βελτίωσή της, επομένως ο ορίζοντας της πρόβλεψης συρρικνώνεται όσο επιταχύνεται η ίδια η εξέλιξη ‒ ένα παράδοξο που καθιστά την αβεβαιότητα δομικό χαρακτηριστικό της εποχής μας.
Αφετέρου, δεν είναι αυτονόητο ότι η έρευνα για την τεχνητή νοημοσύνη προχωρά απρόσκοπτα. Στην 70χρονη πορεία της πάγωσε δύο φορές για περίπου έξι χρόνια (1974-1980 και 1987-1994), εισερχόμενη σε μια περίοδο που έμεινε γνωστή ως ο «χειμώνας της τεχνητής νοημοσύνης».
Σήμερα, η ταχεία ανάπτυξη των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων και των συστημάτων βαθιάς μάθησης έχει δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες, συχνά υπερβολικές, οι οποίες εγείρουν τον κίνδυνο ενός νέου «χειμώνα τεχνητής νοημοσύνης», αφού οι αγορές και οι θεσμοί δεν χρηματοδοτούν επ’ αόριστον υποσχέσεις, χρηματοδοτούν αποτελέσματα.
Ταυτόχρονα, αμφισβητείται η οικονομική βιωσιμότητα του οικοσυστήματος της τεχνητής νοημοσύνης. Το επιχειρηματικό μοντέλο των μεγάλων εταιρειών παραμένει αβέβαιο, καθώς το κόστος της έρευνας, εκπαίδευσης και λειτουργίας των μοντέλων είναι τεράστιο, ενώ τα αντίστοιχα έσοδα δεν είναι ακόμη σαφώς εξασφαλισμένα.
Το πρόβλημα επιτείνεται εξαιτίας της, μέχρι σήμερα, απαραίτητης τεράστιας υποδομής των data centers, που απαιτεί ενέργεια, νερό και σπάνια υλικά σε κλίμακα που θέτει υπό αμφισβήτηση τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του μοντέλου. Η μαζική είσοδος start-ups με ασαφή προϊόντα και υπερβολικές υποσχέσεις τροφοδοτεί τη συζήτηση περί ενδεχόμενης επενδυτικής «φούσκας», ανάλογης με εκείνη της «.com» εποχής.
Παράλληλα, οι κοινωνικοπολιτικές συνέπειες ‒ο πολλαπλασιασμός της παραγωγής παραπληροφόρησης, οι δυνατότητες χειραγώγησης και επιτήρησης της κοινωνίας, η πανοπτική ιχνηλασία του υποκειμένου στις ψηφιακές διαδρομές του, ο έλεγχος της γνώσης μέσω των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης και της «λειτουργίας ΤΝ» στις αναζητήσεις αποτελεσμάτων στον διαδικτυακό ιστό, η «πλατφορμοποιημένη» δημόσια σφαίρα, η αυτοματοποίηση των κυβερνοεπιθέσεων, οι αρνητικές επιπτώσεις στην εργασία και οι παραγόμενες ανισότητες‒ ενισχύουν την οπτική σοβαρών και πολλαπλών αναταράξεων από το νέο τεχνολογικό κύμα.
Επιπλέον, η συζήτηση για την ίδια τη φύση της τεχνητής νοημοσύνης, με ορισμένους ερευνητές να υποστηρίζουν ότι τα τρέχοντα μοντέλα έχουν φτάσει στα φυσικά τους όρια, τροφοδοτεί την ανάγκη για ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, παρά τα μη εξασφαλισμένα έσοδα των τεχνολογικών κολοσσών, δεδομένου του υψηλού ερευνητικού κόστους, αποκομίζουν τεράστια «υπεραξία» εξαιτίας της πολιτικής χειραγώγησης που ασκείται σε πλανητική κλίμακα και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ολοκληρωτική προσχώρηση των μαζών σε ένα πεδίο ορατότητας αλγοριθμικά ελεγχόμενο και προσφερόμενο για την επίτευξη αυτής της χειραγώγησης.
Ξεχωρίζοντας το πεδίο που αφορά τη γνώση και την εκπαίδευση, να σημειωθεί ότι, παρά την εντυπωσιακή τους επίδοση, τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης που έχουν παρεισφρήσει στην καθημερινότητα εξακολουθούν να στερούνται ουσιαστικής κατανόησης, να παράγουν ψευδαισθήσεις και να δυσκολεύονται να γενικεύσουν πέρα από τα δεδομένα εκπαίδευσής τους.
Η τεχνητή νοημοσύνη μαθαίνει, ενώ δεν γνωρίζει. Δεν έχει συνείδηση, άποψη, εμπειρία ή πρόθεση. Μαθαίνει και απαντά με όρους πιθανότητας και πρόβλεψης.
Όμως, αν η τεχνητή νοημοσύνη μαθαίνει από την υπάρχουσα ανθρώπινη γνώση, τροφοδοτούμενη με δεδομένα και η ανθρώπινη γνώση, σήμερα και αύριο, χτίζεται πάνω στη γνώση της τεχνητής νοημοσύνης, πού οδηγούμαστε; Μήπως σε μια στασιμότητα της γνώσης που, συνεχώς ανακυκλούμενη, προερχόμενη από την ίδια πηγή, περιορίζει τον χώρο για πρωτοτυπία, τη ρηξικέλευθη σκέψη και τη διαφορά;
Ποιο είναι αυτό το περιεχόμενο που καταναλώνουν τα LLM για να μάθουν; Εκπαιδεύονται σε κυρίαρχα μοτίβα λόγου, οπότε τείνουν να προβάλλουν κανονιστικές αξίες και στερεότυπα, ομογενοποιώντας συχνά την οπτική. Η γλώσσα που παράγουν ενδέχεται να νομιμοποιεί υφιστάμενες εξουσιαστικές σχέσεις (κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές), χωρίς να τις αμφισβητούν.
Επιπροσθέτως, η ολοένα συχνότερη τάση προσφυγής σε μεγάλα γλωσσικά μοντέλα και μηχανές αναζήτησης σε «λειτουργία ΤΝ» για την ανάκτηση πληροφοριών ή τη διατύπωση σκέψεων μεταβιβάζει νοητικές διεργασίες όπως η ανάκληση, η επεξεργασία και η λεκτική έκφραση σε εξωτερικά εργαλεία, οπότε, εάν παγιωθεί, τείνει να μειώσει τη χρήση των ενδογενών μηχανισμών μνήμης και να αποδυναμώσει την αυτόνομη γνωστική λειτουργία.
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η συνεχής εκχώρηση γνωστικών λειτουργιών στα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να περιορίσει την ενεργό συμμετοχή του ατόμου στη διαδικασία της σκέψης και να επηρεάσει την ποιότητα της γνωστικής του αυτονομίας.
Έρευνες διαπιστώνουν ότι τα εργαλεία αναζήτησης με τεχνητή νοημοσύνη, τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συνδέονται με χαμηλότερη γνωστική απόδοση. Και η «νοητική σήψη», συνδεδεμένη με την επίδραση της ψηφιακής κουλτούρας υπερβολικής κατανάλωσης διαδικτυακού περιεχομένου χαμηλής ποιότητας, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. επιτεινόμενη από τους αλγορίθμους, το 2024 αναδείχθηκε σε φράση της χρονιάς από το Λεξικό της Οξφόρδης. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τον προβληματισμό για την επίδραση της ψηφιακής κουλτούρας στη γνωστική λειτουργία και τις επιπτώσεις της.
Το ζήτημα, ασφαλώς, δεν περιορίζεται στην επίδραση των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης επί της ανθρώπινης νόησης αλλά επεκτείνεται στη συλλογική αποδοχή μιας σταδιακής μεταβίβασης θεμελιωδών γνωστικών διεργασιών σε εργαλεία που υπερέχουν σε ταχύτητα, αλλά στερούνται της ανθρώπινης εμπειρίας, της κριτικής συνέπειας και της ηθικής στάθμισης ως προς την ορθότητα ή και δημιουργία σκοπών, και, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, υπολείπονται σε αξιοπιστία.