Η αλήθεια είναι ότι προς το τέλος, ο Χάρρυ Κλυνν είχε αποξενώσει και μένα και πολύ κόσμο με κάποιες ακραίες –και παραληρηματικά εθνικιστικές ενίοτε– δημόσιες θέσεις, επιτρέποντας έτσι σε κάποιους να θέσουν υπό αμφισβήτηση την πολλαπλώς σημαντική κληρονομιά του ως μοναδικού και πρωτοποριακού κωμικού, performer και σατιρικού καλλιτέχνη εν γένει. Δεν ήταν ο πρώτος βέβαια ούτε ο μόνος που κόντεψε να παρανοήσει υπό τη σκιά της κρίσης, των μνημονίων, της φτωχοποίησης, του λαϊκισμού, της διαρκούς αστάθειας, του διχασμού (τα κρούσματα ήταν πολλά από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα και τα τραύματα παραμένουν, όπως και τα κουσούρια) και αποφάσισε να το πάρει προσωπικά το ζήτημα.

 

Προτιμώ πάντως να τον θυμάμαι στις δύο πολύ ανθρώπινες και εντελώς αντίθετες μεταξύ τους περιστάσεις που τον είχα δει από κοντά: στον γάμο (πολύ γλυκός, μου είπε χαμογελαστά «και στα δικά σου λεβέντη μου») και αργότερα στην κηδεία του γιου του, του Νίκου (που μου είχε χαρίσει κάποτε αυθεντική αφίσα της ταινίας «Τα 201 Καναρίνια» που αγαπώ πολύ), όπου τον είχαν φέρει με αναπηρικό καροτσάκι και οξυγόνο για να αντέξει το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε γονιό. Δύο χρόνια παρά έναν μήνα αργότερα, τον Μάιο του 2018, θα έφευγε και ο ίδιος από τη ζωή.

 

Ακόμα και σήμερα αν ξεκινήσεις να τραγουδάς σε κάποια ομήγυρη την πρώτη στροφή του διάσημου κομματιού του Χάρρυ Κλυνν, «Ελλάδα η χώρα του πράσινου ήλιου», το οποίο, παρά τον βαθύ και πικρό σαρκασμό, λειτουργούσε τότε ως ανεπίσημος εθνικός ύμνος, θα σιγοντάρουν αμέσως με νοσταλγία και οι υπόλοιποι.

 

Έβλεπα σήμερα –με αφορμή την επέτειο του θανάτου του– να περιφέρεται και πάλι μια «σημαδιακή» κουβέντα του η οποία προέρχεται από συνέντευξή του (ή μάλλον, επιπλέει σε διάφορες συνεντεύξεις του στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας) και αναφέρεται στην αυγή του ΠΑΣΟΚισμού και στην κουλτούρα που υποτίθεται ότι μας έχει στερεοτυπικά καθορίσει στα διάφορα μεταστατικά της στάδια από τότε μέχρι σήμερα:

 

«Το 1983 στην μπουάτ Διαγώνιο στην Πλάκα έκλεινα την παράστασή μου "Αλλαγή και πάσης Ελλάδος" με τα λόγια: Εδώ και δύο χρόνια έχει αρχίσει το μεγάλο κακό, που θα μετατρέψει σιγά-σιγά τους Έλληνες σε λαό πιθήκων, σε λαό ψηφοφόρων, δημοσίων υπαλλήλων, καταναλωτών, κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών, κομπιναδόρων και συνδικαλισταράδων. Σε είκοσι-τριάντα χρόνια από σήμερα, Ανδρέας Παπανδρέου μπορεί να μην υπάρχει. Θα υπάρχει όμως μια Ελλάδα πτωχευμένη κι ένας λαός στα όρια της οικονομικής και της ηθικής εξαθλίωσης...».

 

 

 

Το ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει πλέον ως επίσημος πολιτικός φορέας, εξακολουθεί όμως να εμφανίζεται παντού σχεδόν στη δημόσια συζήτηση διατηρώντας μια τρομακτική συμβολική ισχύ. Είναι περίπου βέβαιο ότι δεν θα απαλλαγούμε ποτέ από τα εκατομμύρια μιμίδια (memes) νοσταλγικής κυρίως προδιάθεσης –ακόμα κι όταν η νοσταλγία είναι μεταμφιεσμένη σε (αυτο)σαρκασμό– που χρησιμοποιούν το πάλαι πότε παντοδύναμο «Κίνημα» (ουδεμία σχέση με το τρέχον ή μάλλον ασθμαίνον «Κίνημα Αλλαγής») σε οποιοδήποτε πλαίσιο μπορεί κανείς να διανοηθεί. Με άλλα λόγια, το πασοκίζειν εστί φιλοσοφείν.

 

Ποιος ξέρει, με τις εξελίξεις στην τεχνολογία και στην τεχνητή νοημοσύνη, μπορεί και να βρεθεί κάποτε ξανά στην εξουσία ως πρώτο και με διαφορά κόμμα στις εκλογικές διαδικασίες μιας εικονικής πραγματικότητας που θα έχει αντικαταστήσει τη «χειροπιαστή».

 

Γιατί όμως το νοσταλγούμε τόσο πολύ, ειδικά αν ευθύνεται, όπως είχε «προφητεύσει» ο αείμνηστος Χάρρυ Κλυνν, για την όξυνση μιας παθολογίας που υπήρχε πάντα, διαβρώνοντας το κοινωνικό σώμα, αλλά επί των (χιλιάδων) ημερών του ξέφυγε εκτός ελέγχου και μας κατατρώει μέχρι σήμερα; Έχει να κάνει μόνο με τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν την άνεση και την ανεμελιά και συνεχίζονται ακόμα ή έχουμε μοιρολατρικά και τελεσίδικα αποφασίσει ότι κατά βάση και κατά πλειοψηφία ΠΑΣΟΚ ήμασταν πάντα και μ' αυτό το DNA θα πορευτούμε προς το ηλιοβασίλεμα; Και η τρέχουσα κυβέρνηση άλλωστε, παρότι φέρει το όνομα της «επιζήσασας» ΝΔ, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ως ένα μετα-ΠΑΣΟΚ σύστημα λειτουργεί, με κάποια έξτρα βαριά παρελκόμενα βεβαίως της επαράτου δεξιάς.

 

 

 

«Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» ήταν το επιμελώς αφηρημένο σλόγκαν αυτοδιάθεσης που είχε κατοχυρώσει ο ιδρυτής του και έκτοτε λειτουργεί ως πατριωτικό πασπαρτού πάσης χρήσεως. Μόλις σήμερα μάλιστα εμφανίστηκε να το οικειοποιείται και ο Κασιδιάρης στην παρθενική αρχηγική του εμφάνιση, αφού προηγουμένως είχε εργαλειοποιηθεί και από το υπό διάλυση νεοναζιστικό μόρφωμα στο οποίο αυτός ανήκε μέχρι πρότινος. Τέτοιου είδους συνθήματα όμως δεν έχουν πνευματικά δικαιώματα, αντίθετα από εκείνο το μνημειώδες και εξόχως ΠΑΣΟΚικό «Τσοβόλα, δώσ' τα όλα» που είναι σα να το περιμένουμε ακόμα να πραγματωθεί.

 

Τι θα γίνει όμως; Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η νοσταλγία για την αθάνατη «ΠΑΣΟΚάρα»; Μ' αυτόν τον καημό της επιστροφής των ημερών κρασιού και ρόδων (ή μάλλον σαμπάνιας και γαρυφάλλων) θα πάμε;


Είναι πολύ πιθανό. Ακόμα και σήμερα αν ξεκινήσεις να τραγουδάς σε κάποια ομήγυρη την πρώτη στροφή του διάσημου κομματιού του Χάρρυ Κλυνν, «Ελλάδα η χώρα του πράσινου ήλιου» (από τον δίσκο «Μαλακά πιο μαλακά» του 1984), το οποίο, παρά τον βαθύ και πικρό σαρκασμό, λειτουργούσε τότε ως ανεπίσημος εθνικός ύμνος, θα σιγοντάρουν αμέσως με νοσταλγία και οι (κάποιας ηλικίας έστω) υπόλοιποι.