Είμαι γέννημα-θρέμμα Αθηναία. Γεννήθηκα στον Άγιο Λουκά στα Πατήσια και ξεκίνησα να δουλεύω αρκετά νωρίς, έτσι ήμουν ανεξάρτητη από μικρή. Μεγάλωσα σε μια εποχή που χαρακτηρίστηκε «το τέλος της αθωότητας», είχε έντονα πολιτικά γεγονότα, αλλά και ελπίδα. Τώρα προσπαθούν με κάθε τρόπο να την εξαφανίσουν. Είμαι, όμως, ένας άνθρωπος που πιστεύει στο αύριο και επειδή γίνονται πολλές ανατροπές, θέλω να ελπίζω ότι τα πράγματα θα αλλάξουν προς το καλύτερο.

 

• Από παιδί ήθελα να γίνω ηθοποιός. Πάντα αυτό ήθελα να γίνω. Κάθε Κυριακή ο πατέρας μου με πήγαινε στο σινεμά. Καθόμασταν και βλέπαμε το έργο αρκετές φορές και, όταν γυρίζαμε, το πρόβαρα μόνη μου, στο δωμάτιό μου. Οι γονείς μου κατάγονταν από τη Σπάρτη και ήταν ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι.

 

Ο μπαμπάς μου ξεκίνησε ως στρατιωτικός, αλλά παραιτήθηκε νωρίς, γιατί δεν συμφωνούσε με όσα γίνονταν αυτά τα χρόνια τα περίεργα. Η μάνα μου του έλεγε: «Πώς πήγες να γίνεις κι εσύ στρατιωτικός, κρατώντας ένα ακορντεόν στα χέρια;». Μετά πήρε τη δουλειά του πατέρα του, του παππού μου, που ήταν κουρέας. Η μαμά μου είχε μια μικρή βιοτεχνία με ασπρόρουχα και μετά με φόρμες γυμναστικής. Πήγα πολύ νωρίς σε σχολή χορού και ξεκίνησα τη δραματική πριν ακόμα τελειώσω το σχολείο. Τα έκανα όλα μαζί.

 

Από 9 χρονών ξεκίνησα μπαλέτο, μετά έκανα μοντέρνο και από τα 15 ασχολήθηκα με τον χορό επαγγελματικά. Ήμουν ένα νόστιμο κοριτσάκι και με ζήτησαν πολύ γρήγορα για δουλειά κι έτσι, παράλληλα με το σχολείο, έβγαζα και μεροκάματο. Ήμουν πολύ ανεξάρτητο άτομο και οι γονείς μου μού είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη. Ήμουν πολύ τζόρας. Και τώρα έχω τις ευαισθησίες μου, αλλά είμαι δυνατός άνθρωπος.

 

 

Αισθάνομαι πολύ δυνατός άνθρωπος. Όλα τα αντιμετωπίζω μόνη μου. Δεν με φοβίζει η μοναξιά, είναι δημιουργική για μένα. Το ότι μπορώ να αποσύρομαι για να καθίσω λίγο μ' εμένα μου δίνει δύναμη να αντιμετωπίσω πολλά πράγματα.

 

• Στο θέατρο ξεκίνησα πάρα πολύ νωρίς, με τη Λαμπέτη. Την εποχή εκείνη, για να μπεις στη δραματική και να πάρεις άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, έπρεπε πρώτα να τελειώσεις το σχολείο. Εγώ πήρα το «εισιτήριο» πριν τελειώσω το σχολείο, περνώντας από μια επιτροπή ταλέντων. Μου έδωσαν την άδεια και τα έκανα όλα μαζί. Δεν είχα εφηβεία, ό,τι θυμάμαι ήταν μέχρι τα 14, από 'κει και πέρα ήμουν ένα μεγάλο κορίτσι.

 

• Αν κρίνω από την πορεία μου, πιστεύω σε συμπτώσεις διαδρομών. Δεν ξέρω αν αυτό ονομάζεται τύχη, γιατί σε κάποια πράγματα ισχύει το «συν Αθηνά και χείρα κίνει»: άμα έχεις ένα χωράφι καλό, με καλό χώμα, δεν γίνεται να ρίξεις απλώς τον σπόρο, πρέπει να τον προστατέψεις, να σκάψεις, να ποτίσεις. Πιστεύω ότι το 30% είναι τύχη και το 70% είναι η δουλειά που κάνεις.

 

Η ιστορία μου με τη Λαμπέτη είναι σαν παραμύθι. Η συνάντησή μας ήταν λίγο μοιραία, σαν να ήταν γραφτό. Πήγα ως χορεύτρια στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου ήταν πρόεδρος η Λαμπέτη και με είδε να περνάω. Δεν ξέρω πού, το θέμα είναι ότι μετά από ενάμιση χρόνο έψαχνε να βρει μια κοπέλα, την οποία δεν ήξερε κανένας. Με περιέγραφε, αλλά κανείς δεν μπορούσε να της πει ποια ήμουν.

 

Κάποια στιγμή πήγε σε ένα περίπτερο να πάρει τσιγάρα, με είδε στο εξώφυλλο του περιοδικού «Βεντέτα» –με είχαν βάλει τότε ως νέο κορίτσι, πριν ακόμα ξεκινήσω– και έψαξε να βρει ποια ήμουν. Έμαθε το όνομά μου και προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί μου. Μου τηλεφώνησε εκ μέρους της ο Κώστας Καρράς τουλάχιστον 3-4 φορές για να με πείσει να πάω, γιατί νόμισα ότι κάποιος μου έκανε φάρσα.

 

Τελικά, έφτασα στο θέατρο Χορν, το πρώην «Διονύσια», βρήκα κλειστά τα φώτα και γύρισα να φύγω, αλλά με είδε ο άντρας της, που ήταν ξένος και μιλούσε σπαστά ελληνικά και με ρώτησε τι ήθελα. Του είπα το όνομά μου και μου είπε «πήγαινε μέσα, σε περιμένει». Τότε ξεκίνησε όλη αυτή η περιπέτεια της ζωής μου. Όταν επέστρεψα στο σπίτι μου, είχα την αίσθηση ότι δεν περπατούσα, δεν πατούσα, νόμιζα ότι γλίστραγα. Γλίστρησα την Πανεπιστημίου, γλίστρησα την Πατησίων κι έφτασα στο σπίτι μου με τα πόδια.

 

• Από 'κει και πέρα, είχα τη χαρά και την τιμή, μέχρι που έφυγε η Έλλη, να είμαι φίλη της. Με τίμησε με τη φιλία της, με την παρουσία της, με την καθημερινότητά της, δεν ήταν απλώς μια συνεργασία επιφανειακή. Ο πρώτος ρόλος μου ήταν στα «Σαράντα Καράτια». Μετά έκανα το δεύτερο έργο μαζί της, το «Άνθος του Κάκτου», και μετά, επειδή είχε αρχίσει η περιπέτεια της υγείας της, συνεργάστηκα με τον Κώστα Μουσούρη, ο οποίος ήταν τότε το αστικό θέατρο, απ' όπου είχαν περάσει όλες οι σημαντικές ηθοποιοί ως πρωταγωνίστριες και η ίδια η Λαμπέτη. Έμεινα για τρία χρόνια εκεί και μετά για τέσσερα χρόνια δούλεψα με ελεύθερους θιάσους.

 

Έπειτα, ξεκίνησε ένας άλλος δρόμος, με κλασικό ρεπερτόριο, που είχε αφετηρία το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με την παράσταση του Μπρεχτ «"Η Όπερα της Πεντάρας» σε σκηνοθεσία του Κούνδουρου. Δούλεψα πέντε χρόνια με το Κρατικό, συνεργάστηκα με το Εθνικό Θέατρο και τον Αλέξη Σολωμό και πολλούς άλλους καλλιτέχνες και τώρα πια κάνω αυτή την παράσταση.

 

«Αν κρίνω από την πορεία μου, πιστεύω σε συμπτώσεις διαδρομών. Δεν ξέρω αν αυτό ονομάζεται τύχη, γιατί σε κάποια πράγματα ισχύει το "συν Αθηνά και χείρα κίνει"». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
«Αν κρίνω από την πορεία μου, πιστεύω σε συμπτώσεις διαδρομών. Δεν ξέρω αν αυτό ονομάζεται τύχη, γιατί σε κάποια πράγματα ισχύει το "συν Αθηνά και χείρα κίνει"». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• «Πού είναι η μάνα σου, μωρή;» είναι μια φράση που λέει η μάνα της Δήμητρας Πέτρουλα, της γνωστής οικογένειας των Πετρουλιάνων από τη Μάνη και υπάρχει στο βιβλίο που προκάλεσε μεγάλο θόρυβο, όταν κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια. Είναι ένα πολύ δυνατό έργο, μια ιδέα της Σοφίας Αδαμίδου, η οποία έκανε τη θεατρική διασκευή, αλλά νομίζω ότι ήταν και η κατάλληλη στιγμή για να γίνει, επειδή μιλάει για τον Εμφύλιο και είναι κάτι σύγχρονο.

 

Μπορεί να αναφερόμαστε στη συγκεκριμένη οικογένεια, αλλά τα αποτελέσματα του Εμφυλίου είναι διαχρονικά. Δες τι συμβαίνει στην Αφρική π.χ. που εξαφανίζεται καθημερινά τόσος κόσμος. Φυσικά, αυτοί που την πληρώνουν περισσότερο απ' όλους είναι τα παιδιά. Η Δήμητρα Πέτρουλα ήταν τεσσάρων χρονών όταν έγινε η σφαγή κι έχει έντονες μνήμες, γιατί η εικόνα με τα έντερα έξω δεν ξεχνιέται.

 

Σφαγιάστηκε όλη η οικογένειά της, η μάνα της, οι αδερφές της, ο θείος της, μετά οι άλλες θείες της, οι ξαδέρφες της – οι Πετρουλιάνοι μετράνε 42 νεκρούς, με τελευταίο νεκρό στα Ιουλιανά, τον Σωτήρη Πέτρουλα, ο οποίος ήταν ανιψιός της. Είναι ένα έργο που έχει συναντήσει μεγάλη ανταπόκριση όπου και αν έχει παιχτεί –το πήγαμε το καλοκαίρι σε Λέσβο, Κω, Σάμο–, με ανθρώπινα στοιχεία, αστεία, αλλά είναι κυρίως δραματικό. Έτσι κι αλλιώς, ένα δράμα είναι και η ίδια η ζωή.

 

Η συνεργασία μου με τον Ένκε Φεζολλάρι, ένα παιδί με καταγωγή από την Αλβανία, ο οποίος είναι εδώ από τα δώδεκά του χρόνια, ξεκίνησε πριν από ενάμιση χρόνο που αρχίσαμε αυτή τη δουλειά. Τον πίστεψα και τον αγάπησα, τώρα πια τον θεωρώ εντελώς δικό μου άνθρωπο. Είναι ένα παιδί που έχει τέτοια γνώση της χώρας, στην οποία βρίσκεται και της Ιστορίας της, που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε. Δεν ψάχνει απλώς για τη δουλειά του, ψάχνει για τον ίδιο, και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Δεν είναι τυχαίο το ότι λέει πως έχει δύο πατρίδες.

 

• Έχω επιλέξει έναν πολύ δύσκολο δρόμο, του μοναχικού ανθρώπου. Έχω φίλους, έχω ζωή ανοιχτή, δεν είμαι καθόλου κλειστός χαρακτήρας. Αυτή η στιγμή μου είναι μια πολύ ευτυχισμένη στιγμή – μέχρι τώρα είναι η πιο ευτυχισμένη μου στιγμή στο θέατρο. Το Πού είναι η μάνα σου, μωρή είναι ένα συγκεκριμένο πολιτικό έργο, πανανθρώπινο, το οποίο με αφορά προσωπικά.

 

Έχω κάνει πολύ δύσκολα πράγματα και δεν θέλω να είμαι αχάριστη, αλλά αυτό που γίνεται αυτή την εποχή, σε αυτή την ηλικία που είμαι και με αυτούς τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι, με κάνει σχεδόν ευτυχισμένη. Η ευτυχία είναι κάτι που κρατάει πολύ λίγο, είναι μια στιγμή, στην οποία λες «αχ, τι καλά που είμαι!», αλλά η ζωή τρέχει και σου ανατρέπει τα πάντα. Το θέμα είναι να αναγνωρίσεις το μήνυμα εκείνη την ώρα που σου συμβαίνει.

 

• Εβδομήντα χρόνια μετά την έναρξη του Εμφυλίου έχουν γίνει πάρα πολλά πράγματα, όλοι έχασαν και όλοι έχουμε να θρηνήσουμε κάποιον, αλλά η αγριότητα και το άδικο δεν τιμωρήθηκαν ποτέ. Οι δωσίλογοι δεν δικάστηκαν, δεν πλήρωσαν τίποτε από όλο αυτό το φονικό, και ο διχασμός εξακολουθεί να υπάρχει στην κοινωνία με άλλο πρόσωπο. Η δολοφονία του Φύσσα τι είναι;

 

Φοβάμαι μη μείνω χωρίς φίλους. Δεν είναι πολλοί οι φίλοι μου, αλλά για μένα είναι πολύ σημαντικοί. Ο πιο μεγάλος μου φόβος όμως είναι μη χρειαστεί να γίνω βάρος σε κάποιον. Θέλω να φύγω χωρίς να βαρύνω κανέναν, δεν θέλω να ταλαιπωρήσω κανέναν δίπλα μου. Ούτε τον εαυτό μου.

 

• Αυτοί που ψηφίζουν Χρυσή Αυγή δεν είναι άνθρωποι αγράμματοι και περιθώριο, είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας που δεν φαίνονται από τις καθημερινές αντιδράσεις τους, είναι νέοι άνθρωποι που στηρίζουν τη Χρυσή Αυγή από αντίδραση. Η πολιτεία έχει μεγάλη ευθύνη, γιατί δεν διαχειρίζεται σωστά το προσφυγικό και το μεταναστευτικό, δεν έχει σχέδιο. Όταν ο καθένας βλέπει διάφορες βιαιότητες να διαπράττονται δίπλα του και αισθάνεται να απειλείται, ο μόνος που κερδίζει είναι η Χρυσή Αυγή.

 

Έχουν εξαφανιστεί ένα σωρό παιδιά που έφτασαν ως εδώ ασυνόδευτα και κανείς δεν ξέρει τι απέγιναν, αν τα πούλησαν... Φοβάμαι πολύ ότι θα έχουμε κι άλλη άνοδο στις επόμενες εκλογές και δεν μπορώ να μπω σε αυτήν τη λογική. Αν συμβεί αυτό, σκέφτομαι ότι θα πρέπει να εξαφανιστούμε.

 

• Δεν μας φταίνε οι ξένοι. Μην κοιτάτε τώρα, τα τελευταία 6-7 χρόνια που έχουν σφίξει τα πράγματα, τη δεκαετία του '90 οι Αλβανοί που ήρθαν στην Ελλάδα έκαναν περιουσίες γιατί δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, όλη η οικογένεια. Οι Έλληνες έπαιρναν τις επιδοτήσεις, κάθονταν στο καφενείο κι έβαζαν τους Αλβανούς να τους κάνουν τις δουλειές για ψίχουλα. Και τώρα ψάχνουν να βρουν δουλειά και δεν βρίσκουν και τους φταίνε οι ξένοι, που τους την πήραν. Υπήρξε περίοδος που δεν έβρισκες Έλληνα τεχνίτη στην Αθήνα.

 

Το στενόχωρο με αυτή την κατάσταση είναι ότι έχει διώξει πολύ νέο κόσμο στο εξωτερικό, σημαντικά κεφάλια, τα οποία δεν ξέρουμε αν θα γυρίσουν ποτέ. Γιατί δεν τους εκτιμούμε και τους διώχνουμε, η πολιτεία τούς αναγκάζει να φύγουν. Βλέπεις τι ανακαλύψεις και τι έργο κάνουν κάθε μέρα σε όλους τους τομείς!

 

• Εμείς στη δουλειά μας έχουμε πάρει τα πράγματα στα χέρια μας. Δεν μπορούν όλοι να έχουν παραγωγό ή να βρουν χρηματοδότη και δεν είναι πια καθόλου εύκολο να κάνεις μια παράσταση. Τα περισσότερα παιδιά που ασχολούνται με το θέατρο δουλεύουν σε μπαρ, έχουμε γίνει Μανχάταν. Βρίσκουν μεταξύ τους έναν leader και κάνουν την προσπάθειά τους να εκφραστούν. Και γίνονται κάποια εξαιρετικά πράγματα, υπάρχει ένα φως τρομερό, αλλά χρειάζεται και λεφτά για να έχει συνέχεια όλο αυτό, δεν μπορείς να συντηρηθείς χωρίς λεφτά.

 

Κανείς δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα εύκολα πια. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι στην κατάσταση μιας οικογένειας με παιδιά που έχει δύο ανέργους στο σπίτι, αλλά δεν είναι τα πράγματα όπως παλιά. Δεν μου αρέσει και η μιζέρια, καθόλου, παρόλο που προσπαθούν να μας κάνουν μίζερους. Ο Έλληνας δεν είναι μίζερος, το βιοτικό επίπεδο έχει πέσει πάρα πολύ, έχει σχεδόν εξαφανιστεί η μεσαία τάξη, αλλά κακομοίρηδες δεν είμαστε. Και δεν θέλω να μας λυπούνται. Καλύτερα να μας φοβούνται παρά να μας λυπούνται.

 

Αυτό προσπάθησαν να κάνουν οι Ευρωπαίοι, να μας μειώσουν, επειδή μας φοβούνται. Έχουμε μια υπέροχη χώρα που διαφημίζουμε με λάθος τρόπο. Πιστεύω ότι η σημαντικότερη υπουργός Πολιτισμού ήταν η Μελίνα. Η μόνη η οποία έκανε κάποια πράγματα.

 

• Τα ΔΗΠΕΘΕ πεθαίνουν. Ξεκίνησε η κατρακύλα πριν από μια 15ετία, όταν άρχισαν να θεωρούν τις θέσεις κυβερνητικές. Στην τέχνη δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Ο πολιτισμός είναι Ιστορία, εάν δεν υπήρχε ο πολιτισμός, δεν θα ξέραμε την ιστορία της ανθρωπότητας. Έκαναν απεργία στη Γαλλία για τα αρχαία ελληνικά, στη Ρωσία τα έβαλαν δεύτερη γλώσσα στα σχολεία κι εδώ καταργούμε τη σημαντικότητα της γλώσσας μας, που είναι η βάση για όλες τις γλώσσες. Βάζουμε τα χέρια μας και βγάζουμε τα μάτια μας.

 

«Δεν μας φταίνε οι ξένοι. Μην κοιτάτε τώρα, τα τελευταία 6-7 χρόνια που έχουν σφίξει τα πράγματα, τη δεκαετία του '90 οι Αλβανοί που ήρθαν στην Ελλάδα έκαναν περιουσίες γιατί δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, όλη η οικογένεια. Οι Έλληνες έπαιρναν τις επιδοτήσεις, κάθονταν στο καφενείο κι έβαζαν τους Αλβανούς να τους κάνουν τις δουλειές για ψίχουλα». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
«Δεν μας φταίνε οι ξένοι. Μην κοιτάτε τώρα, τα τελευταία 6-7 χρόνια που έχουν σφίξει τα πράγματα, τη δεκαετία του '90 οι Αλβανοί που ήρθαν στην Ελλάδα έκαναν περιουσίες γιατί δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, όλη η οικογένεια. Οι Έλληνες έπαιρναν τις επιδοτήσεις, κάθονταν στο καφενείο κι έβαζαν τους Αλβανούς να τους κάνουν τις δουλειές για ψίχουλα». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

• Φοβάμαι μη μείνω χωρίς φίλους. Δεν είναι πολλοί οι φίλοι μου, αλλά για μένα είναι πολύ σημαντικοί. Ο πιο μεγάλος μου φόβος όμως είναι μη χρειαστεί να γίνω βάρος σε κάποιον. Θέλω να φύγω χωρίς να βαρύνω κανέναν, δεν θέλω να ταλαιπωρήσω κανέναν δίπλα μου. Ούτε τον εαυτό μου.

 

• Ο έρωτας έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Το λέει ένας άνθρωπος που ζει μόνος του, αλλά είμαι ένα χορτασμένο πλάσμα. Έχω αγαπήσει κι έχω αγαπηθεί πολύ, έχω κάνει κι έναν γάμο, αλλά πιστεύω ότι ο γάμος έχει σχέση με την οικογένεια, γι' αυτό δεν ξαναπαντρεύτηκα. Επειδή συζούσα όμως, και τις άλλες σχέσεις μου σαν γάμο τις έζησα.

 

• Τα γκράφιτι μου αρέσουν πολύ ως μορφή τέχνης, σε συγκεκριμένους χώρους είναι τρομερά. Όταν όμως παίρνει το κάθε παιδάκι ένα σπρέι και μουτζουρώνει ό,τι χώρο υπάρχει, μου είναι πάρα πολύ ενοχλητικό. Με ενοχλεί να μην έχει επίγνωση του χώρου που βάφει κάποιος, όταν βάφει ακόμα και μνημεία. Είναι θέμα παιδείας, δεν μαθαίνει κανείς τα παιδιά να αγαπούν την πόλη και να τη σέβονται.

 

Με ενοχλούν οι άνθρωποι που δεν έχουν επίγνωση του σωματότυπού τους και φοράνε ό,τι προστάζει η μόδα. Παρότι τα ελληνάκια έχουν γίνει πάρα πολύ όμορφα, δεν ταιριάζουν όλα τα ρούχα σε όλους. Με ενοχλεί η βρόμα, η βρόμα στους τοίχους, κάτω, παντού. Έχει σχέση με την ψυχή μας αυτή η βρόμα, δεν μπορεί να βρομίζεις έτσι και να έχεις καθαρή ψυχή. Δεν μου αρέσει που αποφασίζουν άλλοι για τη μοίρα μας.

 

• Μου αρέσει να βλέπω σινεμά και ταινίες στο σπίτι μου, έχω μια πολύ μεγάλη συλλογή από ταινίες. Μου αρέσει να βλέπω παραστάσεις, αγαπώ πάρα πολύ τη θάλασσα και μου αρέσει να κολυμπάω – πηγαίνω συχνά τώρα που είμαι δίπλα της πια. Μου αρέσει να διαβάζω, να ασχολούμαι με το Ίντερνετ και, δυστυχώς μου αρέσει η καλή κουζίνα. Λέω δυστυχώς γιατί όλη μου τη ζωή κάνω δίαιτα, δεν αντέχω, θέλω κάποια στιγμή να αφήσω τον εαυτό μου και να γίνω μια φοβερή «μπαμπατζάνα». Μου αρέσει πάρα πολύ το φαγητό.

 

• Το γεγονός ότι ζω μόνη μου θεωρώ ότι μου δίνει δύναμη. Αισθάνομαι πολύ δυνατός άνθρωπος. Όλα τα αντιμετωπίζω μόνη μου. Δεν με φοβίζει η μοναξιά, είναι δημιουργική για μένα. Το ότι μπορώ να αποσύρομαι για να καθίσω λίγο μ' εμένα μου δίνει δύναμη να αντιμετωπίσω πολλά πράγματα.

 

• Έχω στενοχωρηθεί με πράγματα που έχω κάνει, όπως τα σκέφτομαι όμως δεν θα τα άλλαζα, όχι από εγωισμό, για να πω ότι όλα τα έκανα καλά. Όχι, δεν τα έκανα όλα καλά, αλλά πιστεύω πάρα πολύ στο μάθημα. Το μάθημα δεν τελειώνει ποτέ. Μου αρέσει που είμαι διαρκώς σε μια διαδικασία αναζήτησης και το γεγονός ότι έχω την ελπίδα ότι θα υπάρχει αύριο. Η ζωή είναι ένα μεγάλο δώρο και τη λατρεύω, με όλα τα κακά που έχει και με όλους τους φόβους. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι πέρα από δω, όταν πεθαίνεις όλα τελειώνουν και αυτό είναι ένα καλό μάθημα.

 

Tο άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην έντυπη LiFO το 2016.