Η ΠΑΝΔΗΜΙΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ από την κυβέρνηση έχει αναδείξει πολλά θέματα και σημεία για κριτική και διαφορετικές σκέψεις. Ιδίως αυτό το δεύτερο κύμα που αφήνει καθημερινά δεκάδες νεκρούς και αποκαλύπτει αδυναμίες, υπεραισιόδοξους υπολογισμούς και το κόστος που έχει η ανεπίτρεπτη υποχώρηση σε ποικίλες κοινωνικές και τοπικές πιέσεις.

 

Παρόλα αυτά όμως οι πολιτικές δυνάμεις της Αντιπολίτευσης και κυρίως ο χώρος της Αριστεράς, όσα και αν έχουν καταμαρτυρήσει στη κυβέρνηση για την πανδημία, δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν δυναμική αμφισβήτησης της «ηγεμονίας του αντιπάλου». Ίσως γιατί η Αριστερά και τα ακροατήριά της στο θέμα της πανδημίας συνέχισαν να παίζουν και στα δυο ταμπλό: και στην ιδέα ότι τα περιοριστικά μέτρα είχαν πονηρές προθέσεις με κατασταλτικό και αστυνομικό χαρακτήρα και στην ιδέα ότι τελικά η κυβέρνηση έδειξε χαλάρωση και δεν ήταν όσο αυστηρή έπρεπε.

 

Ανάμεσα στο φάντασμα της Εξουσίας που θέλει να «μας ελέγξει» και στη ρητορεία περί απουσίας του Κράτους, η Αριστερά δεν μπόρεσε να σταθεί πειστικά στην ανάγκη τήρησης κάποιων κανόνων. Έδειξε απλώς ζήλο στο να απορρίψει την ατομική ευθύνη χωρίς να επεξεργαστεί ένα άλλο πλαίσιο συλλογικής πειθαρχίας και κοινωνικής ευθύνης.

 

Μοναδικό σταθερό μοτίβο υπήρξε η αριθμητική ενίσχυση των ΜΕΘ και των τεστ, απαίτηση που είχε μιαν αλήθεια αλλά και αυτή καταπλακώθηκε κάτω από τις συνδικαλιστικές ευκολίες και τη φετιχιστική συνθηματολογία των επιτάξεων.

 

Προφανώς η στιγμή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου είναι ένα γεγονός που κάποιοι θέλουν να το απωθήσουν ή να το αρνηθούν επειδή ταυτίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, με λόγους και συνθήματα της Αριστεράς. Είναι όμως αυτή η τελευταία που έχει καταφέρει να μετατρέψει την επέτειο σε πανηγυρικό του εαυτού της, σε άλλη μια δήλωση ηθικής, πολιτικής και σχεδόν οντολογικής ανωτερότητας.


Η αδυναμία της Αριστεράς και κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ να δημιουργήσουν όρους «κινήματος» οδήγησε τώρα στην πολιτική επένδυση της 17ης Νοέμβρη και της προσωρινής απαγόρευσης των συναθροίσεων. Σε ένα δεκαήμερο με μαζικούς θανάτους και σαρωτική πίεση στις υποδομές του συστήματος υγείας, όπως και στις προσωπικές αντοχές πολλών ανθρώπων, η ελληνική Αριστερά, από την πιο ριζοσπαστική έως την πιο κυβερνώσα εκδοχή, έκανε την επιλογή να «προβάλλει» το αντιφασιστικό μήνυμα της εξέγερσης του '73 στο φόντο των έκτακτων απαγορευτικών που πήρε η κυβέρνηση Μητσοτάκη του 2020.

 

Και εδώ σκέφτομαι να κάνω μια διάκριση που δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει βαρύτερες ευθύνες για αυτή την ολέθρια μετατόπιση από το πραγματικό θέμα της πανδημίας και του ελέγχου της στο θέμα της αντικαταστολής και των «αντιδημοκρατικών εκτροπών»: εννοώ πως έχει μεγαλύτερες ευθύνες από τις άλλες, πιο δογματικές, ακραίες εκδοχές της Αριστεράς.

 

Ο λόγος είναι πως κανείς δεν θα περίμενε από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή τον αντιεξουσιαστικό χώρο να αναγνωρίσουν τη στιγμή ή να σεβαστούν πρωτόκολλα που τα έχει ορίσει το Κράτος ή η επιτροπή των Ειδικών. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως κυβέρνησε κάποια χρόνια. Πάει να πει πως χρησιμοποίησε και τις δυνάμεις καταστολής και την ΕΥΠ και τα δίκτυα που υπάρχουν στο Κράτος. Δεν μπορεί να υποκρίνεται πως δεν τα γνωρίζει, ούτε πως δεν μπορεί να καταθέτει στεφάνια «με άδεια».

 

ΔΕΝ ΕΞΕΤΑΖΩ ΕΔΩ το πώς κυβέρνησε ή τα αποτελέσματα της θητείας του. Όσα όμως βλέπουμε και διαβάζουμε εδώ και λίγες μέρες –οι γραμμές αυτές γράφονται πριν από το απόγευμα της Τρίτης– δείχνουν ότι η Αριστερά αποφάσισε να επενδύσει στα έκτακτα απαγορευτικά μέτρα για τις συναθροίσεις. Παίζοντας με τη συναισθηματική θερμοκρασία των αριστερών αλλά κυρίως ως ευκαιρία συσπείρωσης απέναντι στον κοινό εχθρό. Με άλλα λόγια, ο καθένας από τα κόμματα και τις ομάδες της Αριστεράς έσπευσε να αξιοποιήσει την πρωτοφανή κατάσταση για να πουλήσει την πραμάτεια. Και η αξιωματική αντιπολίτευση μην έχοντας πείσει στο ότι θα διαχειριζόταν καλύτερα την πανδημία –παρά τα λάθη της κυβέρνησης ιδίως κατά τη δεύτερη φάση– δοκιμάζει πάλι την αντιχουντική ρητορική, την επίκληση του γύψου και της κρατικής καταστολής.

 

Δεν πρόκειται για ευγενή τύφλωση. Ούτε για οικεία, ταυτοτική καθήλωση. Έχει μια οσμή πολιτικάντικου κυνισμού όλη αυτή η επιχείρηση παραταξιακής συσπείρωσης ή «συμμαχιών» μέσα στο στόμιο της πανδημίας. Σαν να δοκιμάζει κανείς να λύσει προβλήματα κομματικής στασιμότητας ή να ακονίσει κάποια χαμένη κινηματική αυτοπεποίθηση πατώντας σε μια οδύνη που δεν αντέχει πολιτικό μασκάρεμα. Και το Πολυτεχνείο, από χρόνια ξηλωμένο σαν πολύτιμο ύφασμα της αγωνιστικής μνήμης, υπομένει τώρα τις ασκήσεις ανυπακοής και τον αφόρητο ιδεολογικό ναρκισσισμό στο όνομά του.

 

Προφανώς η στιγμή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου είναι ένα γεγονός που κάποιοι θέλουν να το απωθήσουν ή να το αρνηθούν επειδή ταυτίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, με λόγους και συνθήματα της Αριστεράς. Είναι όμως αυτή η τελευταία που έχει καταφέρει να μετατρέψει την επέτειο σε πανηγυρικό του εαυτού της, σε άλλη μια δήλωση ηθικής, πολιτικής και σχεδόν οντολογικής ανωτερότητας.

 

Τώρα αυτή η ιστορία αγγίζει ένα πολύ λεπτό όριο αφού όλα στη χώρα κρέμονται από μια λεπτή κλωστή, την επέκταση των κρουσμάτων και τον ζόφο που σπέρνει σε όλη την κοινωνία. Αυτό σημαίνει πως το άθροισμα των νεκρών συμπολιτών είναι η μοναδική συνάθροιση που θα άξιζε να μας ενδιαφέρει, αφού καμιά ουσιαστική δημόσια ελευθερία δεν μπορεί να ανθίσει μέσα στο πένθος και στην απώλεια. Όποιος δεν μπορεί να το συναισθανθεί αυτό και να το μετρήσει ως προτεραιότητα, θα πείθει απλώς το εσωτερικό του στράτευμα χάνοντας την επαφή με την πραγματικότητα.