ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ LOCKDOWN αποφάσισα να μην υποκριθώ πως η κοινωνική ζωή συνεχίζεται. Η προσομοίωση κοινωνικής ζωής μέσα σε τετραγωνάκια, χαζά μηνυματάκια με χρώματα που αλλάζουν και emoticons που παριστάνουν εκφράσεις του προσώπου ή, οριακά, εμάς τους ίδιους με καταθλίβει. Δεν θέλω να υποκρίνομαι πως η προσομοίωση κοινωνικής ζωής είναι καλύτερη απ' τη ζωή. Προτιμώ να περιμένω καρτερικά την ώρα που θα μπορώ να αγκαλιάσω και να μυρίσω τους συνομιλητές μου.

 

Το λέω γιατί άρχισε πάλι αυτός ο εφιάλτης με τα video των πάντων. Επειδή είμαστε κλεισμένες μέσα πρέπει να υποκρινόμαστε πως κάνουμε το πρόγραμμά μας κανονικά, απλώς σε βίντεο, σε ηχητικό, σε κάτι τέλος πάντων που προσομοιάζει στην αληθινή κατάσταση, χωρίς να είναι (εν τω μεταξύ, η αληθινή κατάσταση εκλείπει). Προσκλήσεις σε online events, γιατί, οk, έχουμε τις δυσκολίες μας, αλλά μια συζήτηση κάποιου πάνελ σοφών καθηγητών πανεπιστημίου (όλοι άντρες, φυσικά) θα ήταν χαλαρωτική. Α! Να μην παραλείψω να συντονιστώ στο διαδικτυακό τηλεδρώμενο όπου διασκεδάζουμε όλοι μαζί σαν χαρακτήρες μυθιστορήματος που ζουν στο 2485 (ή άλλη φουτουριστική χρονολογία) και χορεύουν μόνοι στα σαλόνια τους, που μοιάζουν με σαλόνια ΙΚΕΑ μες στο ΙΚΕΑ, γιατί το εξωτερικό περιβάλλον είναι γεμάτο ιούς ‒ οh wait!


Ας κάνουμε ένα διάλειμμα απ' τα positive vibes και ας παραδεχτούμε ότι η κατάσταση είναι από σπαστική έως τρισάθλια. Είναι ανακουφιστικό. Είναι παρήγορο. Και είναι και ακριβές.

 

Το 'πα και ησύχασα: όχι, δεν είναι όλα καλά όταν η πανδημία έχει στραγγίξει την οικονομία και τους μισθούς τόσων ανθρώπων που, μεταξύ ανεργίας και απραξίας, είναι διασωληνωμένοι στα κινητά, για να μην τιγκάρουν οι εντατικές. Σκληρή σκέψη, το ξέρω, αλλά δεν γουστάρω να διασκεδάζω τα συναισθήματά μου διαρκώς σ' ένα μόνιμο σκρολ. Μερικές φορές θέλω απλώς να κάθομαι εκεί και να τα νιώθω, όσο απαίσια κι αν είναι, να ζω μέσα σε αυτά, αντί να κάνω πως η ζωή μου μπορεί, στο σύνολό της, να ψηφιοποιηθεί.

 

Ας κάνουμε ένα διάλειμμα απ' τα positive vibes και ας παραδεχτούμε ότι η κατάσταση είναι από σπαστική έως τρισάθλια. Είναι ανακουφιστικό. Είναι παρήγορο. Και είναι και ακριβές.


Εν τω μεταξύ, δεν μπορώ να μη σκέφτομαι ότι η ιδιωτική μου ζωή δημοσιοποιείται κάθε φορά που μες στην αγωνία να «συναντηθώ» πατάω «επιτρέπω την πρόσβαση» στο Ζoom (βλέπει το δωμάτιό μου!). Κάποια πράγματα online είναι σαν κακή εκδοχή του πραγματικού πράγματος, πώς να το κάνουμε. Το θέατρο online π.χ. είναι σαν καρικατούρα θεάτρου, σαν φυλλάδιο με τα προσεχώς, σαν βίντεο για την παράσταση, όχι η ίδια η παράσταση.


«Κάποια πράγματα έπρεπε ν' αλλάξουν σιγά-σιγά» λέμε για παρηγοριά. Ναι, συμφωνώ, αν μιλάμε για τη σαδομαζοχιστική σχέση μας με την ευφορία, αλλά αν μιλάμε για το χαζοφλέρτ στα μπαρ, μια χαρά ήταν και πριν που πιανόμασταν.


Απ' όλα τα online, πάντως, πιο πολύ μισώ τη διαφωνία. Ένα μείγμα ενοχής, ντροπής, πλήξης, έλξης και οργής με διαλύει κάθε φορά που μαλώνω στο Ίντερνετ. Ταυτόχρονα, ζορίζομαι λίγο (ή απλώς ζηλεύω;) με το σύστημα των λευκών δισεκατομμυριούχων της Σίλικον Βάλεϊ που μετατρέπουν τα συναισθήματά μας και τον χειρισμό τους σε χρυσάφι.


Έτσι, πρόσφατα δοκίμασα κάτι άλλο. Ακριβώς λίγο πριν κλείσουν τα μπαρ, βγήκα με κάποιον που είχα διαγράψει στο fb. Στο μυαλό μου είχε πάρει διαστάσεις τέρατος λόγω απόψεων που είχε εκφράσει online. Έτσι, όταν μου έστειλε να βγούμε, περίμενα να αντικρίσω κάτι ακραίο. Δεν ήταν έτσι. Ήπιαμε ποτά και κάναμε μια συζήτηση που δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί ποτέ online. Χρησιμοποιήσαμε όλες τις λάθος λέξεις, δείξαμε ενσυναίσθηση και συμπάθεια και οι «εμπρηστικές εκφράσεις» ηχούσαν μες στο μπαρ ως αυτό που είναι, λέξεις, λέξεις, λέξεις. Η απουσία κοινού, η αδιαφορία προς ένα ακαθόριστο πλήθος ανθρώπων που θέλουν να κραυγάσουν, μας απέτρεπε απ' το να γίνουμε η χειρότερη εκδοχή του εαυτού μας. Βριστήκαμε λίγο, δεν λέω, αλλά όπως βρίζονται δύο κανονικοί άνθρωποι, για λίγα λεπτά, για να εκτονωθούμε, όχι σαν να παίζουμε σε κάποιο δυστοπικό video game όπου οι ψηφιακές προεκτάσεις του τεράστιου εγώ μας μαλώνουν, χτυπιούνται και μετά το παιχνίδι κολλάει, τα γραφικά γίνονται κακοσχεδιασμένα πίξελ που ενοχλούν και ο ήχος σαν βουητό από καλώδιο που χάνει επαφή.

 

Θέλω να πω, τα ποτά στα μπαρ είναι καθησυχαστικά ακριβώς επειδή εκεί το μάλωμα έχει μια λύτρωση κι ένα αληθινό τέλος. Οι βόλτες είναι καθησυχαστικές. Τα παλιομοδίτικα πράγματα, όπως η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος τριών χιλιάδων σελίδων που πάει κόντρα σε όλες τις αδιανόητες «λογικές» της εποχής μας, είναι καθησυχαστική. Αυτά είναι που μας κάνουν ανθρώπινους ανθρώπους και όχι ανθρωπόμορφα λογισμικά. Κάποια πράγματα είναι σωστά μόνο offline.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.