ΠΑΝΤΑ ΣΧΕΔΟΝ ΒΑΡΑΙΝΕΙ μια ιδιαίτερη «κυριακίλα» τις αργίες – ειδικά των εθνικών επετείων και της Καθαρής Δευτέρας – η χθεσινή όμως, μεσοβδόμαδη «28η», έμοιαζε κατά το σούρουπο, που με τη νέα ώρα έπεσε δραματικά νωρίς, σα να κουβαλά πενήντα συννεφιασμένες Κυριακές μαζί. Δεν ήταν μόνο ο κακός καιρός (που είναι μάλλον σύνηθες φαινόμενο στις ημερομηνίες που πέφτουν οι εθνικές γιορτές ή τουλάχιστον έτσι μουντές είναι συνδεδεμένες στο μυαλό μου), αλλά και η έντονη αίσθηση ότι εντάξει, το ξεχειλώσαμε όσο γινόταν το παραμύθι του ατέλειωτου καλοκαιριού και του «ασφαλούς» υπαίθριου βίου, τα ψέματα όμως κάποτε τελειώνουν.


Και όλα αυτά υπό τη σκιά των τετραψήφιων κρουσμάτων, την απειλή οριζόντιου και καθολικού lockdown που διαφαίνεται όλο και πιο ευκρινές στον ορίζοντα και τους απόηχους της έκτακτης προχθεσινής εμφάνισης του Σωτήρη Τσιόδρα – δυσοίωνης έτσι κι αλλιώς όποτε συμβαίνει, σύμφωνα με το αξίωμα του Νίκου Χαρδαλιά στα τέλη του περασμένου Μαΐου («Αν μας ξαναδείτε να κάνουμε ενημέρωση με τον κ. Τσιόδρα, σημαίνει ότι κάτι θα έχει πάει πολύ στραβά»).

 

Εμφανώς πιο καταβεβλημένος από κάθε άλλη φορά, έμοιαζε να τον κυκλώνει μια ματαιότητα, σα να ερχόταν πιο έντονα στη σκέψη του, την ώρα που απευθυνόταν στο μεγάλο κοινό, αυτό που είναι δεδομένο εδώ και καιρό και που ο ίδιος το γνωρίζει καλύτερα από όλους: η ασύλληπτα υψηλή μεταδοτικότητα του ιού στην κοινότητα και η εκθετική αύξηση των κρουσμάτων που απλώνονται σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά.


Παραμένει βεβαίως πάντα συμπαθής και ανακουφιστικά ευάλωτος ο κύριος καθηγητής (παρότι προχθές ζήτησε να μην τον αποκαλούμε έτσι), αυτή τη φορά όμως φάνηκε κάπως ανάρμοστος με την περίσταση ο λυρικός κλονισμός (επικολυρικός εν προκειμένω, αφού διανθίστηκε και με πατριωτικά στιχάκια λόγω εθνικής επετείου) και οι ασκήσεις νοηματικής αφαίρεσης που χαρακτήρισαν τον μελαγχολικό μονόλογό του: «Περισσότερο από τη γλώσσα των αριθμών μιλάει η γλώσσα της καρδιάς, περισσότερο από τη γλώσσα των μέτρων μιλά η φωνή της συνείδησης». Αν μάλιστα δεν ήμασταν τόσο εξοικειωμένοι με το μειλίχιο – στα όρια της κατατονίας – ύφος του, θα τολμούσαμε να εκλάβουμε την ομιλία του ως μια μορφή παραίτησης. Όχι από τον αγώνα κατά της πανδημίας αλλά από την αποτελεσματικότητα των κλιμακωτών μέτρων που λαμβάνονται προς αποφυγή της ύστατης λύσης ενός νέου γενικού lockdown.


Εμφανώς πιο καταβεβλημένος από κάθε άλλη φορά, έμοιαζε να τον κυκλώνει μια ματαιότητα, σα να ερχόταν πιο έντονα στη σκέψη του, την ώρα που απευθυνόταν στο μεγάλο κοινό, αυτό που είναι δεδομένο εδώ και καιρό και που ο ίδιος το γνωρίζει καλύτερα από όλους: η ασύλληπτα υψηλή μεταδοτικότητα του ιού στην κοινότητα και η εκθετική αύξηση των κρουσμάτων που απλώνονται σαν τον λίβα που καίει τα σπαρτά. Σα να αντικατόπτριζε τη δική μας αβεβαιότητα, σα να συμμεριζόταν το καθεστώς ανασφάλειας, φόβου και σύγχυσης που διέπει την καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων, οι οποίοι ούτε ψεκασμένοι είναι ούτε αρνητές ούτε yolo.


Η υπόθεση περιπλέκεται στα νέα επεισόδια που μας περιμένουν ενόψει της κορύφωσης του δεύτερου κύματος και το "doom-scrolling" θα πάει σύννεφο όσον αφορά στην καθημερινή επικαιρότητα περί της εξέλιξης της πανδημίας. Μια ματιά το τελευταίο διήμερο στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων ήταν αρκετή για να καταλάβει κανείς σε ποιους τόνους και σε τι επίπεδα χειραγώγησης θα κινηθεί η σχετική ενημέρωση, ανάμεσα σε ατέρμονες σπέκουλες για τα «ελληνοτουρκικά» και στην λούμπεν ξενοφοβία που τυπικά διακρίνει το αστυνομικό ρεπορτάζ των καναλιών.


Αν τελικά περάσουμε τις μέρες των γιορτών σε συνθήκες καθολικού lockdown, ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι θα μας γλιτώσει κάποια ανώτερη δύναμη από τα ατέλειωτα εορταστικά και «εμψυχωτικά» live stream που θα κατακλύσουν τα κινητά και τους υπολογιστές μας καθώς θα νοσταλγούμε τις μέρες του «νούμερου 6», του χαμηλού αριθμού κρουσμάτων και της προσμονής του καλοκαιριού που περίμενε στη γωνία εκείνη την περίοδο της πρώτης καραντίνας.