ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ έχουν όρια. Οι δικαστές κρίνουν συγκεκριμένες ενέργειες συγκεκριμένων προσώπων ή συνόλων προσώπων με βάση συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένους νομικούς ισχυρισμούς (επιχειρήματα). Σε μια δημοκρατία που σέβεται τις ατομικές ελευθερίες τα δικαστήρια δεν μπορούν να κρίνουν ιδεολογίες. Οι πολίτες, δυστυχώς, δεν μπορούν ούτε να επαναπαύονται, ούτε να μην ασχολούνται, ούτε να ελπίζουν ότι το βάρος της υπεράσπισης της δημοκρατίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας οφείλουν να το σηκώνουν αποκλειστικά οι δικαστές, οι οποίοι επίσης κρίνονται για τις αποφάσεις, το έργο και τις ηθικές τους αξιολογήσεις.


Αυτό δεν σημαίνει ότι η δικαστική απόφαση δεν έχει κι άλλες σημασίες πέραν της αδιαπραγμάτευτα τεράστιας νομικής της σημασίας. Οι δικαστές έχουν την ευκαιρία να δείξουν στους πολίτες τον δρόμο, να αξιοποιήσουν την εξουσία τους, για να αρθρώσουν επιχειρήματα και ηθικές κρίσεις που φωτίζουν και καθοδηγούν. Μια ενδεχόμενη καταδίκη, με όλη την ηθική αποδοκιμασία που τη συνοδεύει, μπορεί να στείλει μια ιδεολογία, μαζί με τους εμβληματικούς εκφραστές της, στη σφαίρα του μη κανονικού, να τους εμφανίσει πειστικά ως τα αντικοινωνικά στοιχεία που είναι και έτσι να τους μειώσει επαρκώς στα μάτια του κόσμου (κανείς δεν θέλει να είναι με τους ηττημένους, πόσο μάλλον με τους φυλακισμένους).

 

Αν οι ιδέες δεν ηττώνται στα δικαστήρια, τότε το βάρος που πέφτει στους πολίτες είναι μεγάλο. Πρέπει να συζητούν πράγματα όχι και τόσο διασκεδαστικά, να σκέφτονται(!), να ενημερώνονται και, κυρίως, να κάνουν την παρουσία τους αισθητή σε όσους επιδιώκουν να διαδώσουν τη ναζιστική ιδεολογία και να τη μετατρέψουν σε πράξεις.


Η δίκη, όμως, δεν μπορεί να ελέγξει τις ουτοπίες μες στο μυαλό των υπόδικων και των οπαδών τους. Ακόμα κι αν η ιδανική κοινωνία κάποιων δεν έχει χώρο για όσους θέλουν να λέγονται άνθρωποι, η καταδίκη της δεν μπορεί να περιοριστεί στη δικαστική αίθουσα. Καταδικάζεται εκτός, εκεί όπου ζούμε όλοι μαζί. Μια καλά κοιμισμένη κοινωνία κρίνεται απαραίτητη για να ανθήσουν ο αντισημιτισμός, η βία, ο έλεγχος των ενοχλητικών φωνών και η διάχυτη εγκληματικότητα με ιδεολογικό κίνητρο.

 

Στο βιβλίο του Fallada, Μόνος στο Βερολίνο (Πόλις), ο συγγραφέας δείχνει πώς μια ολόκληρη κοινωνία έχει εθιστεί στην παρακολούθηση, στους εκβιασμούς, στη συμμετοχή στον εθνικοσοσιαλιστικό κρατικό μηχανισμό και στο καθημερινό έγκλημα. Θα έπρεπε να διδάσκουν στα σχολεία αυτό ή άλλα έργα απ' τα τόσα αριστουργήματα του σινεμά και της λογοτεχνίας που δείχνουν πού οδηγείται μια κοινωνία όταν δεν αποτυγχάνει να περιφρουρήσει με πάθος τις ηθικές αξίες που κάνουν την κοινή μας ζωή υποφερτή και πιθανά ωραία.

 

Το πιο συγκλονιστικό σε τέτοια έργα τέχνης είναι ότι καταφέρνουν αυτό που δύσκολα θα κατάφερνε κάποιο μάθημα αγωγής του πολίτη: συγκεκριμενοποιούν την τερατώδη φύση του ναζισμού χωρίς να την εξανθρωπίζουν, χωρίς να την καθιστούν συμπαθή. Δείχνουν συγκεκριμένα πρόσωπα που πρώτα τα καθιστούν οικεία και μετά τα ξεμπροστιάζουν, αποκαλύπτοντας τη βίαιη δράση τους, τη ναζιστική τους ιδεολογία ή απλώς την ανικανότητά τους να αντισταθούν στη δημοφιλή ιδέα ότι δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίσοι, ούτε έχουν όλες οι ζωές αξία.

 

Φωτογραφία που εκτίθεται στην έκθεση «Topography of Terror» στο Βερολίνο που δείχνει μια συναγωγή να καίγεται ενώ απλός κόσμος κάθεται και κοιτά. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image
Φωτογραφία που εκτίθεται στην έκθεση «Topography of Terror» στο Βερολίνο που δείχνει μια συναγωγή να καίγεται ενώ απλός κόσμος κάθεται και κοιτά. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image


Θυμάμαι μια έκθεση φωτογραφίας στο μουσείο ιστορίας «Topography of Terror» στο Βερολίνο, που έδειχνε εικόνες με φλεγόμενες συναγωγές και σπασμένα καταστήματα Εβραίων. Οι επιμελητές της έκθεσης καλούσαν τους επισκέπτες να στρέψουν την προσοχή τους απ' το προφανές των φωτογραφιών (την καταστροφή, που τραβούσε αμέσως το βλέμμα) στους απλούς πολίτες που παρατηρούσαν ή περνούσαν. Ένας ξεναγός προσπαθούσε να εξηγήσει σε μια ομάδα μαθητών ότι κόσμος στεκόταν και κοιτούσε, ενώ καίγονταν βιβλία ή γίνονταν επιθέσεις και δημόσιοι εξευτελισμοί.


Αν οι ιδέες δεν ηττώνται στα δικαστήρια, τότε το βάρος που πέφτει στους πολίτες είναι μεγάλο. Πρέπει να συζητούν πράγματα όχι και τόσο διασκεδαστικά, να σκέφτονται(!), να ενημερώνονται και κυρίως να κάνουν την παρουσία τους αισθητή σε όσους επιδιώκουν να διαδώσουν τη ναζιστική ιδεολογία και να την μετατρέψουν σε πράξεις. Όσοι αφήνονται στις σειρήνες της φυλετικής ανωτερότητας, του μίσους και του αποκλεισμού πρέπει να αισθάνονται ότι είναι διαρκώς ορατοί, ελέγχονται κοινωνικά και αποδοκιμάζονται.


Δυστυχώς, δεν θεωρητικολογώ. Σε κάποια σχολεία και γειτονιές της χώρας δεν διδάσκεται η αντίσταση στο κακό αλλά η αντίσταση στο δίκαιο και τη νομιμότητα. Οι μαθητές δεν παρακολουθούν μαθήματα Ιστορίας από μουσεία ή ταινίες ή λογοτέχνες τύπου Fallada. Διδάσκονται απ' τους γονείς τους απέχθεια για τους «άλλους». Εθίζονται στο σαμποτάζ της εκπαίδευσης, της σίτισης, ακόμα και της διάσωσης μικρών προσφύγων. Εξοικειώνονται με το όραμα μιας κοινωνία φτωχής και μίζερης, όπου θα ζούμε αποκλεισμένοι μ' αυτούς που είναι σαν εμάς ‒ εφιάλτης.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.