Lonely Lovers Left

 Η ζωή δεν έχει πώμα

Εκείνη την εποχή, και εκείνη την ημέρα, τη νύχτα μάλλον, της 28ης Δεκεμβρίου του 1977, το πιο ελληνικό άσμα, ο εθνικός μας ύμνος, το τροπάριο, το απολυτίκιο, ο παιάνας, ο ψαλμός, ήταν το Gimme Shelter όπως το έπαιζαν και το απογείωναν οι Σπυρόπουλοι παρέα με τον Θείο Νώντα, τον Μπονάτσο (χωρίς καπέλο πια, αφού του το είχε αρπάξει ο Μέλλων Frank Zappa) και τον Λογαρίδη που χοροπηδούσε λικνιστικά και ελαστικά και μαγικά και απολύτως εντός του ρυθμού και όλος εντός του μέλλοντός μας, που ’λεγεν κι ο Εμπειρίκος.

 

Ο Οδυσσέας Γεωργίου, στο Λουζιτάνια, στην Κυψέλη, στο Κέντρο του Κόσμου, ετών δεκαεφτά και οχτώ μηνών, άκλειστα τα δεκαοχτώ σα να λέμε, στρέφει συνεχώς το βλέμμα προς τον εξώστη πλαγίως αριστερά, και απολαμβάνει το κάλλος της κοπέλας με τα γυαλιά του John Lennon, τα μαλλιά της Janis Joplin (που όμως μια γίνονται πυρρόξανθα και μια γίνονται καστανά), το βλέμμα της Melanie, και το λευκό πουκάμισο και το μαύρο γιλέκο (που ενίοτε γίνονται, πουκάμισο & γιλέκο, μακριά μπλούζα). Έχει άλλωστε εισβάλει της Ράνιας η μητέρα και την έχει αποσπάσει από την αγκάλη του Οδυσσέα και την έχει πάρει μακριά από τον ορυμαγδό, τη χλαπαταγή, τον μεταχιππισμό, το Μνημόσυνο για την Ουλρίκε και τον Αντρέας και την Γκούντρουν, ένα μέλλον μες στην τεθλασμένη ποίηση και τον ρομαντικό κυνισμό και το μεθυσμένο σκάκι και τα «παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα» και το «σήμερα είμαστε/ αύριο δεν είμαστε», και το ποιος-ζει-ποιος-πεθαίνει, και την πρώτη ιαχή/επαγγελία του ροκ εντ ρολλ, εκείνο το ανυπέρβλητο ἄμμες δέ γ' ἐσσόμεσθα πολλῷ κάρρονες.

 

Μια πάνω μια κάτω, το βλέμμα του Οδυσσέα (ό,τι χρώμα κι αν έχουν τα μάτια μας, το βλέμμα μας είναι γαλάζιο, έχει ειπωθεί), μια στη σκηνή όπου οι παίκτες/ρέκτες Σπυριδούλα & Friends αποκαθιστούν την τιμή του ροκ εντ ρολλ που ετρώθη από την Επταετία, τη Χούντα, τα Κλαρίνα, το Κιτς, το Μπλιαχ, το Σντουπ, τον Παττακό, τον Παπαδόπουλο, τον Μακαρέζο, την Άινα Μάουερ, την Έρρικα και την Μαργαρίτα Μπρόγιερ, την Γωγώ Αντζολετάκη, τους Poll, τους Νοστράδαμος, τη Λήδα και τον Σπύρο, που ετρώθη, λέμε, από το Καλώς ή Κακώς και από το Μισή Ντροπή Δική Μου Μισή Ντροπή Δική Σου, που ετρώθη από τους Blue Birds και από το άσμα «Ξύλινος Σταυρός».

 

Μια πάνω μια κάτω του Γεωργίου του Οδυσσέα το βλέμμα, μια στη σκηνή, και τα λοιπά, και μια στον εξώστη, βλέποντας τη σκηνή αριστερά, στην κοπέλα που μια έχει πυρόξανθα μαλλιά και μια καστανά. Και άξαφνα, όπως συμβαίνει στη ζωή του, και όπως έμελλε έκτοτε πάντα να συμβαίνει, ο Οδυσσέας παίρνει την απόφαση να ανεβεί τα σκαλιά να φτάσει στον εξώστη να αναμειχθεί με το πλήθος να σπρώξει να χωθεί να ελιχθεί να βρει την κοπέλα να τη δει από κοντά να της μιλήσει να την ακούσει να του μιλάει να ανάψει δύο τσιγάρα μαζί στα χείλη του να της προσφέρει με μια κίνηση κλεμμένη από τον James Dean («Το Άρωμά Σου Θυμίζει Αγριοτριαντάφυλλα Και James Dean», έχει γραφτεί) να τη δει να καπνίζει να καπνίσει κι αυτός να συνταραχθούν από την υπόλοιπη συναυλία μαζί να την πάρει από το χέρι να βγουν από το Λουζιτάνια παρέα να πάνε σπίτι του να πιούνε κρασί.

 

Συνεχίζεται. Αύριο: No Time to check the Facts