ΓΙΑ ΚΑΙΡΟ ΤΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΑΜΕ
ως ένα (μάλλον νοσηρό) σύμπτωμα των νεκρολογικών / εσχατολογικών τάσεων της σύγχρονης ψηφιακής μας κουλτούρας και της ηλεκτροφόρας συναισθηματικής ενέργειας που μεταδίδεται σαν ιός στα social media, αυτά τα memes που περιφέρονται εδώ και χρόνια δηλώνοντας σε διάφορες παραλλαγές ότι «όλα έχουν πάει κατά διάολου από τη μέρα που πέθανε ο David Bowie».

 

Τώρα, όμως, με τη συμπλήρωση πενταετίας από τη 10η Ιανουαρίου του 2016, όταν τα δυσάρεστα νέα μούδιασαν εκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη, φαίνεται όλο και πιο εύκολο να ασπαστεί κανείς αυτή τη μοιρολατρική αντίληψη, αρκεί να αναλογιστεί απλά την αλληλουχία φρίκης από τότε μέχρι σήμερα. Τη λαίλαπα Τραμπ, το εξοντωτικό και κακόγουστο σίριαλ του Brexit, την απειλή της κλιματικής αλλαγής να έχει περάσει το κόκκινο, την πανδημία, συν όλα τα άλλα που προϋπήρχαν και χειροτερεύουν διαρκώς: το προσφυγικό, την ανισότητα, την άνοδο του φασισμού.


Έναν μήνα πριν από τον Bowie είχε πεθάνει ο Lemmy –διαφορετική τάξη και φύση μεγέθους που εκπροσωπούσε όμως με αντίστοιχη ισχύ και κύρος το ακριβώς αντίστροφο, αυτόν δηλαδή που δεν αλλάζει ποτέ– ενώ μέσα στο 2016 θα τον ακολουθούσαν ο Prince και ο Leonard Cohen.

 

Απώλειες ανυπολόγιστου βάρους που έκτοτε μοιάζουν να έχουν ενταχθεί σ' αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε στα καθ' ημάς «σύνδρομο απώλειας Χατζιδάκι», μιας μορφής δηλαδή που από τότε που εγκατέλειψε τα εγκόσμια, την ανακαλούμε διαρκώς αναζητώντας κάποιου είδους ηθικής ή συναισθηματικής πυξίδας. Τι θα έλεγε αν ζούσε; Τι θα έκανε; Πώς θα μας ξεψάρωνε από τις πλάνες και τις εμμονές μας; Και ούτω καθεξής.

 

Κατάφερε να παρουσιάσει την αποχώρησή του ως ένα μοναδικό κομψό event... Κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο της εικόνας του μέχρι το τέλος, οργανώνοντας έναν θάνατο βαθιά ιδιωτικό και συγχρόνως απόλυτα δημόσιο. Ακόμα και στην τελευταία του παράσταση, αναρωτιόταν τι πρόκειται να συμβεί μετά. Πού να ήξερε...


Μετράμε πλέον την ζωή μας με τους θανάτους των αγαπημένων μας σταρ; Ρητορικό το ερώτημα. Λίγους μήνες μετά την ανακοίνωση του θανάτου του Bowie (τρεις μέρες μόλις αφότου είχε κυκλοφορήσει το τελευταίο του έργο, το "Blackout", σαν διαθήκη και σαν χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου), ο επιφανής αρθρογράφος (ή «μουσικογραφιάς», που λέμε) και συγγραφέας Paul Morley υπέγραφε με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του με τίτλο "The Age of Bowie" ένα σχετικό άρθρο στο λονδρέζικο Time Out.

 

Το κομμάτι έφερε την επικεφαλίδα «Ο θάνατος είναι το μέλλον του ροκ» και, μεταξύ άλλων, έλεγε και τα εξής για την επιμνημόσυνη τελετουργία που μοιάζει να θυμίζει όλο και περισσότερο η καθημερινή μας περιφορά στα ηλεκτρονικά μέσα:

 

«...Όταν ο Bowie ξεκινούσε να κάνει μουσική επαγγελματικά, η ποπ ήταν μια σχετικά νέα μορφή μαζικής υποβολής και ψυχαγωγίας, μακριά – εκτός από σκάνδαλα με σεξ και ναρκωτικά – από το καχύποπτο και διαβρωτικό ενδιαφέρον των mainstream μέσων. Τώρα αποτελεί κάτι κοινό, κατοχυρωμένο και συνυφασμένο με τις αναμνήσεις και τις αδυναμίες του μεγάλου κοινού. Φτάνουμε γοργά στο στάδιο όπου κάθε μέρα θα υπάρχει τουλάχιστον ένας ροκ μουσικός, ποπ σταρ ή ηθοποιός που πέθανε μόλις και πρέπει άμεσα να δοξαστεί, να θρηνηθεί και, σε κάποιες περιπτώσεις, να θεοποιηθεί. Ο θάνατος ενός σταρ αποτελεί πλέον βασικό κομμάτι του κύκλου της επικαιρότητας. Και δεν πρόκειται να επιβραδυνθεί αυτή η τάση. Το πένθος θα εξελιχθεί σε διαρκή κατάσταση τα επόμενα χρόνια. Αυτό που μας περιμένει είναι μια συνεχής ροή ροκ σταρ θανάτων».


«Η μουσική που ξεκίνησε ως έκφραση της νεότητας έχει μπει σε μια οριστική ζώνη του λυκόφωτος φτιαγμένη αποκλειστικά σχεδόν από το υλικό της μνήμης. Κάθε φορά που πεθαίνει ένας Prince, ή όσοι αναπόφευκτα θα ακολουθήσουν – οι μισοί Beatles, οι μισοί Who, οι Stones, ο Elton, ο Dylan, κι αυτοί είναι μόνο οι πιο διάσημοι, μόνο από τα '60s – η απώλεια όπως αντανακλάται στην κουλτούρα υπερβαίνει το άτομο, τα τραγούδια και τα άλμπουμ του και γίνεται νοσταλγία για μια αναγνωρίσιμη σταθερότητα, όλο και περισσότερο εικονική και άμορφη, για μια εποχή που υπήρχαν επίσημοι κατάλογοι επιτυχιών και αυστηρά καθορισμένο πρόγραμμα τηλεόρασης και η ειδησεογραφία δεν ήταν τόσο διαρκής και κραυγαλέα, και τα πάντα έμοιαζαν τοποθετημένα σε ένα τακτικό, γραμμικό πλέγμα όπου ήταν ευκολότερο να βρεις την θέση σου, να οργανώσεις τον εαυτό σου και να νιώσεις ασφαλής».


«Δημιουργικός και στοχαστικός ως το τέλος, ο Bowie αντιμετώπισε το γεγονός ότι ο θάνατος αποτελεί πλέον δομικό κομμάτι της ποπ κουλτούρας. Όχι ο αυτοκαταστροφικός ροκ θάνατος που αποθεώνει τον μύθο ρομαντισμού και ρίσκου του rock 'n' roll. Αλλά ο θάνατος που έρχεται με το γήρας και την φθορά του χρόνου, καθώς καταρρέουν το μυαλό και το σώμα. Και κατάφερε να παρουσιάσει την αποχώρησή του ως ένα μοναδικό κομψό event... Κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο της εικόνας του μέχρι το τέλος, οργανώνοντας έναν θάνατο βαθιά ιδιωτικό και συγχρόνως απόλυτα δημόσιο. Ακόμα και στην τελευταία του παράσταση, αναρωτιόταν τι πρόκειται να συμβεί μετά. Πού να ήξερε...».