Μυσταγωγία με τους Φίλους, ΙΙΙ

 Dada

Ω, πώς λειτουργούν οι συνειρμοί, και τι άλλο είναι η μεγαλούπολη αν όχι των συνειρμών το σύνθετο τοπίο, η φοβερή και τρομερή αρένα όπου καθημερινώς συγκρούεται της νοσταλγίας το σορόπι με του νυν το σορολόπι, ο στίβος όπου κονταροχτυπιούνται οι αναμνήσεις με τον ιλιγγιώδη τής κάθε μέρας τον ρυθμό; Κόβουμε βόλτες, εμείς της Λίστας του Idler (όπου idler ίσον ανεπρόκοπος, οκνηρός, άεργος, χασομέρης – τι πολυτέλεια, παίδες!) και πέφτουμε πάνω στο φιλμ «Ο τελευταίος βασιλιάς της Σκωτίας». «Απίθανος τίτλος, που να πάρει», λέει ο ταπεινός σας ανταποκριτής από τις φάτνες των κοσμοβριθών λεωφόρων. «Παίζει ο Φόρεστ Γουίτακερ», με πληροφορεί ο commander του Τάγματος της Vita Nuova. «Άσχετε», συνεχίζει, «επιλήσμονα, αυτός που μας συγκλόνισε προ εικοσαετίας και βάλε όταν έκανε τον Τσάρλι ‘Μπερντ’ Πάρκερ, στην ταινία του Κλιντ Ίστγουντ». «Ουάου! Αυτό σηκώνει ουίσκι, ας οδεύσωμεν προς Galaxy», πετιέται, λες και τον ρωτήσαμε, ο Μικρός Θωμάς, Νικολάου υιός, Κιάος, φιλολό και ποιητής και σκηνοθέτης, όλα μαζί και ταυτοχρόνως. «Ψυχραιμία στο σκάφος, έχουμε ήδη την τάση να γίνουμε ρόμπες ξεκούμπωτες, μεσόκοποι άνθρωποι», αντιγυρίζει, με μιαν έκλαμψη ευπρόσδεκτης νουνέχειας, ο Καπετάν Φασαρίας. «Να εξετάσουμε πρώτα συσχετισμούς δυνάμεων, αντικειμενικές συνθήκες, πεδία τιμής και άλλα αναγκαία, και βλέπουμε», εκτοξεύει, αποσβολώντάς μας με την αναπάντεχη νηφαλιότητά του.

            Αποφασίζουμε να το ρίξουμε στον καφέ, τα τσιγάρα και τη συζήτηση, κι όχι να ξεφαντώσουμε σαν δέκα Νορβηγοί ναύτες ύστερα από έξι μήνες στη θάλασσα. Οπότε πάμε σ’ ένα καφενεδάκι και ξεδιπλώνουμε συνειρμούς σαν σερπαντίνες πολύχρωμες. Ο Φόρεστ παίζει στην ταινία τον Ίντι Αμίν Νταντά, μας ξαναπληροφορεί ο commander, ο οποίος επίσης μας εξηγεί ότι η ταινία είναι βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Giles Foden, εξαίρετου νέου, γεννηθέντος το έτος 1967, μεταφρασθέντος εξίσου εξαιρετικώς από την Αθηνά Μπαλοπούλου, και εκδοθέντος εξόχως από τον Νίκο Γκιώνη και τις εκδόσεις Πόλις. «Εύγε!» με ακούω να λέω, μάλλον στο άσχετο και μάλλον αδημονώντας να γευτώ κάνα ιρλανδέζικο.

            «Μάλιστα», συνεχίζει ο Φασαρίας, «το μότο του μυθιστορήματος είναι του Αλεγκσάντερ (ναι, με γου-κου-σου) Τρόκκι (oui, με δύο κου), λαμπρού λεττριστού, καταστασιακού, μπήτνικ, συγγραφέως του ‘Βιβλίου του Κάιν’, φίλου του Γκι Ντεμπόρ, και πλέον σχεδόν εθνικού λογοτέχνου της Σκωτίας, καίτοι είναι μακαρίτης κοντά ένα τέταρτο του αιώνα τώρα».

            Οφείλω να πάρω το λόγο και να ανακόψω την επικείμενη ασυγκράτητη φλυαρία του Φασαρία. Οπότε λοιπόν, παρεμβαίνω, βασιζόμενος στο οπλοστάσιο των συνειρμών. «Να πάει στο διάολο ο Αμίν Νταντά!» ουρλιάζω αιφνιδίως. «Ναι, στο διάολο ο σφαγιαστής 300.000 ψυχών, ο ανθρωποφάγος, ο παράφρων, ο κανίβαλος! Ζήτω το Κίνημα Νταντά, ναι, ζήτω το Dada! Ζήτωσαν οι ηρωικοί Ντανταϊστές, ο Τριστάν Τζαρά και ο Χανς Αρπ, ο Αρθούρος Κραβάν και ο Μαρσέλ Ντισάν, ο Κουρτ Σβίττερς και ο Ραούλ Χάουσμαν! Που πήγαν κι είπαν, ενώ μάνιαζε το Πρώτο Παγκόσμιο Μακελειό ότι η Τέχνη είναι πια νεκρή! Και που έτσι ανανέωσαν τρελά, τολμηρά, και έλλογα την Τέχνη! Νταντά! Dada! Και Ντα-Ντα-Ντα!!!»

            Και θυμάμαι που πριν από μια δεκαετία και βάλε είχαν έρθει και με είχαν βρει η Παγκαλιά κι ο Κουσουρής από τη Φιλοσοφική και είχαμε στήσει μια σούπερ-ντούπερ εκδήλωση για το Dada στου Ζωγράφου, όπου έγινε το «ελαναδείς», και όπου δοξάστηκαν από καμιά τριακοσαριά πιτσιρικάδες ωραίους φοιτητές όλα εκείνα τα παλικάρια του Καμπαρέ Βολτέρ της Ζυρίχης, όλοι εκείνοι οι Μύστες της Αρνήσεως, όλοι εκείνοι οι εμπρηστικοί Άγγελοι της Αγνότητας: οι Ντανταϊστές!

            Και πάνω που κάνω ν’ αφεθώ στης νοσταλγίας το πετιμέζι, πετιέται ξανά-μανά ο Θωμάς κι αρχίζει να παραμιλάει για το Μπαρ Νταντά, που δεν το πρόλαβε αλλά του τα είπανε, εκεί στα Εξάρχεια, στην Μπενάκη, γωνία με Αραχώβης, αν δεν απατώμαι, με όλα τα μαύρα αστέρια του μεσονυκτίου να πίνουνε και να κουβεντιάζουνε θερμά στην μπάρα του Κώστα του Τσαπέκου, του Έλληνος Στάνλεϊ Κοβάλσκι, σύμφωνα με τον ποιητή Νίκο Καρούζο.

            Ο Φασαρίας μάς αιφνιδιάζει και πάλι με την υποτροπιάζουσα πνευματική του διαύγεια. Μας εκτοξεύει, από στήθους, και μετά περίσσιου ήθους, το προαναφερθέν μότο του Τρόκκι στο μυθιστόρημα του Foden: «Εκκρεμότητες, ασύνδετα στοιχεία, μεταβολές, εφιαλτικά ταξίδια, αφίξεις σε πόλεις, αναχωρήσεις, συναντήσεις, εγκατάλειψη, προδοσίες, ενώσεις κάθε είδους, μοιχεία, θρίαμβοι, ήττες... αυτά είναι τα γεγονότα».

            «Κάτι σαν την περίληψη της ζωής μας», σχολιάζω, ο εμμόνως άφρων.

            «Κάτι σαν την ζωή μιας περίληψης αυτού που ήταν κάποτε η ζωή η ίδια», αντιτείνει ορθά, ο απροσδοκήτως εχέφρων.

 

Συνεχίζεται. Την Δευτέρα, 16 Ιουνίου, το επόμενο: JJBlues