Τα φώτα της μνήμης χαμηλώνουν αργά, όπως στην αίθουσα του κινηματογράφου. Η αυλαία ανοίγει, η οθόνη φωτίζεται. Μια δέσμη στέλνει στο πανί σκηνές απ’ όλες τις ταινίες. Η ανάμνηση σκηνοθετεί, η μνήμη μοντάρει. Φτιάχνει τη δική της ταινία, νυχτερινή προβολή, εισιτήριο σκισμένο στη μέση: Ο Μπόγκαρτ παίζει τον αλκοολικό σεναριογράφο, «όταν είμαι μεθυσμένος, κάθε κίνηση του ταξί μού φαίνεται εχθρική», λέει στον οδηγό και του ζητάει να πάρουν την Τζίνα Ρόουλαντς, που περιμένει στην άκρη του δρόμου. Εκείνη ανοίγει την πόρτα, «παρακαλώ να έχετε υπομονή μαζί μου, δεν ξέρω πού πηγαίνω».

 

 

Απ’ το ταξί πηδάει στο δρόμο ένα γατί που το λένε «γατί» και χάνεται, ξημερώματα, στην «Τσάινα Τάουν», όπου η Αλίντα Βάλι ψάχνει τον Φάρλεϊ Γκρέιντζερ, και η Ζαν Μορώ τον Μωρίς Ρονέ. Το σαξόφωνο του Μάιλς Ντέηβις σταματάει τη στιγμή που η Μανιάνι ψιθυρίζει στον Φελίνι «δεν σου ‘χω καμιά εμπιστοσύνη». Αυτός της δείχει το «Λιμάνι της Αγωνίας» και της ζητάει να περπατήσουνε μαζί. «Ένας, μόνος του, περιπλανιέται, δυο μαζί κάπου πηγαίνουν», του απαντάει η Μόνικα Βίτι και σβήνει το φως στους διαδρόμους της  «Έκλειψης». Μόνο μια πινακίδα νέον φωτίζει τα μάτια του ντε Νίρο, που παρακολουθούν τη Λάιζα Μινέλι να χάνεται στο βάθος του δρόμου.

 

 

Η ομίχλη την καταπίνει όπως καταπίνει η σκόνη την Μάρλεν Ντήτριχ στο «Μαρόκο». Ο Γκάρι Κούπερ παρατάει τη Λεγεώνα των Ξένων, «η αγάπη είναι πιο κρύα απ’ τον θάνατο» μουρμουρίζει κι ανοίγει την πόρτα του μπαρ. Είναι «Νύχτα», πάντα είναι νύχτα στις ταινίες, πάντα είναι νύχτα στα μπαρ, η Ευδοκία γελάει με γέλιο δανεικό, ο φαντάρος χορεύει χωρίς ήχο. «Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις», φωνάζει η «Στρέλλα» στον «Τρελό Πιερό» κι ανάβει τον δυναμίτη που ζώνει το πρόσωπό του.

 

CUT.

 

Η σιδερένια μπάλα γκρεμίζει τους τοίχους στην «Πρόβα ορχήστρας»

 

CUT.

 

Η κοινωνία της κατανάλωσης ανατινάζεται στο «Ζαμπρίνσκι Πόιντ».

 

CUT.

 

Η έκρηξη σκοτώνει τον «Ένοικο» στο «Χωρίς αναισθητικό».

 

CUT.

 

Ο Τζακ Νίκολσον δραπετεύει με ανοιχτό αυτοκίνητο.

Η Μαρία Σνάιντερ γυρίζει την πλάτη στους θεατές.

Ο κόσμος φεύγει προς τα πίσω.

 

Tίτλοι Τέλους.

 

 

 

 

 

 

Love Streams του John Cassavetes

 

 

 

 

Εκείνος: αλκοολικός, συγγραφέας φτηνών βιβλίων, γυρίζει στα μπαρ, ψωνίζει πόρνες και θεωρεί πως ο έρωτας είναι μονάχα σεξ· και το σεξ, μια ξεπέτα.

 

Εκείνη: μ’ ένα διαζύγιο στα πενήντα, ταξιδεύει στις πόλεις της Ευρώπης, καταλήγοντας να σέρνει ένα βουνό βαλίτσες από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο.

 

Εκείνος είναι ο Τζον Κασαβέτης· εκείνη, η Τζίνα Ρόουλαντς, αδελφή του στην ταινία: χαμένοι από χέρι και οι δυο. Αποφασίζουν να συγκατοικήσουν στην πιο κλειστή στροφή της ζωής τους. Μόνο και μόνο για να μάθουν ότι «η νύχτα της ψυχής είναι και φωτεινή και άδεια».

 

Ο Κασαβέτης σκηνοθετεί «Το ρεύμα της αγάπης», γνωρίζοντας πως είναι άρρωστος από καρκίνο. Η ταινία γυρίζεται στο σπίτι όπου ζει με την Ρόουλαντς. Στη διάρκειά της, το σπίτι αδειάζει. Το ίδιο και τα πρόσωπα. Θυμάμαι τον Σαίξπηρ: «η ζωή δεν αγαπάει τα τέρατα και τα ξεφορτώνεται με τρόπο φυσικό». Ευτυχώς, τ’ αγαπάει ο κινηματογράφος.  

 

 

 

 

 

 

Gertrude του Carl Theodor Dreyer 

 

 

Έχω αφήσει πίσω μου τα μελοδράματα του Ντάγκλας Σερκ, είναι Παρασκευή βράδυ, μήνας γενέθλιος, και συναντάω τη Γερτρούδη για πρώτη φορά. Ταινιοθήκη της Αθήνας, Κανάρη 1. Ο Ντράγερ μού δείχνει πως τα πρόσωπα και η μοίρα τους είναι, κυρίως, ζήτημα φωτός: η ίδια η αρχιτεκτονική του τα οδηγεί στο τέλος τους. Χρόνια αργότερα, αγοράζω το σενάριο από έναν υπαίθριο βιβλιοπώλη. Ξαναδιαβάζω το τελευταίο τραγούδι της Γερτρούδης:

 

Η άνοιξη κι ο χειμώνας περνούν

και ξαναπερνούν από την πόλη που γεννήθηκες.

Και νά ‘σαι, τώρα, μόνη, γερασμένη,

και μακριά απ’ τις αναμνήσεις σου.

Αλλά πρέπει να ξέρεις πως για να μπορέσεις

να γεράσεις ειρηνικά,

μόνο δυο πράγματα υπάρχουν: 

ο έρωτας κι ο θάνατος, και τίποτε άλλο.

 

Στον τάφο της Γερτρούδης χαράχτηκαν μόνο δυο λέξεις: Amor Omnia.

 

 

 


 

 

Une femme douce του Robert Bresson 

 

 

Η ταινία στηρίζεται στη νουβέλα του Ντοστογέφσκι «Αινιγματική Αυτοκτονία». Ο Μπρεσόν σκηνοθετεί, προτρέποντας τον εαυτό του: «μην τρέχεις πίσω από την ποίηση: αν υπάρχει, τρυπώνει μόνη της από τους αρμούς, τις ελλείψεις. » 

 

 

 

Στο τελευταίο πλάνο, η Ντομινίκ Σαντά κάθεται σε μια κουνιστή πολυθρόνα, στο μπαλκόνι. Στους ώμους της μια ανοιχτόχρωμη εσάρπα. Το κούνημα της πολυθρόνας επιταχύνεται, η εσάρπα πετάει στον αέρα, η κάμερα ακολουθεί την πτώση της. Η μεταφορά είναι πιο βαριά από την κυριολεξία: έχει το βάρος ενός σώματος που πέφτει. Επόμενο πλάνο: το σώμα της Σαντά, ακίνητο, στο δρόμο. Στο μπαλκόνι, η πολυθρόνα εξακολουθεί να κουνιέται.

 

 

 

 

 

La Luna του Bernardo Bertolucci

 

 

 

Όταν είδα την ταινία έσπευσα να την αρνηθώ. Ήμουνα νέος, κομμουνιστής κι ερωτευμένος, που πάει να πει «ανόητος εις τον κύβο». Η ταινία περίμενε υπομονετικά. Κατάστρωνε την εκδίκησή της.

Πέρασαν χρόνια μέχρι να καταλάβω πόσο απόλυτος ήταν ο έρωτας της Τζιλ Κλέιμπουργκ όταν βαρούσε την ηρωίνη στις φλέβες του ανήλικου γιού της.

 

 

 


 

 

 

Les Nuits de la pleine lune του Eric Rohmer

 

 

Για την κρίση πανικού που παθαίνει η Πασκάλ Οζιέ στις τουαλέτες του Μπομπινό. Για την ίδια την Πασκάλ Οζιέ, που υπήρξε το πιο ταλαντούχο πλάσμα της γενιάς της: τον Σεπτέμβιο του ’84, παίρνει το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στο φεστιβάλ Βενετίας· ένα μήνα αργότερα, τη βρίσκουν νεκρή, στα 25 της, από overdose. Πεσμένη στο πάτωμα. Στις τουαλέτες ενός μπαρ. Στο Παρίσι.

 

H Πασκάλ Οζιέ κηδεύεται την παραμονή των γενεθλίων της στο κοιμητήριο του Περ Λασαίζ· ύστερα από δυο χρόνια ο Τζιμ Τζάρμους της αφιερώνει το «Down by law», ενώ ο Ρενώ γράφει γι’ αυτήν ένα παράφωνο τραγούδι:

 

Με συγχωρείς μικρή μου / που δεν μπόρεσα να κλάψω / ακολουθώντας τα στεφάνια /  των διάσημων / των κοσμικών σου φίλων.

 

Ίσως γιατί ο ντήλερ σου / ήταν εκεί / εισπνέοντας το άρωμα / των λουλουδιών που δεν αγαπούσες.

 

Μετρώντας / και ξαναμετρώντας τα τριαντάφυλλα / που πλήρωσε με τα λεφτά / της τελευταίας σου δόσης. / Της τελευταίας σου κραυγής.

 

Μικρή μου αγαπημένη / μικρή μου ηλίθια / τώρα μπορείς πια / να ξεκουραστείς / για πάντα / δίπλα στον τάφο του Μόρισον / κι όχι πολύ μακριά / απ’ τον δικό μου τάφο.

 

 

 

 

 

Intimacy του Patrice Chereau 

 

 

Για τον Πατρίς Σερώ, ό,τι κι αν κάνει: στο θέατρο ή στο σινεμά. Για τη σωματικότητα της ταινίας. Για τα σώματα, που δεν είναι όμορφα, είναι απλώς σώματα. Και για την  πόρτα στο βάθος του μπαρ που οδηγεί στο υπόγειο, όπου μια ομάδα ερασιτέχνες ηθοποιοί παίζουν στον «Γλάρο» του Τσέχοφ. Ακριβώς όπως ανοίγεις την πόρτα του συνειδητού και κατεβαίνεις τα σκαλιά, να φτάσεις στο υποσυνείδητο: εκεί όπου πρωτοπαίζονται οι ρόλοι της ζωής σου. Από την ταινία περνάει και η Μάριαν Φέιθφουλ: Σόνια, Μάσα και Αρκάντινα, μαζί.

 

 

 

 

 

 

Under the Volcano του John Huston

 

 

 

 

Η ταινία ξεκινάει. Το πρόσωπο του Άλμπερτ Φίνεϊ γεμίζει την οθόνη: το πιο τυραννικό γκρο πλαν που θυμάμαι. Χωρίς να κουνήσει την κάμερα, ο Χιούστον μού λέει αυτό που δεν ήξερα ότι ξέρω: πως ένοχη συνείδηση είναι εκείνη που δεν συγχωρεί.

 

 

 


 

 

 

 Andrey Rublyov του Andrei Tarkovsky

 

 

Επειδή δεν πίστεψα σε θεούς κι αγίους, πίστεψα στον Αντρέι Ταρκόφσκι. Για κείνο το κερί στη «Νοσταλγία» που πρέπει να διασχίσει τη νύχτα, ο αέρας το σβήνει, το κερί ανάβει και πάλι, ύστερα σβήνει, ξανά και ξανά. Και για τα δάκρυα του μικρού Αντρέι, για το μυστικό της καμπάνας που δεν υπάρχει.

Ο Ταρκόφσκι μού έλυσε τον γρίφο της πίστης, οριστικά.   

 

 

 

 

 

La pianiste του Michael Haneke

 

 

 

 

Είναι φορές που το τέλος μιας ταινίας μοιάζει με ξυραφιά. Έτσι έμοιαζε στο «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω», έτσι και στη «Δασκάλα του πιάνου». Τα φώτα ανάψανε, κι εγώ περίμενα να φύγει κι ο τελευταίος θεατής για να μπορέσω να βγω απ’ την αίθουσα.

 

 

 

Το βλέμμα μου είχε στυλωθεί στη φωτεινή επιγραφή «Έξοδος». Ναι. Από κάποιες ταινίες, έξοδος δεν υπάρχει.

 

 

 


 

 

Ballad of Narayama του Shohei Imamura

 

 

Η Όριν πρέπει να μεταφερθεί στην κορφή του Ναραγιάμα, κι εκεί να πεθάνει από  πείνα και δίψα. Θα την μεταφέρει ο γιος της στους ώμους του, σκαρφαλώνοντας στην βραχώδη πλαγιά του βουνού. Η Όριν είναι πια στα εβδομήντα, ένα στόμα παραπανήσιο· πρέπει να δώσει τη θέση της σε κάποιο νεότερο μέλος της κοινότητας: το φαγητό δεν επαρκεί για όλους. Η ανάγκη γίνεται νόμος, κι ο νόμος είναι απαράβατος. Ο γιος αρνείται να υπακούσει. Για να τον διευκολύνει, η Όριν σπάζει όλα της τα δόντια με μια πέτρα. Δεν μπορεί πια να φάει ούτε να πιεί. Η ανηφοριά τού Ναραγιάμα είναι μονόδρομος: ο θάνατος πρέπει να εκχωρήσει τα δικαιώματά του στη ζωή.

 

Το Studio του Καψάσκη, όπου είδα την ταινία το 1983, έχει κλείσει. Ο Καψάσκης πέθανε κι αυτός. Ακόμα προσπαθώ να θυμηθώ τι ήταν αυτό που μου έκανε τόση εντύπωση σ’ εκείνη την προβολή. Τώρα που πλησιάζω στα πενήντα, γυρίζω το κεφάλι και βλέπω τους φίλους μου να κουβαλάνε τους γονείς τους στους ώμους. Στην πλαγιά του Ναραγιάμα ανεβαίνουμε πολλοί. Η κορφή του είναι φτιαγμένη στα μέτρα μας. Με το ίδιο μέτρο μετράμε πια και την τρυφερότητα και τη σκληράδα.

 

[Σημείωση: Η νύχτα της ψυχής είναι και φωτεινή και άδεια: στίχος της Μαρίας Λαϊνά.]

 

 

Ο Χρήστος Αγγελάκος είναι συγγραφέας. Το μυθιστόρημά του, Το δάσος των παιδιών, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.