Η συνέντευξη αυτή ήταν η πρώτη στην οποία ένα δημόσιο πρόσωπο παραδεχόταν ανοιχτά ότι πάσχει από AIDS. Δόθηκε το 1994 στο δωμάτιο του Ευαγγελισμού όπου νοσηλευόταν ο Αλέξης Μπίστικας και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό 01. 

— Σε τι ηλικία πήγες στο Λονδίνο, Αλέξη;

Δεκαοχτώ χρονών. Εντελώς μόνος. Δεν είχα ούτε συγγενείς ούτε φίλους. Κι έμεινα συνολικά 10 χρόνια. Κάναμε squatting τότε κι εγώ εξοικονομούσα τα χρήματα που μου 'στελναν, για να γυρίζω super-8. Οι μέρες εκείνες ήταν υπέροχες. Ήμασταν μια αγαπημένη παρέα, βρίσκαμε ωραία σπίτια, κι ο καθένας συνεισέφερε με το ταλέντο του -άλλος έκανε τη διάρρηξη για να μπούμε, άλλος ήξερε να συνδέει το γκάζι και το ηλεκτρικό...


— Εσύ τι έκανες;

Εγώ μαγείρευα! (γέλια)... Μου 'χουν λείψει τα baths -να γεμίσω την μπανιέρα με καυτό νερό και να μπω μέσα... Ήταν πολύ ωραία. Ήταν κοινοβιακή ζωή, παίρναμε μαζί πρωινό -το ετοιμάζαμε μάλιστα εκ περιτροπής.


— Οι γονείς σου το ήξεραν;

Όχι.


— Τώρα υπάρχουν πράγματα που ακόμα δεν ξέρουν;

Ναι.


— Δεν σε πειράζει που θα τα διαβάσουν στη συνέντευξη;

Τι να κάνω; Είπαμε να τολμάμε μερικά πράγματα.


— Drugs έκανες στο Λονδίνο;

Κάναμε πολύ grass. Πολύ! Έχω δοκιμάσει, όμως, τα πάντα.


— Τι αναζητούσες σ' όλα αυτά;

Είχα μια λύσσα για ζωή... Να ζήσω.. Έντονα.. Το ίδιο πράγμα που αναζητάω με τη δουλειά.


— Ίδια έξαψη σου δίνουν και τα δύο;

Ναι.

 

Αφήνω τα πράγματα να γίνουν απλά. Και λειτουργώ κάθε φορά με βάση το ένστικτό μου, και χωρίς πού σχεδιασμό. Σαν να ξεπηδάνε από μέσα μου τα πράγματα.


— Το πιο τολμηρό πράγμα που έχεις κάνει, το 'χεις κάνει στη ζωή ή στην τέχνη σου;

(σιωπή) Το πιο τολμηρό πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου ήταν ένας έρωτας. Ούτε δουλειά, ούτε νυχτοπερπατήματα. Ήταν ένας έρωτας ολοκληρωτικός, που μ' έκανε να φτάσω στα όρια μου. Δεν κράτησε πολύ, αλλά μ' έχει σημαδέψει για πάντα.


— Ο Έλιοτ λέει πως υπάρχουμε αληθινά μόνο μέσα απ' τις στιγμές του παραδομού.

Ναι. Τότε μόνο υπήρξα κανονικά μέσα στο πετσί μου. Μόνο εκείνη την εποχή. Ήταν στο Παρίσι. Είχα πάει επίσκεψη και έμεινα.

 
— Στο Λονδίνο είχες πάει για να μάθεις κινηματογράφο;

Όχι. Πήγα για να γίνω πολιτικός. Ήμουνα συνδικαλιστής στο Κολλέγιο Αθηνών -ο αρχηγός όλων των περιθωριακών απέναντι στους νεοφασίστες. Πήγα στο London School of Economics και πήρα το πτυχίο μου. Στο μεταξύ, κατάλαβα ότι δεν είναι αυτός ο δρόμος μου. Έβλεπα τότε πολύ σινεμά, ήταν η μόνη μου διασκέδαση.


— Ήταν η εποχή που έβγαλες το Κοντροσόλ στο Χάος, αυτό το φοβερό φανζίν.

Τότε, στα διαλείμματα που ερχόμουν στην Αθήνα, πήγαινα στα Εξάρχεια. Ήταν μια εποχή ωραία τότε, δεν είχε πέσει ακόμα τόση πρέζα και αστυνομία. Ήμασταν μια παρέα με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και τον Παύλο τον Αβούρη και είπα να κάνουμε ένα περιοδικό. Μπήκαμε σε μια διαδικασία ενθουσιασμού, είπαμε να μη μοιάζει με κανένα, να είναι ασπρόμαυρο, τετράγωνο, και να μπορεί να δημοσιεύει τη δουλειά μας που όλοι, τότε, την απέρριπταν.

 

Κοντροσόλ στο Χάος, τεύχος 3
Κοντροσόλ στο Χάος, τεύχος 3


— Είχατε αντιδράσεις;

Όχι. Άρεσε!


— Ακόμα και στους γονείς σου;

Οι γονείς μου είναι ένα περίεργο μείγμα ανθρώπου. Είναι πολύ συντηρητικοί αλλά και πολύ ανεκτικοί. Το γεγονός ότι είναι χωρισμένοι με διευκόλυνε πολύ, γιατί ο καθένας ήθελε να 'ναι λίγο πιο φιλελεύθερος από τον άλλο. Είχανε όμως και το κριτήριο να δούνε ότι είναι μια δουλειά που άξιζε.


— Την ελευθεριότητα εκείνης της εποχής πώς τη βλέπεις σήμερα;

Πολύ μ΄ αρέσει ...Πολύ!


— Οι ιστορίες που λέγατε τότε στο περιοδικό (για τραβεστί, ντραγκς κ.λ.π.) ήταν αληθινές ή φαντασίες;

Και τα δύο.


— Δεν σε κούραζε ποτέ αυτός ο τρόπος ζωής;

Ήταν ωραία. Δεν με κούραζε.


— Συνήθως νιώθεις ένα κενό όταν το παρακάνεις...

Εγώ πέρασα πάρα πολύ όμορφα (αναστενάζει). Ήμουνα ευτυχισμένος να ξενυχτάω, να τραβιέμαι, και να ξυπνάω το απόγευμα να πίνω τον καφέ μου. Πολύ ευτυχισμένος!... Αλλά αυτά δεν γίνονται πια!


— Αν εννοείς την αρρώστια, ούτως ή άλλως, ως ποια ηλικία μπορεί κανείς να τραβιέται;

Ο Ταχτσής το τράβηξε μέχρι τα 65 του.


— Ο Χριστιανόπουλος όμως μεταστράφηκε σ' έναν ασκητικό ηθικολόγο.

Κάνει όμως τις βολτίτσες του -δεν τις κάνει;

 

Κοντροσόλ στο Χάος, τεύχος 5
Κοντροσόλ στο Χάος, τεύχος 5


— Η δική σου αλητεία, τι σου έμαθε;

Μου έμαθε ν' αγαπάω τον απλό κόσμο. Ιδίως τα αγόρια. Μου έμαθε να τα καταλαβαίνω.


— Πριν, δεν τα καταλάβαινες;

Όχι.


— Λόγω καταγωγής;

Ε, ναι. Είχα μια τεράστια άγνοια για τις συμπεριφορές του λαϊκού κόσμου, ενώ με τις περιπλανήσεις μου (που άρχισαν αρκετά νωρίς, όταν ήμουν 16,17 χρονών) έμαθα να ζω με αυτόν τον κόσμο και να λειτουργώ.


— Σ' έμαθε να αισθάνεσαι κάτι παραπάνω;

Ναι... Τρυφερότητα!... Τρυφερότητα για ένα ξένο σώμα!


— Μόνο σώμα;

Και την ψυχή που έχει.


— Τι ιδιαίτερο έχει η λαϊκή ψυχή;

Είναι στερεότυπο αυτό που θα πω, αλλά έχει πιο μεγάλη ντομπροσύνη.


— Ένας λαϊκός άνθρωπος ξέρει ν' αγαπάει δυνατότερα;

Ναι. Υπάρχει μια μεγαλύτερη αθωότητα. Και υπάρχει μια μεγαλύτερη δίψα.


— Αυτό υπάρχει και στο Χάραμα!

Το Χάραμα είναι ένας ύμνος στον έρωτα. Με τον πόνο του και τις χαρές του. Κι επίσης μια αγάπη για τη σύγχρονη ελληνική μουσική, που δεν την ακούμε στις ελληνικές ταινίες.

 

Το Χάραμα, 1993

 

— Στις ταινίες σου βάζεις Μητροπάνο και Νικολόπουλο, αλλά εδώ σε βρήκα ν' ακούς Μάλερ!

Δεν συμβαίνει αυτό που υπαινίσσεσαι. Άκουγα από μικρός λαϊκά -άκουγε ο πατέρας μου πολύ, Θεοδωράκη και λοιπά.


— Ο Μητροπάνος όμως είναι άλλη ιστορία.

Αυτά τα βαριά, τ' άρχισα μαζί με τις περιπλανήσεις μου. Ελπίζω ότι δεν είναι φιλολογική η αγάπη που τους έχω. Ελπίζω ότι δεν είμαι ένας παρείσακτος μέσα σε όλα αυτά τα πράγματα.


— Κι όμως, ένας απόφοιτος του London School of Economics θα πρέπει να είναι κάπως παρείσακτος μέσα στα σκυλάδικα.

Περισσότερο από παρείσακτος, εγώ ένιωθα σαν την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Αισθανόμουνα ένα θαυμασμό, αλλά χωρίς κόμπλεξ.


— Παρατηρώ ότι δεν βασανίζεσαι από εσωτερικά μπερδέματα.

Αφήνω τα πράγματα να γίνουν απλά. Και λειτουργώ κάθε φορά με βάση το ένστικτό μου, και χωρίς πολύ σχεδιασμό. Σαν να ξεπηδάνε από μέσα μου τα πράγματα.


— Ποιος νομίζεις ότι είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό σου στο σινεμά;

Νομίζω ότι έχω μια παιδική φρεσκάδα.


— Μα είσαι παιδί!

(γελάει) Επίσης δεν πολυσκέπτομαι τα πράγματα όταν τα κάνω, ούτε παιδεύω τα σενάρια.


— Τι ταινίες θέλεις να γυρίσεις;

Θέλω να κάνω ταινίες που οι άνθρωποι να βγαίνουν και να κλαίνε. Ταινίες έρωτα, με αληθινές ιστορίες. Με μια ηρωίδα δυνατή, θετική, που ο κόσμος θα την αγαπήσει και θα ταυτιστεί μαζί της.

 

— Σαν ποια;

Δεν ξέρω. Η Μάρθα Βούρτση, πριν χρόνια.. Θα ήθελα να το κάνω... αλλά τώρα κάνω σχέδια, και δεν πρέπει.


— Θα περίμενε κανείς να γυρίσεις κάτι πιο αυτοβιογραφικό από το Χάραμα.

Αυτό το σενάριο το 'χω δει στον ύπνο μου. Με αρχή, μέση και τέλος. Συγκατοικούσα τότε με τον Σταύρο Ζαλμά, και τ' απογεύματα που σηκωνόμασταν, αν είχαμε δει κανένα ωραίο όνειρο, το λέγαμε. Όταν του είπα αυτό το όνειρο, μου λέει ο Ζαλμάς: «Μα, αυτό είναι ταινία, παιδί μου!» Αυτή η ιστορία βγαίνει από μέσα μου -κι εγώ είμαι τα δύο θετικά πρόσωπα του φιλμ: Είμαι η Κούκα και είμαι ο διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας.


— Η Κούκα σου άρεσε;

Την αγάπησα πάρα πολύ. Είναι ένα κορίτσι απλό, πάρα πολύ ζεστό και χωρίς κακίες. Και χωρίς κανένα βεντετισμό. Είναι αξιαγάπητη.


— Σ' αρέσει γιατί είναι και λαϊκή!

Ναι, είναι λαϊκό κορίτσι!


— Ο Ζαλμάς, αντίθετα, δεν είναι...

Πράγματι, ο Ζαλμάς δεν είναι λαϊκό κορίτσι (γέλια)


— Τον Ζαλμά τον συμπαθώ, γιατί τον έχω συναντήσει να πίνει μόνος σ' ένα μπαρ της συμφοράς.

Είναι μόνος του.


— Όλοι είμαστε μόνοι. Αλλά οι περισσότεροι φοβούνται να το δείξουν.

Ο Ζαλμάς δεν φοβάται να βγαίνει μόνος. Κι' εγώ έβγαινα μόνος... Είναι χρυσό παιδί ο Σταύρος. Και από τα πιο ευαίσθητα πρόσωπα που υπάρχουν. Και δίνεται ολόκληρος στις δουλειές που κάνει.


— Είσαι ικανοποιημένος από την αντιμετώπιση των media;

Είχα καλές και δίκαιες κριτικές. Με υπεράσπισε ο Τύπος απέναντι σε ορισμένες αδικίες που μου γίνονται.


— Ποιες εννοείς;

Είναι λίγο περίεργο να το λέω εγώ, αλλά νομίζω ότι και η Γραβάτα και το Χάραμα έπρεπε να είχαν βραβευτεί. Αλλά έπρεπε να έχουν άλλο τρόπο σκέψης και λίγο χιούμορ για να καταλάβουν τις ταινίες μου... Υπάρχει μια μιζέρια.

 

 

Η Γραβάτα, 1991

 
— Δεν το 'ξερες από πριν;

Το 'ξερα! Αλλά ήλπιζα... Έχουν επικρατήσει μερικά στερεότυπα για το πως μπορεί να είναι μια καλή ταινία. Πρέπει να 'ναι σοβαρή οπωσδήποτε, να ασχολείται με μουντά θέματα, και πρέπει να 'χει μια φιλολογική διάσταση.


— Τι σ' έκανε να γυρίσεις τα Μάρμαρα; Η γοητεία της Μελίνας ή κάποιο «εθνικό αίσθημα»;

(γελάει) Τα Μάρμαρα είναι ένα περίεργο μείγμα που πρέπει να το δει κανείς πάλι με χιούμορ. Είναι αληθινή νοσταλγία για την Ελλάδα, αγάπη για τη Μελίνα και ένα γαμώτο εθνικό, ανακατεμένο με πλάκα!

 

 

Τα Μάρμαρα, 1989


— Έχεις μια εμμονή με τη Μελίνα.

Την ήξερα, την αγαπούσα πάρα πολύ -κι εκείνη με αγαπούσε με μια αγάπη μητρική. Με κοιτούσε σαν να 'μουνα παιδί της. Με τράβαγε η θηλυκότητά της, ο τρόπος που καθότανε στον καναπέ, έβγαζε τα παπούτσια και ξυπόλυτη μάζευε τα πόδια της. Η φωνή της...


— Ποιους άλλους Έλληνες αγάπησες;

Τον Χατζιδάκι, πολύ. Και με τον Ταχτσή είχα μια φιλία, αν και στο τέλος με είχε κουράσει αυτό το bitchiness που έχει -αυτή η οξύτητα.


— Τον είχες γνωρίσει από το συνάφι της λογοτεχνίας ή του δρόμου;

Κατ' αρχήν από το συνάφι της λογοτεχνίας, αλλά και από την πιάτσα. Στην πιάτσα, ο Ταχτσής μεταμορφωνόταν. Γινότανε μια λαϊκή γκόμενα, ντυνόταν σαν κυριούλα της γειτονιάς. Και του πήγαινε πάρα πολύ -ήταν έξυπνο. Γιατί αν προσπαθούσε να ντυθεί νόστιμη κοπελίτσα, θα ήτανε γκροτέσκο.


— Τι κάνει, νομίζεις, μερικά αγόρια να ντύνονται γυναίκες;

Έχουν ταλέντο σ' αυτό. Και τους δίνει πολύ ενέργεια. Η μεταμφίεση τα βοηθάει να βγαίνουν απ΄ την ντροπή και το φόβο, να γίνονται σεξοβόμβες -και το κυριότερο, να κάνουν τους άντρες να τα ποθούν χωρίς αναστολές.


— Δύο χρόνια τώρα, έχω την αίσθηση ότι υπάρχει μια μυστικοπάθεια γύρω απ' την αρρώστια σου.

Με στενοχωρεί που το λες. Δεν το λέω, γιατί το θεωρώ πλεονασμό -νομίζω πως όλοι το ξέρουν. Λοιπόν να το πούμε: εδώ και δύο χρόνια έχω AIDS και έχω μάθει να ζω μαζί του. Δεν είναι κάτι για το οποίο ντρέπομαι και νομίζω ότι το να το πει κανείς, αντί να το κρύψει, βοηθάει κάπως τον πόλεμο εναντίον της προκατάληψης. Το έχω, το παλεύω, μου έχει στερήσει πολλά πράγματα, τον τελευταίο καιρό είμαι καθηλωμένος στην κλινική, παίρνω συνεχώς φάρμακα -και μόνο τα Σαββατοκύριακα με αποσυνδέουν και πάω καμιά βόλτα. Μου ΄χει στερήσει τους φίλους μου. Με αγκαλιάσανε. Όπως και η οικογένεια μου, παραδόξως: θείες, παπούδες κ.λ.π. Δεν είχα καμία απόρριψη.

 

— Μετά την αρρώστια, άλλαξε ο τρόπος που κοιτάς τον κόσμο;

Σίγουρα. Άρχισα να βλέπω το μέλλον αλλιώτικα. Δεν υπάρχει μπροστά μου μια ατελείωτη έκταση ζωής, κάνω πράγματα κατά στάδια. Δηλαδή λέω, «τώρα θα βγάλω το βιβλίο», μετά λέω «θα γράψω ένα σενάριο» -βάζω στόχους να τους φτάνω.


— Με τους γονείς σου, οι σχέσεις άλλαξαν;

Κέρδισα τον μπαμπά μου, ο οποίος έχει γίνει σα γυναικούλα, μου μαγειρεύει, και έχει γίνει πολύ τρυφερός.


— Οι άνθρωποι σε προσεγγίζουν τώρα διαφορετικά;

Όχι. Απλώς με μεγαλύτερη διακριτικότητα και τρυφερότητα. Προσεκτικά! Και βλέπω μια αγάπη. Είμαι καλός στόχος γι' αυτούς που θέλουν να δείξουν ότι δεν έχουν προκατάληψη για το AIDS!


— Νομίζεις ότι για κάτι τέτοιο μπορεί να σου ζήτησα συνέντευξη;

Όχι. Νομίζω ότι έπρεπε πλέον να συναντηθούμε, μετά από τόσα χρόνια.


— Ποιο πράγμα σου δίνει μεγαλύτερη δύναμη αυτό τον καιρό;

Η προσευχή. Από παλιά είχα στραφεί στη θρησκεία, κατ' αρχήν για αισθητικούς λόγους. Την εποχή του Λονδίνου, πήγαινα ν' ακούσω τις ψαλμωδίες της Μεγάλης Εβδομάδας, που μ' άρεσαν πολύ.

 

 


— Στην Oxford Street;

Όχι πήγαινα στο Camden, που είναι πιο λαϊκό. Σιγά σιγά άρχισε να ενσταλάζει μέσα μου ένα θρησκευτικό συναίσθημα που ερχόταν από το πουθενά. Ήταν η αρχή της σαγήνης... Μέχρι που ένα βράδυ, αισθάνθηκα πάρα πολύ μόνος. Ήμουνα στο κρεβάτι μου, μακριά από την πατρίδα μου και τους γονείς μου, και παρατημένος από έναν ερωτικό σύντροφο. Και αισθάνθηκα μια άκρατη απελπισία. Εντελώς αυθόρμητα, σηκώθηκα και έκανα την προσευχή μου, μετά από πάρα πολύ καιρό. Σε δύο λεπτά, είχα ιδρώσει -σα να είχα πάρει ντεπόν- και κοιμήθηκα σαν πουλάκι... Με βοηθάει η δύναμη της προσευχής. Και σε διάφορες επίπονες εξετάσεις που πρόκειται να κάνω, προσηλώνομαι σε ιερές μορφές, σκέφτομαι την Παναγία.


— Δεν μου ΄χει τύχει ποτέ!

Θα σου τύχει!


— Τυχαίνει όταν το ΄χεις ανάγκη...

Τυχαίνει όταν πρέπει. Ξαφνικά! Προσευχόμαστε όταν δεν έχουμε πλέον που να γυρίσουμε και που να πιαστούμε.


— Πως περνάς τη μέρα σου, Αλέξη;

Με μια καθημερινή ρουτίνα. Πρέπει να γίνουν μερικά πράγματα, πολύ σωστά και σιγά σιγά – το πλύσιμο, το χίκμαν... Έχω μια τρυπούλα, εδώ, στο στήθος και τη συνδέουμε με τον ορό.. Αυτό τρώει πολύ χρόνο. Μετά κάνω τηλεφωνήματα, δουλειές, και διαβάζω.


— Τι;

Μέχρι πρότινος διάβαζα τη Νόσο ως μεταφορά.. της Σόνταγκ. Τώρα διαβάζω το βιβλίο της Ζατέλη.


— Παρακολουθείς τη συζήτηση γύρω απ΄ την αρρώστια;

Ναι. Είμαι γραμμένος σ' ένα ειδικό έντυπο που παρακολουθεί όλες τις εξελίξεις και προσπαθώ να καταλάβω τι γίνεται. Βέβαια, με κουράζει αυτό το πράγμα και προτιμώ να ξεχνιέμαι. Και συμβαίνει αυτό, ευτυχώς. Πολλές φορές ξεχνάω ότι είμαι ασθενής. Κι ελπίζω ότι αυτό συμβαίνει και στους ανθρώπους που συναναστρέφομαι.


— Ελπίζεις περισσότερο στην επιστήμη ή στην προσευχή;

Την προσευχή την έχω για μένα -για να αντέξω ορισμένες δοκιμασίες. Δεν προσεύχομαι για να γίνω καλά. Στην επιστήμη αφήνω την πρωτοβουλία.


— Στα παιδιά που είναι φορείς κι ενδεχομένως διαβάσουν αυτήν τη συνέντευξη τι έχεις να πεις;

Να μη ντρέπονται γι' αυτό που τους συνέβη. Να δουν τη ζωή τους όσο πιο φυσιολογικά γίνεται και να μη νιώσουνε ότι έχουν μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο.


— Εσένα, τώρα, τι σου κάνει μεγαλύτερο καλό;

Η ανθρώπινη επαφή. Μια επίσκεψη, ένα χαδάκι, ένα φιλί που θα μου δώσει κάποιος...

 

— Η Τερέζα Στράτας ισχυρίζεται ότι γιάτρεψε ένα φίλο της που είχε AIDS με τα χάδια και τα φιλιά της.

(χαμογελάει) Αλήθεια; Ε, αυτά είναι λίγο μεταφυσικά, κι εγώ σου είπα που τα έχω χωρέσει αυτά.


— Έχεις την αίσθηση ότι την έμαθες καλά τη ζωή;

Αρκετά! Θα ήθελα να πάω στη Βόρειο Αφρική, Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο.. Και προς την καρδιά της Αφρικής να πάω... Και στην Αμερική... Θα ήθελα να το ζήσω αυτό.


— Και από τρόπους ζωής, τι άλλο θα ήθελες να ζήσεις;

Θα ήθελα κάποτε να κάνω ένα παιδί -αν μιλάμε για πολύ φαντασιωτικά πράγματα. Ή να υιοθετήσω ένα παιδί.


— Γιατί;

Διότι αντιπροσωπεύει όσα έχασα. Όπως το παιδικό δέρμα!


— Έχεις χιούμορ, Αλέξη! Σε ποιες περιπτώσεις το εγκαταλείπεις;

Όταν είμαι κουρασμένος. Τότε γίνομαι πολύ απότομος και λίγο αγενής.


— Το βράδυ, λίγο πριν κοιμηθείς, τι σκέφτεσαι;

Κάνω την προσευχούλα μου. Φέρνω στο μυαλό μου αγαπημένα μου πρόσωπα και εύχομαι να είναι καλά. Σκέφτομαι και διάφορα πρόσκαιρα πράγματα, αλλά κυρίως παρακαλάω να γίνεται το θέλημα του Θεού.


— Τα Σαββατοκύριακα όταν βγαίνεις, τι πράγμα θες περισσότερο;

Να πηγαίνω σινεμά. Αλλά είναι δύσκολο με το καροτσάκι, γιατί πολλά σινεμά δεν έχουν ράμπα. Στο Αττικόν, όμως, μπορείς να μπεις από το πλάι.

 

Η συνέντευξη -η τελευταία που έδωσε πριν από τον θάνατό του- δόθηκε τον Δεκέμβριο του 1994 στο δωμάτιο 1036 του Ευαγγελισμού.

 

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Αντίο Παλιέ Κόσμε. Συνομιλίες με αξιοσημείωτους ανθρώπους» ©Στάθης Τσαγκαρουσιάνος