Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Όταν ο Βασίλης Αλεξάκης είχε αφηγηθεί τη ζωή του στη LIFO

Συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Καλλιθέα.
Άλλαξε η σχέση μου με την Αθήνα αφού αγόρασα αυτό το υπόγειο στο Κολωνάκι. Ο πατέρας μου ήθελε να αγοράσω ένα καμαράκι στην Αθήνα και επέμενε. Δεν είχε άδικο. Φωτο: Σπύρος Στάβερης/LIFO

Γεννήθηκα τα Χριστούγεννα του '43. Ο πατέρας μου ήταν ηθοποιός στο Θέατρο Τέχνης, συμμετείχε μάλιστα και στην πρώτη παράσταση του θεάτρου με τον Κουν. Έπαιξαν την Αγριόπαπια του Ίψεν μαζί με τον Διαμαντόπουλο. Μετά, που δεν έβγαινε, έπιασε δουλειά σε μια ασφαλιστική εταιρεία.

 

• Στην Καλλιθέα οι περισσότεροι δρόμοι και η λεωφόρος Θησέως δεν ήταν ασφαλτοστρωμένοι. Ήταν έρημοι και αυτοκίνητα είχαν μόνο οι πολύ πλούσιοι. Παίζαμε μπάλα στον δρόμο και κάναμε τριπλούν στο περιθώριο της ασφάλτου, όπου μαζευόταν αρκετή άμμος από τις βροχές. Η περιοχή είχε δυο πολύ ωραία τραμ, ένα κίτρινο κι ένα πράσινο, που ανέβαιναν τη λεωφόρο Θησέως και κατέληγαν μπρoστά από την Ακαδημία Αθηνών. Εκεί κατέβαινα γιατί πήγαινα με το τραμ στο σχολείο, στη Λεόντειο, στο νούμερο 1 της οδού Σίνα, εκεί που είναι τώρα το Οφθαλμιατρείο.

 

Ήταν καλό σχολείο η Λεόντειος. Είχα συμμαθητές τον Βαγγέλη Παπαθανασίου -τον βοηθούσα, μάλιστα, στα μαθηματικά- και τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον οποίο τον έδιωξαν γιατί ήταν ανεπίδεκτος και «φθοροποιό στοιχείο». Θυμάμαι, την ημέρα που πήρα το απολυτήριό μου, ζήτησαν να εκφωνήσω τον αποχαιρετιστήριο λόγο από τους μαθητές προς τους καθηγητές.

 

Αφού έβγαλα αυτό το λογύδριο, κι ενώ περίμενα να πάρω το λεωφορείο για να γυρίσω στη Νέα Φιλαδέλφεια –εκεί μέναμε τότε-, ορκίστηκα στον εαυτό μου να μην ξεχάσω ποτέ ότι, πέρα από τα θετικά και τα ευχάριστα, για μένα κατά βάση το σχολείο ήταν μια φυλακή.

 

Το θέμα της γλώσσας υπάρχει σε όλα μου τα βιβλία και σε όλη μου τη ζωή. Αισθανόμουν ένα βάρος. Μήπως θα ήταν φρονιμότερο για έναν συγγραφέα να έχει μια γλώσσα αντί για δύο; Η απόφαση που πήρα ήταν ότι είναι πλεονέκτημα και όχι μειονέκτημα κι ότι η ταυτότητά μου ήταν αυτή και ήταν ανοιχτή και συμπεριλάμβανε όλα τα ταξίδια που είχα κάνει, τη γέννησή μου στην Ελλάδα, την παραμονή μου στη Γαλλία. Δεν πρέπει να απλοποιούμε την ταυτότητά μας, αντίθετα να την εμπλουτίζουμε.

 

• Από μικρός ήθελα να γίνω συγγραφέας, απλώς είχα επίγνωση του ότι έπρεπε να βγάλω χρήματα κι έτσι διάλεξα τη δημοσιογραφία επειδή ήταν πιο κοντά στο επάγγελμα του συγγραφέα. Πήρα μια υποτροφία για να φύγω έξω. Έφυγα 17 χρόνων με καράβι από τον Πειραιά - όλοι κλαίγαμε. Αφενός σ' αυτή την ηλικία είναι κανείς μικρός, αφετέρου ήταν μεγάλο το ταξίδι – τότε ήταν μεγάλη περιπέτεια, σαν ένα παιδί 17 χρόνων να πηγαίνει στην Αυστραλία σήμερα. Τρεις μέρες ταξίδευα για να φτάσω στη Λιλ, στη βόρεια Γαλλία.

 

• Στη Λιλ ήταν χάλια. Μου έλειπε η Ελλάδα, η μάνα μου, ένιωθα τη μελαγχολία του μετανάστη σε βαθμό απίστευτο. Από την άλλη μεριά, δεν συμπαθούσα τους Γάλλους, κρατούσα μια απόσταση από όλους, ακόμα και από τους συμφοιτητές μου. Τότε δεν είχαμε ούτε τηλέφωνα. Πήγαινα μια φορά τον μήνα στο κεντρικό ταχυδρομείο για να πάρω την οικογένειά μου τηλέφωνο.

 

Έμεινα εκεί τρία χρόνια, μάλλον γιατί καταλάβαινα ότι μάθαινα πράγματα που δεν θα είχα την ευκαιρία να μάθω αλλιώς, και μάθαινα και μια γλώσσα. Το πλήρωσα πανάκριβα όμως, γιατί έχω σημαδευτεί διά βίου από αυτά τα τρία κωλοχρόνια στη Λιλ. Ήταν απελπιστικά μεγάλη η μοναξιά μου. Μετά, πήγα για λίγο στο Παρίσι να δω τι γίνεται κι άρχισα να πουλάω κάποια αρθράκια και κάποια σκίτσα σε περιοδικά.

 

• Γύρισα στην Ελλάδα για να πάω φαντάρος. Υπηρετούσα στην Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων - την ιστορία της θητείας μου τη διηγήθηκε εν μέρει ο Νίκος Περάκης στη Λούφα και Παραλλαγή. Ήμασταν ο Περάκης, ο Τάκης ο Γιαννόπουλος, ο μοντέρ, ο Θανάσης Αρβανίτης που είναι ηχολήπτης, ο Μανώλης Μαριδάκης που κάνει ντεκόρ, ο Δημήτρης Αυγερινός, ο σκηνοθέτης.

 

Πήρανε όλους εμάς που ξέραμε από τηλεόραση να δουλέψουμε. Ποιος έπαιζε εμένα στην ταινία; Θυμάσαι έναν τύπο που γράφει συνέχεια σε μια γραφομηχανή κι έχει μια ξένη γκόμενα; Ε, αυτός ήμουν. Με έπαιξε ο Γιάννης Χατζηγιάννης, που ήρθε μάλιστα εδώ να δει πώς μιλούσα και πώς κινούμαι.

 

• Μετά τον στρατό βρέθηκα στο Παρίσι. Ήταν αμέσως μετά τον Μάιο του '68. Βρήκα ένα Παρίσι ανθηρό, ανοιχτό, με χιούμορ και διάθεση αμφισβήτησης. Δεν είχα γνωριμίες, δεν είχα χρήματα, δεν είχα τίποτα. Με φιλοξενούσε ένας φίλος μου σ' ένα καμαράκι δύο επί δύο. Τηλεφώνησα 24 χρόνων άγνωστος στη «Monde» και τους είπα ότι θέλω να κάνω κριτική βιβλίου.

 

Δεν μου το έκλεισαν, με ρώτησαν μόνο τι έχω κάνει και μου έκλεισαν ραντεβού με τη διευθύντρια της ενότητας του βιβλίου της εφημερίδας. Σκέψου ότι ήμουν ένα παιδί από την Ελλάδα και η «Monde» ήταν η εγκυρότερη εφημερίδα της εποχής. Η διευθύντρια μού ζήτησε δοκιμαστικά μια κριτική 15 γραμμών για ένα βιβλίο 500 σελίδων. Ήταν ενός μεγάλου μυθιστοριογράφου και ορειβάτη που λεγόταν Roger Frison-Roche.

 

Μου πήρε τρεις μέρες να το γράψω, το έδωσα, δημοσιεύτηκε κι έτσι άρχισα να δουλεύω σε αυτή την εφημερίδα. Η συνεργασία μας κράτησε 20 χρόνια. Είχα την αίσθηση ότι κάθε φορά περνούσα τις εξετάσεις της ζωής μου, ότι κάθε κριτική που έγραφα ήταν και μια μάχη και ότι επρεπε να κερδίσω την επιβίωσή μου.

 

Υπηρετούσα στην Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων - την ιστορία της θητείας μου τη διηγήθηκε εν μέρει ο Νίκος Περάκης στη Λούφα και Παραλλαγή. Πήρανε όλους εμάς που ξέραμε από τηλεόραση να δουλέψουμε. Ποιος έπαιζε εμένα στην ταινία; Θυμάσαι έναν τύπο που γράφει συνέχεια σε μια γραφομηχανή κι έχει μια ξένη γκόμενα; Ε, αυτός ήμουν.

 

• Παντρεύτηκα τη γυναίκα μου που ήταν Γαλλίδα και κάναμε και δυο παιδιά. Σταμάτησα να γράφω ελληνικά. Φεύγοντας από την Ελλάδα, είχα πάρει και μια ελληνική γραφομηχανή. Την έβλεπα κλεισμένη μες στο κουτί και με στενοχωρούσε. Την έβγαζα και με έπιανε μια απίστευτη μελαγχολία, βλέποντας τα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου που δεν χρησιμοποιούσα πια. Ξεκίνησα να γράφω μυθιστορήματα στα γαλλικά. Το Sandwich, τα Κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ, γράφτηκαν στα γαλλικά περίπου την ίδια περίοδο που γεννήθηκαν και τα παιδιά μου.

 

• Μου ήταν αδιανόητο να σκεφτώ ότι τα βιβλία μου θα δημοσιεύονταν στην Ελλάδα την εποχή της χούντας. Σκέψου ότι το δεύτερο μυθιστόρημά μου, Τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ-Μπουμ, αρχίζει με την προκλητική φράση: «Να σας πω το πρόβλημά μου... Δεν γαμάω αρκετά». Όταν έπεσε η χούντα, ήθελα σοβαρά να δω τι θα γίνει με τα ελληνικά μου.

 

Μετά από προσπάθεια κάποιων ετών, έγραψα το Τάλγκο, ήταν το πρώτο μου βιβλίο που έγραψα κατευθείαν στα ελληνικά. Ήταν δύσκολο, είχα ξεσυνηθίσει να γράφω ελληνικά. Το ύφος μου το είχα βρει στα γαλλικά. Χρειάστηκε να κάνω μεγάλη προσπάθεια, να διαβάσω εφημερίδες και βιβλία. Έπεσα με τα μούτρα στον Ταχτσή και στον Τσίρκα.

 

• Στην αρχή έγινε ένα μπέρδεμα. Δεν ξέρανε πού να με κατατάξουν. Με είχαν για Γάλλο και μετά έγραψα ένα βιβλίο στα ελληνικά. Τώρα πια γράφω και στις δυο γλώσσες. Το αποφάσισα ότι έτσι θα έκανα, ειδικά αφού έγραψα κι ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, το Παρίσι-Αθήνα, μερικά χρόνια αργότερα.

 

Το θέμα της γλώσσας υπάρχει σε όλα μου τα βιβλία και σε όλη μου τη ζωή. Αλλά είχα πρόβλημα. Κανείς δεν πίστευε ότι είμαι ξένος, στις κριτικές μου έγραφαν ότι είμαι γαλλικής καταγωγής και σκεφτόμουν ότι είμαι ένας προδότης. Αισθανόμουν ένα βάρος. Μήπως να διαλέξω μια γλώσσα; Μήπως θα ήταν φρονιμότερο για έναν συγγραφέα να έχει μια γλώσσα αντί για δύο;

 

Η απόφαση που πήρα ήταν ότι είναι πλεονέκτημα και όχι μειονέκτημα κι ότι η ταυτότητά μου ήταν αυτή και ήταν ανοιχτή και συμπεριλάμβανε όλα τα ταξίδια που είχα κάνει, τη γέννησή μου στην Ελλάδα, την παραμονή μου στη Γαλλία. Δεν πρέπει να απλοποιούμε την ταυτότητά μας, αντίθετα να την εμπλουτίζουμε.

 

• Άλλαξε η σχέση μου με την Αθήνα αφού αγόρασα αυτό το υπόγειο στο Κολωνάκι. Ο πατέρας μου ήθελε να αγοράσω ένα καμαράκι στην Αθήνα και επέμενε. Δεν είχε άδικο. Με έπεισε, λέγοντάς μου: «Ξέρεις, υπάρχει και μια λεμονιά στον κήπο».

 

• Σκέφτομαι και γράφω και στις δυο γλώσσες. Σε ποια γλώσσα ονειρεύομαι; Εξαρτάται από τα πρόσωπα που βλέπω. Αν είναι Γάλλοι, μιλάνε γαλλικά, αν είναι Έλληνες, ελληνικά.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ελένη Ανουσάκη: Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της το έγραψα εγώ
Hθοποιός. Γεννήθηκε στο Κολωνάκι, ζει στη Φιλοθέη Αμαρουσίου. Αυτή είναι η συνέντευξη της ζωής της.
Νίκος Πορτοκάλογλου: «Δεν ήμουν ποτέ φανατικός, δογματικός, δεν μου πήγαινε»
Από την ορμητική εμφάνισή του ως ψυχή των Φατμέ μέχρι το ευγενές σουξέ του ως ΤV host, o Νίκος Πορτοκάλογλου είναι ένας χαμηλόφωνος και ταλαντούχος δημιουργός που ξέρει να αδράχνει τη στιγμή. Αυτή είναι η συνέντευξη της ζωής του.
Ο Λάκης Παπαδόπουλος αφηγείται τη ζωή του στη LiFO
Συνθέτης-τραγουδοποιός. Γεννήθηκε στην Αθήνα, κατοικεί στα Μελίσσια. Γεννήθηκε σαν σήμερα, το 1948.
Αντώνης Τσαπατάκης: Ο παραολυμπιονίκης της κολύμβησης αφηγείται τη ζωή του στη LiFO
Γεννήθηκε στα Χανιά, αυτήν τη στιγμή ετοιμάζεται για τους Παραολυμπιακούς αγώνες του 2021.
Γιάννης Ξανθούλης: «Για να περιγράψεις τη διαταραγμένη ψυχοσύνθεση του Έλληνα χρειάζεσαι τόμους»
Συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη, ζει στο Κολωνάκι. Ο μεγαλύτερός του φόβος είναι η σκοτεινή πλευρά του εαυτού του.
Φωκίων Μπόγρης: Η λέξη «λούμπεν» δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό μου
Σκηνοθέτης, σεναριογράφος. Κατοικεί στον Άγιο Δημήτριο. Το nickname του προέκυψε από μια νεανική τρολιά. Το «Πρόστιμο», η νέα μεγάλου μήκους ταινία του, έκανε πρεμιέρα στο 61ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Ντίνα Νικολάου: η πρέσβειρα της ελληνικής κουζίνας στη Γαλλία αφηγείται τη ζωή της
Σεφ. Γεννήθηκε στην Κυρτώνη Φθιώτιδας, ζει μεταξύ Παρισιού και Αθήνας. Έχει καταρρίψει πολλούς μύθους για την ελληνική κουζίνα στο εξωτερικό.
 Κώστας Φέρρης: Η επιτυχία του «Ρεμπέτικου» ήταν η καταστροφή μου
Κάιρο, Παρίσι, Αθήνα, μεγάλες προσωπικότητες, αξιομνημόνευτες στιγμές: Ο σημαντικός σκηνοθέτης και συγγραφέας μιλά για τη ζωή και την πορεία του.
Μανόλης Κορρές: Ο άνθρωπος που αφιέρωσε όλη τη ζωή του στην Ακρόπολη μιλά στη LIFO
Αρχιτέκτονας. Γεννήθηκε στην Κυψέλη, κατοικεί στα Μελίσσια. Πάντα παρατηρούσε την πόλη από ψηλά. Και η πόλη δεν ήταν ποτέ ακίνητη.
Αναστασία Κοτανίδου: «Ο κορωνοϊός ανέδειξε την απόγνωση τού να πεθαίνεις μόνος»
Καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εντατικής Θεραπείας, πνευμονολόγος-εντατικολόγος στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Ευαγγελισμού. Γεννήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας, ζει στην Αθήνα.
Γιώργος Μουχταρίδης: O Mr. Pepper 96.6 και η πλούσια ζωή του στα media
Ο διευθυντής του εξαιρετικά επιτυχημένου (κυρίως όμως καλού) Pepper 96.6 στα FM, γεννήθηκε στο Αιγάλεω, μένει στη Νέα Μάκρη, αλλά ουσιαστικά ζει μέσα στις ραδιοσυχνότητες.
Ο Μίμης Πλέσσας στα 95 του, αφηγείται την πλούσια ζωή του
Ο μουσικοσυνθέτης με τις αμέτρητες επιτυχίες που έδεσε το λαϊκό αίσθημα με βαθιά μουσική γνώση και μεγάλη φινέτσα, δέχτηκε τη LIFO στην Καλλιτεχνούπολη όπου ζει και αφηγήθηκε τα επεισόδια της ζωής του για την στήλη Οι Αθηναίοι.
Kristof: Ο νεαρός μουσικός λέει πολλά για την τέχνη του και τη γενιά του
Μουσικός-performer. Γεννήθηκε και ζει στη Νέα Σμύρνη. Τον έχουν επηρεάσει πολύ ο Χατζιδάκις και ο Αττίκ, αλλά κυρίως η Λένα Πλάτωνος, την οποία φοβάται να γνωρίσει.
O κύριος Λύσανδρος του Au Revoir αφηγείται τη ζωή του στη LifO
Γεννήθηκε στον Ανθώνα Ηλείας, ζει στους Θρακομακεδόνες.Ένα από τα πιο εμβληματικά και αγαπητά πρόσωπα της πόλης και ιδιοκτήτης του ιστορικού μπαρ, ο Λύσανδρος Παπαθεοδώρου είναι ο Αθηναίος της εβδομάδας.
 Ελένη Βερναδάκη: Η κορυφαία Ελληνίδα κεραμοπλάστρια σε μια σπάνια συνέντευξη με τη LIFO
Γεννήθηκε στην Κρήτη το 1933 και ζει στην Αθήνα. Τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια δούλευε, αν όχι στο πιο όμορφο, τουλάχιστον σε ένα από τα ομορφότερα εργαστήρια κεραμικής της χώρας, που σχεδίασε για εκείνην ο Τάκης Ζενέτος. Σίγουρα είναι η πλέον αναγνωρισμένη προσωπικότητα του καιρού μας σε αυτόν τον κλάδο.
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή