ΣΠΑΝΙΩΣ ΣΤΗΝΟΜΟΥΝ να παρακολουθήσω σε ζωντανή μετάδοση τις καθημερινές ανακοινώσεις του καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα κατά την κορύφωση του φόβου και της αβεβαιότητας μέσα στην καραντίνα. Αμέσως σχεδόν μετά, το περιεχόμενο της ομιλίας του ήταν διαθέσιμο σε εκατοντάδες ιστοσελίδες ενημερωτικών μέσων, μαζί με κάποια εκτός θέματος στοιχεία που αφορούσαν τις συναισθηματικές αποχρώσεις που επέτρεπε να εκδηλωθούν στη διάρκεια εκείνης της τακτικής απογευματινής «παράστασης» που στόχο δεν είχε βεβαίως την ψυχαγωγία αλλά την ενημέρωση, την θωράκιση και τον καθησυχασμό (σε αντίθεση με τον εφησυχασμό) του μουδιασμένου κοινού.

 

Μου προκαλούσε μια έντονη αμηχανία να παρακολουθώ ζωντανά και με όλα τα φώτα στραμμένα πάνω του (και με την επιγραφή «ζήτημα ζωής ή θανάτου» να αναβοσβήνει πάνω από το κεφάλι του), κάποιον που βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο της πιο έκτακτης επικαιρότητας χωρίς να διαθέτει τα χαρίσματα που κατά κανόνα απαιτούνται για να επιπλεύσει κανείς στον αφρό της δημοσιότητας.

 

Εύχομαι να δικαιώσει την γενική συμπάθεια στο πρόσωπό του και να μην παρασυρθεί από τις σειρήνες μιας «έτοιμης» πολιτικής καριέρας.

 

«Θα τον φάνε καμιά ώρα τον άνθρωπο», σκεφτόμουν και δεν είχα καμιά διάθεση να παρακολουθήσω ζωντανά στον αέρα τον δημόσιο κλονισμό αυτής της φαινομενικά ευαίσθητης και ευπαθούς φυσιογνωμίας που δεν θύμιζε σε τίποτα την αγοραία εικόνα του αμετροεπή «Ελληνάρα» που επικρατεί στη δημόσια σφαίρα – στην πολιτική, στα μέσα ενημέρωσης, στις εμφυλιοπολεμικές συρράξεις των κοινωνικών δικτύων, στην δύσμοιρη ελληνική τηλεόραση.

 

Ο άνθρωπος μου ήταν αντανακλαστικά συμπαθής και δεν ήθελα να ρισκάρω κάποια ρωγμή που θα μπορούσε να προκύψει σ' αυτή μου την αντίληψη, όσο περισσότερο τον παρακολουθούσα. Δεν ήθελα να «τον κάψω» μέσα μου.

 

Προσπαθούσα επίσης, όσο κι αν ήταν δύσκολο, να μην δίνω σημασία στην «αγιοποίησή» του (ακόμα και λαμπάδα της φετινής, ματαιωμένης Ανάστασης τον έκαναν) και στον ωκεανό υπερθετικών αναφορών που είχε κερδίσει ο μειλίχιος και πλήρης ενσυναίσθησης τρόπος του. Κάποιες από αυτές υπήρξαν δικαιολογημένες λόγω των κρίσιμων περιστάσεων που τον ανέδειξαν ως τον πιο απροσδόκητο ήρωα/ σταρ μιας αληθινής δυστοπίας, κάποιες άλλες ξεπερνούσαν κάθε όριο υπερβολής. Ακόμα κι αυτές όμως δεν αρκούσαν για να με οδηγήσουν στον πειρασμό της αντίδρασης.

 

 

Ακόμα κι όταν, σ΄ εκείνες τις περίεργες πρώτες μέρες της καραντίνας αλλά και του ίδιου του Τσιόρδα στον ρόλο που θα τον καθιέρωνε στη συνείδηση του κοινού, εμφανίστηκε να ψάλλει απομονωμένος σ' ένα στασίδι στο βάθος της εκκλησίας, και ενώ είχε προηγηθεί η έντονη φασαρία σχετικά με την διακοπή λειτουργίας των ναών, δεν μου είχε φανεί διόλου υποκριτική ή ναρκισσευόμενη η στάση του ούτε ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του επιστήμονα.

 

 

Μου είχε φανεί κάπως «σουρεάλ» – όπως τα πάντα σχεδόν εκείνο τον καιρό – αλλά και καθησυχαστικά ειλικρινής συγχρόνως, σα να βλέπεις κάποιον που έχει ανάγκη μια πνευματική - τελετουργική υποστήριξη από τη στιγμή που έχει ενστερνιστεί την κρίσιμη εμπλοκή του σε κάτι που τον ξεπερνά και ως άνθρωπο και ως ειδικό επιστήμονα. Κάποιον που σίγουρα δεν είναι ούτε πολιτικάντης, ούτε πολιτικός. Κάποιον που δεν ντρέπεται να ακολουθήσει την ευαίσθητη, «εκκεντρική» ή ακόμα και «περιθωριακή» με τα κοινά μέτρα και σταθμά ιδιοσυγκρασία του (Χρειάστηκαν υποθέτω κάποια κότσια να ρισκάρεις να προσληφθείς ως «θεούσα» ενώ υποτίθεται ότι εκπροσωπείς το ακριβώς αντίθετο).

 

Και δεν το λέω αυτό σε αντιδιαστολή με την passive aggressive (και εντελώς mainstream) «ματσίλα» ενός πολιτικού εκπρόσωπου σαν τον Χαρδαλιά, ο οποίος, εντάξει, σε γενικές γραμμές την (άχαρη) δουλειά του έκανε, συνεπώς δικαιολογείται εν μέρει και ο ρόλος του «κακού μπάτσου» που υιοθέτησε.

 

 

 

Η μαζική δημοτικότητα του Σωτήρη Τσιόδρα αποτελεί μια θετική εξέλιξη, ακόμα κι αν την ερμηνεύσει κανείς στο πλαίσιο του αφηγήματος της εκδίκησης – ή μάλλον της δικαίωσης – του σπασίκλα. Όχι όμως του συμπλεγματικού σπασίκλα που μετά από κάθε περιστατικό bullying που αντιμετώπιζε μικρός, απειλούσε μέσα από τα δόντια του ότι «μια μέρα θα σας δείξω εγώ» ή του σπασίκλα που διψά για απόλυτη καταξίωση και ανεξέλεγκτη εξουσία όπως οι σύγχρονοι τεχνοκράτες-κροίσοι του πλανήτη.

 

Ο Σωτήρης Τσιόδρας φάνηκε να εκπροσωπεί την ιδέα του επιστήμονα ως ανθρωπιστή, του ειδικού ως αντι-ξερόλα και του γιατρού ως οικείου προσώπου και όχι ως μικρού θεού-παντοκράτορος που συχνά βαριέται τα βδελυρά εγκόσμια και τις επίμονες ανασφάλειες των κοινών θνητών-ασθενών.

 

Τέλος καλό, όλα καλά και για τον ίδιον και για μας. Ή μάλλον τέλος πρώτης φάσης (ή πρώτου κύκλου) καλό, και όσον αφορά στη συνέχεια του έργου, ο ίδιος θα κάνει πλέον μόνο «γκεστ» εμφανίσεις ως επιφανής και αναγνωρισμένος πλέον καρατερίστας.

 

Εύχομαι να δικαιώσει την γενική συμπάθεια στο πρόσωπό του και να μην παρασυρθεί από τις σειρήνες μιας «έτοιμης» πολιτικής καριέρας. Δικαίωμά του βεβαίως, αλλά θα ήταν κρίμα, όχι μόνο επειδή κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην αυτόματη αυτοκαταστροφή τούτου εδώ του κειμένου (προφανώς, αυτό είναι το λιγότερο) αλλά επειδή... ας πούμε απλά ότι θα ήταν απογοητευτικό. Ας μείνει και κάτι ανεκμετάλλευτο και αυθεντικό, όσο μπορούν να στέκονται εκτός εισαγωγικών στην εποχή μας αυτοί οι προδιορισμοί.