ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
της χθεσινής εισβολής στο Καπιτώλιο της Ουάσινγκτον ήταν η πλήρης ανετοιμότητα της αστυνομικής δύναμης φύλαξης του κτιρίου να την αντιμετωπίσει. Κι ενώ οι δυνάμεις επιβολής του νόμου και της τάξης στις ΗΠΑ φημίζονται για το ενίοτε υπερβάλλον αίσθημα καθήκοντος εν ώρα υπηρεσίας, που οδηγεί και σε θλιβερά περιστατικά κατά αθώων πολιτών, όπως η πρόσφατη αδικαιολόγητη δολοφονία του Αφροαμερικανού Τζ. Φλόιντ από όργανο της τάξης, χθες οι αστυνομικοί που επιτηρούσαν ένα τόσο εμβληματικό κτίριο της πρωτεύσας των ΗΠΑ ήταν λίγοι σε αριθμό και χωρίς επιχειρησιακό σχέδιο για να αποτρέψουν την εισβολή.

 

Κι όμως, ο αριθμός των εισβολέων όχι μόνο ήταν μικρός και οι ίδιοι άοπλοι αλλά και οι φήμες περί της επικείμενης επίθεσής τους διαρκείς μετά και τις δημόσιες προτροπές του ίδιου του Τραμπ προς τους οπαδούς του να αμφισβητήσουν τη νίκη του Μπάιντεν. Με άλλα λόγια, όλοι και όλα συνηγορούσαν ότι θα συμβεί αλλά ουδείς είχε προετοιμαστεί επαρκώς γι' αυτό.

 

Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς αυτή την αφελή χαλαρότητα παρά μόνο με βάση τη διάχυτη και εμπεδωμένη αμερημνησία που χαρακτηρίζει εδώ και καιρό τους δημόσιους θεσμούς και τους υπηρέτες τους στις ΗΠΑ, αλλά θα έλεγα και όλες τις δυτικές δημοκρατίες και τους πολίτες τους. Ένα αίσθημα ότι «τέτοια ακραία πράγματα» όπως ότι ένας Πρόεδρος, ένας πρωθυπουργός μπορούν να υπονομεύουν ευθέως τους δημοκρατικούς θεσμούς, με όρους οιωνεί δικτάτορα, αποκλείεται ποτέ να συμβούν σε τόσο ώριμες δημοκρατίες των οποίων η συνταγματική παράδοση υπήρξε επί αιώνες πρότυπο για όλο τον υπόλοιπο πλανήτη. Και ότι επομένως, όλες αυτές οι «γραφικότητες» δεν είναι παρά απλές παρενθέσεις που θα τις ακολουθήσει σύντομα η πανηγυρική επιστροφή στη δημοκρατική κανονικότητα.

 

Οι δημοκρατίες μας θα αμφισβητούνται στο εξής όλο και συχνότερα, με διάφορες αφορμές: πολιτικές, οικονομικές, υγειονομικές, τρομοκρατικές, πολιτισμικές ή μεταναστευτικές.

 

Όμως, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι τέτοια επιστροφή δεν πρόκειται να υπάρξει στο ορατό μέλλον, όσο κι αν δεν αντέχουμε να το πιστέψουμε εμείς τα καλομαθημένα παιδιά της δημοκρατικής ομαλότητας μισού αιώνα και πλέον. Και ότι οι δημοκρατίες μας θα αμφισβητούνται στο εξής όλο και συχνότερα, με διάφορες αφορμές: πολιτικές, οικονομικές, υγειονομικές, τρομοκρατικές, πολιτισμικές ή μεταναστευτικές.

 

Οι αφορμές αυτές θα δίνουν στην πραγματικότητα την ευκαιρία να αναδειχθεί το άλλοτε περιορισμένο και υπόγειο, αλλά σήμερα πλέον μαζικό, φανερό και υπερήφανο μέσα στην αλαζονεία του κίνημα της αμφισβήτησης του δημοκρατικού πλαισίου εκείνου που μας επέτρεπε τόσες δεκαετίες μεταπολεμικά στη Δύση να ζούμε σε σχετική κοινωνική ειρήνη, με όχημα τη συναίνεση και την πολιτική διαχείριση των όποιων διαφορών μας. Το καθεστώς αυτό προϋπέθετε φυσικά ότι όλοι το πιστεύαμε και ότι συμμεριζόμασταν τις αξίες που το συνόδευαν – και πράγματι το πιστεύαμε όλοι με ελάχιστες εξαιρέσεις που περιορίζονταν σε μικρά γκρουπούσκουλα του αντάρτικου των πόλεων στις δεκαετίες του '70 ή του '80. Τίποτε όμως τόσο μαζικό που να μπορούσε να αμφισβητήσει συθέμελα την δημοκρατική κουλτούρα μας.

 

Ο «λαός» ή το «πλήθος» που εξεγείρεται σήμερα στη Δύση, από τους Αγανακτισμένους της Ευρώπης την περασμένη δεκαετία, μέχρι τους Brexiters της Αγγλίας και τα Proud Boys της λευκής αντρικής υπεροχής ή τα μέλη του συνωμοσιολογικού δικτύου της QAnon στις ΗΠΑ είναι υπονομευτές της δημοκρατίας, και σε καμία περίπτωση στοιχεία ανανέωσής της, όπως συνεχίζουν να υποστηρίζουν οι θεωρητικοί νομιμοποιητές του εθνολαϊκισμού, και τούτο παρά τα όσα μας έδειξε η σκληρή εμπειρία τόσων χρόνων και εθνικών παραδειγμάτων.

 

Και είναι υπονομευτές ασχέτως πολιτικο-ιδεολογικού προσήμου, αριστερού ή δεξιού. Διότι βεβαίως δεν θα μπορούσαν να είναι «επικίνδυνοι ακροδεξιοί» όσοι εισέβαλαν χθες στο Καπιτώλιο αλλά «ηρωικοί δημοκράτες που δικαιολογημένα θύμωσαν με τα μνημόνια» όσοι είχαν επιχειρήσει να εισβάλουν το 2010 στο ελληνικό κοινοβούλιο ή εκείνοι οι αγανακτούντες που κρεμούσαν αργότερα κρεμάλες έξω από την βουλή και προέτρεπαν στο κάψιμό της, παρομοιάζοντάς τη με χώρο πώλησης σεξουαλικών υπηρεσιών.

 

Οι εχθροί της δημοκρατίας είναι εχθροί της από όπου κι αν προέρχονται, και άλλωστε σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εδώ και καιρό ξεπερασμένες έτσι κι αλλιώς διαφορετικές τους ιδεολογικές αφετηρίες δεν τους εμπόδισαν να συνεργαστούν κιόλας, σε πνεύμα πλήρους σύμπνοιας.

 

Το ποιες πρέπει να είναι οι πρωτοβουλίες για τα θεσμικά εκείνα αντίβαρα που θα οχύρωναν τις δημοκρατίες μας από την επέλαση των πανκ της πολιτικής που έχουν πάρει σήμερα τη θέση των τανκς του στρατού ως βασική απειλή γι' αυτές, χωράει μεγάλη συζήτηση.

 

Θεσμικά αντίβαρα που μάλιστα λειτουργούσαν υποδειγματικά ως τώρα είχαν όμως και οι ΗΠΑ αλλά φάνηκε ότι δεν αρκούσαν για να τη γλιτώσουν από τη γελοιοποίηση των τραμπικών.

 

Πριν από όλα αυτά, συνεπώς, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: πρέπει να υπάρξει ενίσχυση της δημοκρατικής εγρήγορσης που σήμερα βρίσκεται ουσιαστικά εν υπνώσει και να αποτελέσει βαθιά συνείδηση σε όλους μας ότι οι δημοκρατίες μας κινδυνεύουν ξανά, αν και με νέους όρους. Και ότι κυρίως κινδυνεύουν από εκείνους που λένε ότι δήθεν έρχονται για να τη σώσουν από οτιδήποτε προφασιστούν, τις ελίτ, την παγκοσμιοποίηση, τον νεοφιλελευθερισμό, τους μετανάστες, τις Βρυξέλες και ίσως αύριο από τους εξωγήινους ή την οργή του Θεού ή όσους αμφισβητούν τον προφήτη του.