Μυσταγωγία με Φίλους, ΙΙ

 Το σάουντρακ της πόλης

 

Η πόλη είναι η φάτνη των παθών μας, και τα πάθη είναι της ζωής μας το καύσιμο, αυτό που μας κινεί, ό,τι μας εμπνέει και μας ωθεί. Τα στέκια, αυτές οι κόγχες της πόλης, ναι, της πόλης τα κογχύλια, είναι οι χώροι όπου σμίγουνε τα πρόσωπα, συζητιούνται οι ιδέες, παύουν τα βιβλία να είναι σελίδες νεκρές και ζωντανεύουν μαζί με τους ήρωές τους, ενώ την πρωτοκαθεδρία μοιάζει να έχει η μουσική. Στις κόγχες της πόλης, η ρουτίνα ανατρέπεται από το αναπάντεχο, μια αιφνίδια τροπή των συμβάντων δεν είναι απειλητική, απεναντίας ευπρόσδεκτη είναι και, ίσως, λυτρωτική.

          Τις προάλλες, χαρές μεγάλες για την παρέα. Καταφτάνουν μερικοί τόμοι με το ταχυδρομείο, σε μερικά προονοητικά σπιτικά. Είναι το τελευταίο αριστούργημα του λεγόμενου μυστηριώδους συγγραφέα Τόμας Πύντσον. Η παρέα τον αγαπάει, έχει παραγγείλει το βιβλίο, και καλοδέχεται με ενθουσιασμό το «Against the Day», χίλιες σελίδες γεμάτες αλλόκοτους τυχοδιώκτες, αναρχικούς, εφευρέτες, συνωμότες και άλλες φυσιογνωμίες. Το πανηγυρίζουμε τηλεφωνικώς στην αρχή, εγώ τηλεφωνώ στον Επισμηναγό Όλεθρο, μια λαμπρή μυθιστορηματική προσωπικότητα, αυτός στον Καπετάν Φασαρία τον Κινηματογραφιστή, και κανονίζουμε να εορτάσουμε το γεγονός στον καταπληκτικό Μύλο, με την πάντα φιλόξενη Δήμητρα και την πάντα προσηνή και μειδιούσα Αγγελική. Βουρ στον πατσά, λοιπόν!

          Φτάνουμε, όλοι μαζί, Ζωοδόχου Πηγής και Ναυαρίνου γωνία, στο κέντρο της πόλης, στο κέντρο του κόσμου, που έλεγε κι ο μακαρίτης φίλος μας Χρήστος Βακαλόπουλος, ντάλα μεσημέρι, με χειμωνιάτικο θεσπέσιο ήλιο, εισβάλλουμε εύχαρεις, ακούμε απ’ τα ηχεία Miles Davis, τι άλλο θέλουμε; Θέλουμε ιρλανδέζικα, κλασικά, τα παραγγέλνουμε, τσουγκρίζουμε, κάνουμε πρόποση στον Πύντσον, ο Επισμηναγός μού λέει ότι ένας ψυχάκιας στο Διαδίκτυο διατείνεται πως ο Πύντσον και ο Μπομπ Ντύλαν είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, γελάμε, πίνουμε, ξαναπαραγγέλνουμε, ξανατσουγκρίζουμε, ξανακάνουμε πρόποση στον Ξαναπύντσον, ξανά και ξανά, και η ώρα περνά, ενώ τώρα στα ηχεία οργιάζει ο John Coltrane με το «A Love Supreme».

          Ο Κινηματογραφιστής Καπετάν Φασαρίας σηκώνεται να χορέψει μες στον Μύλο, αλλά κάτι εντός του αχαλίνωτο τον πιάνει και ο Κολτρέιν μετατρέπεται σε βαρύ ζεϊμπέκικο στ’ αυτιά του Φασαρία, ο οποίος, προς κατάπληξη των εκλεκτών θαμώνων, αρχίζει τις σερνάμενες, καίτοι ρυθμικές, στροφές και τα αρχέγονα τσαλίμια του, ψελλίζοντας βραχνά και ηχηρά, και όχι και τόσο άσχετα, «Και τι δεν κάνω την πικραμένη σου ζωή για να γλυκάνω», οπότε η πάντα σε επιφυλακή Δήμητρα σπεύδει να εξοβελίσει τον γίγαντα Κολτρέιν από τα πλατώ και να τον αντικαταστήσει με ό,τι λαϊκό βαρύ βρίσκει πρόχειρο.

          «Τι θα έκανε ο Πύντσον αν το ’βλεπε αυτό;» ρωτάει ο Επισμηναγός Όλεθρος.

          «Τα στραβά μάτια, αρχικώς», λέω ατραύλιστα παρά τα απανωτά ιρλανδέζικα. «Και κατόπιν, θα το ενέτασσε σε κάποιο βιβλίο του, συνδυάζοντάς το με μια σκηνή όπου μεθυσμένοι χαρτογράφοι τραγουδάνε κάτι από Νηλ Γιανγκ».

          Στο μεταξύ, στον  Μύλο συρρέουν φοβερές και τρομερές προσωπικότητες του αθηναϊκού κέντρου~ ο δυναμικός σκηνοθέτης του εμπρηστικού «Σπιρτόκουτου» και του εκρηκτικού «Η Ψυχή στο Στόμα», κύριος Ιωάννης Οικονομίδης, ο Πλανόδιος Πωλητής Βιβλίων, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο συγγραφέας της «Μικράς Ικαρίας» Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, ο τροβαδούρος των «Διάφανων Κρίνων» Θάνος Ανεστόπουλος, όλοι σαν έτοιμοι από καιρό σαν θαρραλέοι να μεθύσουν με το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα που, λόγω τόσων ετών, έχει πεπαλαιωθεί πλέον και είναι νοστιμότατο άμα το αναμείξεις με στάλες από νέκταρ των Κελτών.

          Ο Καπετάν Φασαρίας αίφνης ζητάει, όπως χορεύει, το ποτήρι του, του το πηγαίνω, χορεύει με το ποτήρι στο χέρι, το απιθώνει κάποια στιγμή στο δάπεδο, σκύβει, το αρπάζει με το στόμα, τινάζει το κεφάλι προς τα πίσω και χύνει μεμιάς το περιεχόμενο στο στόμα του, ενώ σύσσωμος ο Μύλος ξεσπάει σε χειροκροτήματα και επευφημίες.

          Σκέφτομαι ότι ο Μύλος μοιάζει φυτεμένος στην Αθήνα κατευθείαν από όμορφο νησί του Αιγαίου~ είναι το ξεκούραστο απαλό ροδακινί χρώμα στους τοίχους, τα καθίσματα και τα ξύλινα τραπέζια, τα πολλά λουλούδια που κοσμούν τον χώρο, η οικειότητα και η φιλικότητα όλων, μα όλων, των θαμώνων. Μια γλύκα γλυκιά γλυκών προσώπων. Και να που εμφανίζονται, ωραίοι πάντα, και οι φωτορεπόρτερ, ο Πάνος και ο Αλέξανδρος, και πιάνουμε την κουβέντα καθώς ο Καπετάν Φασαρίας έρχεται κι αυτός μετά τον μεθυσμένο χορευτικό του θρίαμβο να κάτσει στην μπάρα μαζί μας. Στα ηχεία επανέρχεται η διαταραχθεία μουσική τάξις, και ακούμε τώρα κάτι από το τελευταίο του Ντύλαν, παραγγελιά του ταπεινού σας ανταποκριτή στις κόγχες της πόλης, στις κατακόμβες της επίσημης πραγματικότητας, στις φάτνες των παθών.