Αυτό που συμβαίνει στη χώρα με το μουσικό της παρελθόν, δηλαδή το μουσικό μας, είναι για να τραβάς τα μαλλιά σου. Σημαντικότατοι δημιουργοί, κάθε χώρου, βρίσκονται για δεκαετίες στο σκοτάδι, με το έργο τους να παραμένει άγνωστο στο πλατύ κοινό. Ή σ' ένα πλατύτερο τέλος πάντων. Αντιλαμβάνεσαι, δε, πόσο πίσω βρίσκεται αυτού του τύπου η έρευνα και περαιτέρω η αποκατάσταση ορισμένων (πολλών) ονομάτων στην Ελλάδα, αν συγκρίνεις με το τι συμβαίνει στις ΗΠΑ ή την Αγγλία, στις ανάλογες περιπτώσεις, εδώ και δεκαετίες.

 

Όταν στην από 'κει πλευρά του Ατλαντικού άξιοι δημιουργοί του blues, της jazz ή της country από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ακόμη και με ελάχιστη δισκογραφία, «απολαμβάνουν» τεράστιας υστεροφημίας (γίνονται εκδόσεις, γράφονται βιβλία ή κεφάλαια σε βιβλία, άρθρα σε περιοδικά κ.λπ.), εδώ αναλόγου βαρύτητας και βεληνεκούς δημιουργοί χάνονται, δεκαετίες τώρα, στο πιο βαθύ σκοτάδι. Γιατί, μήπως από την Αμερική δεν είδαμε εσχάτως μια τέτοια έκδοση «αποκατάστασης» ενός δικού μας ανθρώπου; Αναφέρομαι, φυσικά, στον Κώστα Μπέζο (Α. Κωστής) και στο αμερικάνικο άλμπουμ του "The Jail's a Fine School" [Mississippi / Olvido] από το 2015 (με τα προπολεμικά κομμάτια του). Μένει, τώρα, να δούμε και κανα αμερικάνικο LP με τα τραγούδια του Σωτήρη Γαβαλά, για να δέσει όπως πρέπει η κρέμα.

 

Κατά μίαν έννοια ήταν στη μόδα, στη φάρα, τότε, τα τραγούδια με θέμα το χασίσι – τραγούδια που δεν τα έγραφαν αναγκαστικά, και πάντοτε, χρήστες.

 

Τραγούδι του Σωτήρη Γαβαλά άκουσα για πρώτη φορά στις αρχές του '80, στην εποχή της ρεμπετοαναβίωσης. Ήταν το κλασικό του «Ηρωίνη και μαυράκι», που είχε τραγουδήσει ο Στελλάκης Περπινιάδης το 1936, και ξανά το 1983 το Ρεμπέτικο Συγκρότημα Θεσσαλονίκης με τον Αγάθωνα Ιακωβίδη. Ίσως αυτό να είναι και το πιο γνωστό τραγούδι τού Γαβαλά, εν τω μεταξύ, από τα καμιά 15αριά που πρόλαβε να «χτυπήσει» στη δεκαετία του '30.

 

Δεν θα έγραφα αυτά τα λόγια για το Σωτήρη Γαβαλά ή Μεμέτη αν δεν έπεφτα τις προάλλες πάνω σ' ένα παλιό τεύχος του Διφώνου, από τον Ιανουάριο του 2008 (το υπ' αριθμόν 148) και σ' ένα κείμενο του Πάνου Σαββόπουλου, για το θρυλικό ρεμπέτη. Εκεί, σ' εκείνο το κείμενο, υπήρχε μια συγκλονιστική φωτογραφία, που, από μόνη της, σε ανάγκαζε να πεις, να γράψεις κάτι. Από τη φωτογραφία κινούμενος λέω, τώρα, όσα λέω...

 

Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες φωτογραφίες του Γαβαλά (προέρχεται από το αρχείο του Διονύση Μανιάτη), την οποία είχα δει και παλιότερα μια-δυο φορές τυπωμένη – αλλά όχι τόσο καθαρή.
Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες φωτογραφίες του Γαβαλά (προέρχεται από το αρχείο του Διονύση Μανιάτη), την οποία είχα δει και παλιότερα μια-δυο φορές τυπωμένη – αλλά όχι τόσο καθαρή.

 

Τι βλέπουμε σ' εκείνη τη φωτογραφία; Έναν ομορφάντρα, το Σωτήρη Γαβαλά, να κρατάει στο δεξί χέρι του μια μαχαίρα καθώς χορεύει (μάλλον). Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες φωτογραφίες του Γαβαλά (προέρχεται από το αρχείο του Διονύση Μανιάτη), την οποία είχα δει και παλιότερα μια-δυο φορές τυπωμένη – αλλά όχι τόσο καθαρή. Η μια φορά ήταν σίγουρα στο CD "Mortika", που είχε επιμεληθεί ο δικός μας μελετητής Charles Howard και που είχε κυκλοφορήσει στη σουηδική Arko το 2005 (πολλά καλά για το ρεμπέτικο μάς έρχονται από το εξωτερικό ως γνωστόν).

 

Ο Γαβαλάς, βάσει όσων γράφει ο Π. Σαββόπουλος, πρέπει να γεννήθηκε γύρω στο 1880, στον Άγιο Αρτέμιο, στη Γούβα (αρχή Φιλολάου τώρα), που σημαίνει πως την εποχή που ηχογραφούσε, τη δεκαετία του '30, πρέπει να ήταν ήδη 50άρης – και το λέμε τούτο, παρότι στη συγκεκριμένη φωτογραφία με τη μαχαίρα δεν δείχνει για τόσο μεγάλος (αν υποτεθεί πως η φωτογραφία είναι τότε τραβηγμένη).

 

Φαίνεται πάντως, και ανεξάρτητα τούτων, πως ο Γαβαλάς είχε κάποια ζητηματάκια με το νόμο από νωρίς. Ρίχνοντας μια ματιά στο αρχείο της εφημερίδας Εμπρός (18 Μαΐου 1929) αλιεύεται η εξής είδηση:

«ΑΝΑΚΑΛΥΨΙΣ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ(...) Συνελήφθη εις την συνοικίαν Γούβας ο Σωτήριος Γαβαλάς ή Μελέτιος[sic], διότι γενομένης ερεύνης εν τη οικία του, ανευρέθησαν και κατεσχέθησαν σιγαρέττα περιέχοντα χασίς και ποσότης χασίς εντός κυτίου. Ο συλληφθείς απεστάλη εις την Εισαγγελίαν».


Το Μεμέτης έγινε προφανώς Μελέτης και από 'κει Μελέτιος. Δεν μπορεί να ήταν άλλος.

 

Εφημερίδα Εμπρός της 18 Μαΐου 1929
Εφημερίδα Εμπρός της 18 Μαΐου 1929

 

Να πούμε, όμως, πως εκείνα τα χρόνια η ποινή για μια τέτοια παράβαση δεν ήταν σημαντική – γι' αυτό και η καριέρα του Μεμέτη δεν εμποδίστηκε. Όπως γράφουν οι Τάσος Σχορέλης και Μίμης Οικονομίδης στο βιβλίο τους «Ένας Ρεμπέτης / Κώστας Ρούκουνας / "σαμιωτάκι"» [Ρεμπέτικο Αρχείο, Μάρτιος 1974]... «η χρήση χασισιού ετιμωρείτο με 5-10 ημέρες φυλακή και με τιμή εξαγοράς 5-10 δραχμές την ημέρα, ποσό ασήμαντο και για εκείνη την εποχή».

 

Στο ίδιο βιβλίο καταγράφεται και μία από τις ελάχιστες αναφορές στο όνομα τού Γαβαλά από κάποιον συνοδοιπόρο του, τον μεγάλο τραγουδιστή Κώστα Ρούκουνα. Διαβάζουμε σχετικά:

«Ας πιάσουμε το "Δυο γυφτοπούλες στο βουνό". Οι νέοι του δίνουν κάποιον χρωματισμό άλλο, που το μπασταρδεύει το τραγούδι, διότι δεν ζήσανε αυτοί τότες, ούτε που ήτανε γεννημένοι. Πώς μπορούνε να το ξέρουνε;

Διότι αυτό το τραγούδι μού το έφερε στα 1929 ο μπαρμπά-Σωτήρης ο Μεμέτης, ο μακαρίτης, ένας σπουδαίος ρεμπέτης που θα 'τανε και 65 χρονώ τότες και το τραγούδησα στην πλάκα. Αυτός ήτανε παλιός συνθέτης. Ίσως τα λόγια να τα 'χει πάρει από την ανθολογία ή το μερολόγιο, όμως ο χαβάς ήτανε δικός του. Αργότερα το τραγούδησε και ο Μάρκος.

Ο μπαρμπά-Σωτήρης έγραφε ωραία τραγούδια από τα τότες που εγώ ήμουνα αγέννητος (σ.σ. ο Ρούκουνας είχε γεννηθεί το 1903). Έμεινε όμως άγνωστος, γιατί του τα παίρνανε άλλοι τα τραγούδια του και τα λέγανε για δικά τους».

 

 

ΔΥΟ ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΕΣ, 1932, ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ ΠΕΡΠΙΝΙΑΔΗΣ

 

Από τη διήγηση του Ρούκουνα μαθαίνουμε πως ο Γαβαλάς ήταν όντως μεγάλος στη δεκαετία του '30 – σίγουρα πάνω από 50, αλλά σίγουρα και κάτω από 65. Είναι φοβερό, δηλαδή, ακόμη και σήμερα να μην είναι γνωστό πότε ακριβώς γεννήθηκε αυτός ο άνθρωπος, ενώ, περαιτέρω, δεν είναι γνωστό ούτε πότε πέθανε! Αν πέθανε στη δεκαετία του '60, όπως φημολογείται, τότε μάλλον δεν ήταν 65άρης το 1930. Ήταν μικρότερος. Τέλος πάντων...

 

Από το Ρούκουνα πληροφορούμαστε επίσης πως οι «Δυο γυφτοπούλες», ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Σωτήρη Γαβαλά ή Μεμέτη, είχαν στίχους αδέσποτους («δημοτικούς» να τους πούμε), τους οποίους ο Γαβαλάς προσάρμοσε στα δικά του μέτρα. Και όντως, αφού επρόκειτο για παλιότερο τσάμικο (το είχε πει και η Μαρίκα Παπαγκίκα, ανάμεσα σε άλλους, στην Αμερική, ως «Απάνω σε τρίκορφο βουνό», τη δεκαετία του '20). Ο Γαβαλάς, λοιπόν, δεν άλλαξε μόνο τα στιχάκια, άλλαξε και τη μουσική (μελωδία και ρυθμό), μετατρέποντας, κοντολογίς, το τσάμικο σε ζεϊμπέκικο(!), δημιουργώντας ένα καινούριο τραγούδι. Οι «Δυο γυφτοπούλες» γνώρισαν δύο φοβερές, σχεδόν ταυτόχρονες, εκτελέσεις το 1932 από τους Κώστα Νούρο και Στελλάκη Περπινιάδη, ενώ τραγουδήθηκαν (και) τα πιο πρόσφατα χρόνια (Μαρία Φαραντούρη) και τραγουδιούνται ακόμη (Λεωνίδας Μπαλάφας).

 

Άλλο εκπληκτικό τραγούδι του Γαβαλά ήταν το «Δώδεκα χρονώ κορίτσι», που επίσης είχε τραγουδηθεί το 1933-34 μοναδικά από δύο φωνές, τη Ρόζα Εσκενάζυ και τη Ρίτα Αμπατζή. Οι αρχικοί στίχοι είναι κι εδώ δημοτικοί στη βάση τους, όμως ο Γαβαλάς ξέρει να κάνει το καλύτερο – και στα νοήματα και στη μελωδία. «Άιντε δώδεκα χρονώ κορίτσι/ άιντε χήρα πάει στη μάνα του/ άιντε τα στεφάνια στην ποδιά του/ κι έκλαιγε τον άντρα του». Τι λόγια!

 

 

ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΩ ΚΟΡΙΤΣΙ, 1934, ΡΙΤΑ ΑΜΠΑΤΖΗ 

 

Ο Γαβαλάς δεν έγραφε μόνο μουσικές και στίχους. Τραγουδούσε κιόλας, ενώ ήταν και δεξιοτέχνης στον μπαγλαμά. Ένα από τα πιο σπάνια τραγούδια του, από τα λίγα που ερμήνευσε ο ίδιος (μάλλον τέσσερα), ήταν το «Στου Μπεζεστένη την αυλή», που το ακούσαμε, το 2005, από τα "Mortika" του Howard. Το τραγούδι ήταν ηχογραφημένο τον Μάιο του '32 στην Αθήνα από τον Σωτήρη Γαβαλά φωνή, τον Αντώνη Αμιράλη (Παπατζή) ακορντεόν, τον Κώστα Καρίπη κιθάρα, συν κάποιον άγνωστο που έπαιζε μαντόλα, ήταν ζεϊμπέκικο βεβαίως και περιέγραφε το φόνο ενός χασικλή. Τα περισσότερα, εξάλλου, από τα τραγούδια του Γαβαλά, που γυρίστηκαν σε 78άρηδες δίσκους, ήταν χασικλίδικα.

 

Κατά μίαν έννοια ήταν στη μόδα, στη φάρα, τότε, τα τραγούδια με θέμα το χασίσι – τραγούδια που δεν τα έγραφαν αναγκαστικά, και πάντοτε, χρήστες. Όπως σημείωνε και ο Ρούκουνας:

«Για το χασίσι έχουνε πη πολλά. Τα πιότερα είναι ψέματα. Για τούτο φταίνε και κάτι παλιοί δικοί μας.(...) Τώρα βέβαια γράψαμε κι εμείς για χασίσια και τέτοια αλλά ας πούμε πως ήντουσαν και δέκα ντερβισόπαιδα πελάτες, που το κάνανε κέφι και τους αρέσανε τα τέτοια τραγουδάκια. Τ' ακούγανε μερακ(λ)ονόντουσαν και μας αφήνανε τα λεφτά τους. Το οποίον, γιατί να τους χαλάσουμε το κέφι; Αλλά άλλο να τα γράφης και άλλο να το τραβάς».

 

Ο Σωτήρης Γαβαλάς δεν έγραψε μόνο χασικλίδικα (αν και αυτά ήταν τα περισσότερα όπως είπαμε), αλλά και τραγούδια με δυνατό κοινωνικό περιεχόμενο σαν το «Στην ξενητειά απελπισμένος», που είχε πει ο Κώστας Ρούκουνας το 1936 («Πρωτοχρονιά, Αγιοβασιλειού, στην άμμο καθισμένος/ με ένα ξεροκόμματο τη πέρασα ο καημένος»), το χασάπικο «Μικρούλα και ορφανή» με την Ιωάννα Γεωργακοπούλου το 1940 («Είμαι μικρούλα κι ορφανή, 'πο μάνα κι από κύρη/ σα τη βαρκούλα στο γιαλό, δίχως καραβοκύρη»), αλλά και τον «Κατάδικο» του '35, πάλι με τον Ρούκουνα («Σαν το μπουμπούκι ήμουνα στη φυλακή που μπήκα/ κι έχασα τα νιάτα μου και γέρος πια εβγήκα/ σαν το λωλό παραμιλώ, κανένα δε γνωρίζω/ και σαν το έρημο πουλί στους δρόμους τριγυρίζω»).

 

 

Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ, 1935, ΚΩΣΤΑΣ ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ

 

Στο κείμενο του Π. Σαββόπουλου διαβάζουμε πως ο Σωτήρης Γαβαλάς ήταν επίσης μεγάλος μύστης του ζεϊμπέκικου, τον οποίον χόρευε κρατώντας μια μαχαίρα σε κάθε χέρι(!), ήταν ντυμένος στην πένα, ενώ κυκλοφορούσε πάντα μ' ένα σκυλί. Υπάρχει και μια (δεύτερη) φωτογραφία, που επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Εκείνη που τον βλέπουμε με τους φίλους του στον Πειραιά, εκεί γύρω στο '35, και με το σκυλί μπροστά-μπροστά.

 

Τι απέγινε ο Σωτήρης Γαβαλάς μετά τον πόλεμο; Κανείς δεν ξέρει. Ένας μείζων τραγουδοποιός του κλασικού ρεμπέτικου πέρασε στην αφάνεια, και κανείς ποτέ δεν έμαθε κάτι για 'κείνον. Κανείς δεν τον αναζήτησε, κανείς δεν ανέφερε το όνομά του για πολλές δεκαετίες.

 

Στην Αμερική, στα τέλη του '50 και τις αρχές του '60, δεν υπήρξε γέρος bluesman (από κείνους που έκαναν καριέρα στα twenties και τα thirties), που να μην «ανακαλυφθεί». Οι νέοι πιουρίστες ερευνητές έκαναν χιλιάδες χιλιόμετρα, για να βρεθούν στα πιο απόμακρα σημεία της αχανούς χώρας, για να φέρουν ξανά στο φως ανθρώπους που είχαν γράψει μικρή, αλλά... μεγάλη ιστορία 30 χρόνια νωρίτερα. Ν' αναφέρω μερικούς από τους λιγότερο γνωστούς ήρωες του blues, που απέκτησαν ξανά φήμη στα sixties (Ishmon Bracey, Joe Callicott, Scott Dunbar, Peg Leg Howell, Tommy McClennan, Henry Townsend...). Εδώ, ευρύτεροι λόγοι αδιαφορίας και λόγοι πολιτικοκοινωνικοί (που σχετίζονταν και με το μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς) έθεταν εμπόδια στην επιστημονική, να την πούμε, έρευνα. Ο ρεμπέτης του '30 θα μπορούσε να ζει και να σαπίζει δίπλα σου και κανείς να μην είχε πάρει χαμπάρι τίποτα.

 

Έτσι συνέβη με τον Σωτήρη Γαβαλά ή Μεμέτη. Έτσι συνέβη με πολλούς ακόμη...

 

Στου Μπεζεστένη, Την Αυλή - Γαβαλάς Σωτήρης Ή Μεμέτης