ΑΣ ΑΡΧΙΣΟΥΜΕ ΑΠΟ
τα καλά νέα. Ναι, δεν είναι ψέμα, η Ελλάδα μπόρεσε να αντιμετωπίσει ιδιαιτέρως αποτελεσματικά, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, μια κρίση που οδήγησε δοκιμασμένες δημόσιες διοικήσεις κρατών, τα οποία χρησιμοποιούμε συνήθως ως υποδείγματα, σε πλήρη αποτυχία, αν όχι αποδιάρθρωση. Πολλές είναι οι εξηγήσεις που δόθηκαν. Ορισμένοι υποστήριξαν, επί παραδείγματι, ότι ο φόβος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πειθαρχία που έδειξε ο ελληνικός πληθυσμός, αλλά πολύ εύκολα μπορεί κανείς να ανατρέψει αυτόν τον ισχυρισμό: γιατί οι άλλοι Ευρωπαίοι –αν μείνουμε μόνο σε αυτούς– φοβούνται λιγότερο και αυτό τους καθιστά πιο ευάλωτους; Αρκεί ο φόβος για να μειωθούν τα κρούσματα; Ασφαλώς, όχι. Στην Ελλάδα έχουμε να κάνουμε με μια επιτυχία την οποία θα απέδιδα προσωπικά στον πρωθυπουργό και στην ομάδα που είχε και εξακολουθεί να έχει γύρω του.


Πιο αναλυτικά τώρα: η ομάδα αυτή μπόρεσε να αντιληφθεί άμεσα την έκταση του προβλήματος, να πάρει μέτρα πολύ γρήγορα και επίσης να ενημερώσει αποτελεσματικά και να πείσει τους πολίτες για το πρόβλημα. Το γεγονός ότι τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν ήταν οριζόντια και κατασταλτικού χαρακτήρα ασφαλώς διευκόλυνε πολύ το έργο τους, το οποίο όμως και έτσι δεν ήταν εύκολο. Μας έπεισαν, κάτι που δεν πρέπει να θεωρήσουμε αυτονόητο, ότι στη χώρα αυτή είναι δυνατόν να γίνουν πράγματα και τα πράγματα αυτά να τα κάνουμε εμείς.


Ωστόσο, εδώ ελλοχεύει η αμετροέπεια που εύκολα καλλιεργείται στη χώρα μας, ως επί το πλείστον από τους δημοσιογράφους: είμαστε καλύτεροι απ' όλους, τα καταφέραμε καλύτερα, γράφει για μας ευνοϊκά ο ξένος Τύπος. Εδώ λειτουργεί το σύμπλεγμα κατωτερότητας που μας καταδιώκει χωρίς κανένα έλεος και που εκδηλώνεται στο ελάχιστο εγκώμιο μιας ξένης εφημερίδας, ενός ξένου site, μιας προσωπικότητας. Διότι είναι επιπόλαιο να βιαστούμε και να βγάλουμε πρόωρα συμπεράσματα, όπως συνήθως κάνουμε. Μια χώρα, ένα κράτος, μια δημόσια διοίκηση, δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη, χρειάζεται επίπονη προσπάθεια μακράς διαρκείας και αυτό όλοι το γνωρίζουν. Αν στην προσπάθεια εξόδου από την κρίση τα πράγματα πάνε λιγότερο καλά απ' όσο προσδοκούμε, τι θα πούμε; Ότι οι άνθρωποι που μας προστάτευσαν μέχρι σήμερα έγιναν ξαφνικά άχρηστοι;

 

Από το 2008 η παγκόσμια οικονομία έχει μπει σε μια περίοδο αυξανόμενης αβεβαιότητας, πολλοί υποστηρίζουν, σε μια περίοδο αποπαγκο-σμιοποίησης. Σε πρώτη φάση το πληρώσαμε πολύ ακριβά για μία δεκαετία. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου καβγαδίζαμε για το ποιος έχει τις θαυματουργές λύσεις για την κρίση.


Η επίκληση, πάλι, της δημιουργίας ενός national brand name που θα βοηθήσει την Ελλάδα να αποκαταστήσει την τουριστική αξιοπιστία της, αλλά και να προσελκύσει επενδύσεις (όλα αυτά ακούστηκαν από υπουργούς της κυβέρνησης), είναι επιπολαιότητες. Ένα brand name θέλει χρόνο και μεγάλη δοκιμασία για να διαμορφωθεί και, σύμφωνα με έναν κανόνα που χρησιμοποιείται από όλους τους ειδικούς των δημοσίων σχέσεων, πολύ δύσκολα σχηματίζεται, αλλά πολύ εύκολα καταστρέφεται. Εξάλλου, δεν μπορείς να έχεις ένα καλό brand name στον τουρισμό και να υστερείς σε όλους τους άλλους τομείς. Πέρα, δε, από αυτό, ο τουρισμός, για να υπάρξει, δεν απαιτεί μόνο ένα καλό brand name, που μάλλον το είχαμε και πριν από την πανδημία, αλλά και ανοιχτά σύνορα, που μάλλον δεν θα έχουμε.


Επομένως, καλό θα ήταν να μη βιαστούμε ούτε να θριαμβολογήσουμε ούτε να δούμε μπροστά μας καταστροφές. Χρειάζεται μέτρο στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα. Άλλωστε, τα πιο δύσκολα, όπως είναι μάλλον προφανές, είναι μπροστά μας. Και οι δυσκολίες αυτές έχουν να κάνουν με τη διάρκεια της πανδημίας, με το ενδεχόμενο εμφάνισης ενός δεύτερου επιδημικού κύκλου, αλλά και με την επανεκκίνηση της οικονομίας μας, μιας οικονομίας που μετά από δέκα χρόνια οξύτατης κρίσης και μνημονίων εξακολουθεί να μην έχει αντιμετωπίσει τα βασικά της προβλήματα, να μην έχει στόχους και προσανατολισμούς. Μια οικονομία που λόγω των αδυναμιών της βρέθηκε εύκολη λεία στην κρίση του κορωνοϊού.


Ας δούμε τώρα τα κακά νέα. Το πλήγμα που θα δεχτεί η οικονομία μας θα είναι μεγάλο και δεν θα εκδηλωθεί απαραιτήτως άμεσα. Μια οικονομία με πολύ μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων και πολλές μικρές επιχειρήσεις που επιβίωναν οριακά δεν μπορεί παρά να θρηνήσει πολλά «θύματα». Και ακόμη, όπως ήδη είπα, δεν γνωρίζουμε τη διάρκεια της πανδημίας, δεν γνωρίζουμε το τελικό κόστος της για την ελληνική οικονομία. Το μεγάλο θύμα για μία φορά ακόμα ήταν η ιδιωτική οικονομία και κατά τη γνώμη μου είναι άδηλο πώς θα μπορέσει να ανορθωθεί. Η πολιτική επιδομάτων δύσκολα θα βοηθήσει.


Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα θα είναι η κατανομή των βαρών της ανασυγκρότησης. Ανεξαρτήτως της βοήθειας που θα δοθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, θα υπάρξουν βάρη τα οποία θα επιμεριστούν στις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Οι πιέσεις που θα ασκηθούν από λογής-λογής επαγγελματικές ομάδες θα γίνονται όλο και πιο έντονες και η γλυκιά συναίνεση της εποχής της καραντίνας θα μοιάζει ειδυλλιακή. Οι Έλληνες θα επιστρέψουν στον παλιό «καλό» εαυτό τους και εδώ έχω αμφιβολίες κατά πόσο το κράτος, η δημόσια διοίκηση και η κυβέρνηση θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των καιρών. Η «υπόθεση Βρούτση» έδειξε τι σημαίνει το να ξεφύγουν οι ευθύνες από τα χέρια μιας ομάδας που θέλει να κάνει πράγματα και να κατανεμηθούν σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο. Δυστυχώς, η πολιτική μας «τάξη» δεν άλλαξε από τη μία μέρα στην άλλη. Η φτώχεια, εξάλλου, της αντιπολίτευσης μας υποδεικνύει ότι το ύφος και το ήθος που θα επικρατήσουν δεν θα ευνοούν τα μεγάλα εγχειρήματα αλλά θα προκαλούν θορύβους και καταγγελίες. Οι τελευταίες συγκεντρώσεις των «εκπαιδευτικών» σε καθεστώς καραντίνας(!) δεν αποτελούν παρά γραφικά προεόρτια του τι θα ακολουθήσει. Θα μπορέσει η κυβέρνηση να αντιδράσει με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης ή οι υπουργοί της θα το ρίξουν στα vouchers για να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση; Διάβαζα προσφάτως για τις επικείμενες(;) αυξήσεις αμοιβών στους γιατρούς εν όψει της ανασυγκρότησης του ΕΣΥ. Καμία αντίρρηση για τις αυξήσεις, αλλά μαζί δεν θα ήταν ευκαιρία να αρχίσουμε να βλέπουμε ισολογισμούς νοσοκομείων και να πληρώνουμε, για παράδειγμα, τα φίλτρα των τεχνητών νεφρών όσο και οι υπόλοιπες χώρες; Γιατί εκεί, κάπου κάτω από τις γραμμές, βρίσκονται οι λύσεις των προβλημάτων, μόνο που σπανίως τις συζητάμε.

 

Το μόνο θετικό σημείο που είχε η πανδημία του κορωνοϊού δεν είναι άλλο από το ότι υπογράμμισε το εξαιρετικά ευάλωτο της ελληνικής οικονομίας. Αν καταστεί δυνατή η σταθεροποίησή της χωρίς μεγάλους τριγμούς, νομίζω ότι θα πρέπει επιτέλους να μπει μπροστά μια στρατηγική για το μέλλον της. Οι ξένες επενδύσεις, για να έρθουν, χρειάζονται πολύ περισσότερα πράγματα από τη δική μας καλή διάθεση. Όλα αυτά δεν άλλαξαν επειδή αποφύγαμε να έχουμε, προσωρινά, πολλά θύματα σε μια πανδημία. Οι δυσλειτουργίες –ας το πω ευγενικά– στη Δικαιοσύνη, στην κοινωνική ασφάλιση, στην εκπαίδευση, στην οργάνωση της αγοράς κ.λπ. εξακολουθούν να είναι εκεί και περιμένουν ακόμα την αντιμετώπισή τους. Και θυμίζω ξανά ότι δεν θέλουμε επενδύσεις χαμηλής προστιθέμενης αξίας, αλλά επενδύσεις που θα μας διευκολύνουν να αποφύγουμε τον ανταγωνισμό των γειτόνων στον τομέα των εργατικών αμοιβών. Πράγμα που κάνει πολύ δύσκολα τα πράγματα.

 
Από το 2008 η παγκόσμια οικονομία έχει μπει σε μια περίοδο αυξανόμενης αβεβαιότητας, πολλοί υποστηρίζουν, σε μια περίοδο αποπαγκοσμιοποίησης. Σε πρώτη φάση το πληρώσαμε πολύ ακριβά για μία δεκαετία. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου καβγαδίζαμε για το ποιος έχει τις θαυματουργές λύσεις για την κρίση. Φυσικά, κανείς δεν τις είχε και ο αγώνας για την εξουσία μάς κόστισε πολύ ακριβά. Τώρα τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται, η διεθνής αστάθεια σε όλους τους τομείς αυξάνεται και εμείς διαπιστώνουμε πόσο ευάλωτη είναι η χώρα μας. Υπάρχει μόνο μία διέξοδος, να επιλέξουμε την ενίσχυση του κράτους, της δημοκρατίας και της οικονομίας μας. Το αντίθετο θα ήταν έγκλημα.


Πιστεύω, λοιπόν, ότι αυτό που αποτέλεσε ένα σημείο-κλειδί στην επιτυχία των μέτρων προστασίας από τον κορωνοϊό ήταν η πειστικότητα των εξηγήσεων που δόθηκαν. Και τα πρώτα δείγματα, τόσο από τον πρωθυπουργό όσο και από τον υπουργό Οικονομικών, ήταν ενθαρρυντικά. Εκεί βρίσκεται και η λύση για το μέλλον, το ίδιο θα πρέπει να συμβεί και στα επόμενα βήματά μας. Θα πρέπει να δοθούν εξηγήσεις, να γίνει κατανοητό κάθε βήμα που θα γίνει, γιατί επιλέγεται να επιβαρυνθεί η τάδε ομάδα και όχι άλλη. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι επιδόσεις της χώρας στους δείκτες κοινωνικής δικαιοσύνης είναι οι χειρότεροι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς κόστος. Αντιδράσεις θα υπάρξουν απ' όσους δεν θέλουν να αναλάβουν κάποιο κόστος στην ανασυγκρότηση της χώρας. Για το μόνο που πειστήκαμε, ωστόσο, τον τελευταίο μήνα είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς αντιδρούμε απολύτως ορθολογικά όταν μας δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις, όταν οι πολιτικές ομάδες που μας κυβερνούν μας σέβονται και δεν προσπαθούν να μας εξαπατήσουν.

 

* Ο Κώστας Κωστής είναι καθηγητής Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LifO