«Οι άνθρωποι βλάπτουν ευκολότερα κάποιον που τους είναι αγαπητός από κάποιον που τους προκαλεί το φόβο. (...) Ο Ηγεμόνας, αν δεν μπορεί να κερδίσει τη αγάπη των εξουσιαζόμενων, πρέπει να προκαλέσει το φόβο, αλλά με τρόπο που να αποφύγει το μίσος».

 

Αυτά γράφει ο Μακιαβέλι υπό τη μορφή επιστολής με οδηγίες προς έναν νεαρό επίδοξο ηγέτη στον «Ηγεμόνα» του. Ο φόβος προτιμότερος και από την αγάπη και από το μίσος. Δύσκολη συνταγή, που κατεξοχήν δοκιμάζεται σε στιγμές κρίσης, όπως η πανδημία.


Ο φόβος εξασφαλίζει την υπακοή. Τη συνειδητή εκχώρηση του ζωτικού χώρου των δικαιωμάτων στο όνομα της απειλής που κομίζει η ελευθερία. Αν ο κόσμος φοβάται, τότε ως και ο εξωτερικός καταναγκασμός δεν είναι τόσο αναγκαίος. Το συναίσθημα έχει σε τέτοιο βαθμό ενσωματωθεί που ο ρόλος των διωκτικών αρχών για τη συμμόρφωση καθίσταται δευτερεύων. Γινόμαστε οι αστυνόμοι του εαυτού μας. Γίναμε δηλαδή.

 

Μήπως αυτό δεν είναι η επιτυχία των κρατών που έγκαιρα κι αποτελεσματικά κατάφεραν να εφαρμόσουν τα περιοριστικά μέτρα για την καταπολέμηση της υγειονομικής κρίσης; Κράτη με ισχνή παράδοση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τις κυβερνήσεις αλλά και με ένα επίσης ισχνό δημόσιο σύστημα υγείας –στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη– κατάφεραν να περιορίσουν τις απώλειες με τρόπο θαυμαστό ως σήμερα, καθώς (ανάμεσα σε άλλα) ο κόσμος συμμορφώθηκε στις υποδείξεις, διότι φοβήθηκε για την επιβίωσή του. Έτσι, έκανε βίωμά του τους κανόνες.

 

Ο φόβος εξασφαλίζει την υπακοή. Τη συνειδητή εκχώρηση του ζωτικού χώρου των δικαιωμάτων στο όνομα της απειλής που κομίζει η ελευθερία. Αν ο κόσμος φοβάται, τότε ως και ο εξωτερικός καταναγκασμός δεν είναι τόσο αναγκαίος. Το συναίσθημα έχει σε τέτοιο βαθμό ενσωματωθεί που ο ρόλος των διωκτικών αρχών για τη συμμόρφωση καθίσταται δευτερεύων.


Όμως, ο φόβος είναι δίκοπος. Όσο οι κοινότητες φοβούνται, αποδέχονται τους περιορισμούς. Εξάλλου, άλλο παραβιάσεις δικαιωμάτων κι άλλο περιορισμοί. Ωστόσο, η κοινωνία πρέπει να προχωρήσει στην επόμενη μέρα –μια μέρα που ήρθε– πολεμώντας και τον φόβο. Το βολικό για την εξουσία συναίσθημα στον καιρό του εγκλεισμού γίνεται έτσι εμπόδιο για τη μετάβαση. Κυρίως όταν έχει καλλιεργηθεί με τρόπο αναγκαίο, αριστοτεχνικό και πετυχημένο. Αυτό μήπως δεν βλέπουμε με τη συζήτηση σχετικά με το άνοιγμα των σχολείων σήμερα;


Πώς θα καταπολεμήσουμε τον φόβο χωρίς να γίνουμε ασύγγνωστοι των κινδύνων; Πώς θα πλοηγήσουμε στο ρίσκο; Εδώ τίθενται άλλου τύπου διλήμματα τόσο στο υγειονομικό επίπεδο όσο και στο θεσμικό και πολιτικό πεδίο. Πώς η ίδια κοινωνία, που αφουγκραζόμενη τον κίνδυνο κλείστηκε, θα περπατήσει στο άνοιγμά της; Πώς θα πειστεί να κάνει το βήμα ώστε να απεμπολήσει το φαρμακερό προνόμιο του εγκλεισμού που στάθηκε η εγγύηση της πεποίθησης ότι είναι ασφαλής;

 

Αυτό είναι το επίδικο τη στιγμή αυτή που τα πράγματα βαδίζουν σχεδόν στα τυφλά κι εκτός συντεταγμένου ελέγχου: Η κοινότητα προετοιμάζει την έξοδο από την πολιορκία. Ποια έξοδος όμως μπορεί να είναι αναίμακτη; Αυτό λέγεται; Ποια κυβέρνηση στο σύγχρονο κόσμο, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, θα μπορέσει να «τάξει» αυτό που υποσχέθηκε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ στην ιστορική του ομιλία στο βρετανικό κοινοβούλιο, όταν ανέλαβε πρωθυπουργός, στέλνοντας τη χώρα του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τη στιγμή που οι γερμανικές μεραρχίες σαρώνουν τη Δυτική Ευρώπη πριν από ογδόντα χρόνια; (13/5/1940): «Δεν έχω τίποτε να σας προσφέρω εκτός από αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα».


Πώς θα σταθούμε; Θα σκεφτούμε ένα νέο δημόσιο σύστημα υγείας, ως έναν μόνιμο μηχανισμό εθνικής ασφάλειας, όπως περίπου σκεφτόμαστε τους αμυντικούς εξοπλισμούς για την περίπτωση πολέμου; Θα χρησιμοποιήσουμε τον χρόνο που κερδίσαμε για να θωρακίσουμε την κοινωνία μας απέναντι στην πανδημία ή θα τον σπαταλήσουμε με αφροσύνη και ιδεοληψία εναντίον οτιδήποτε δημοσίου; Θα μπορέσει η ΕΕ να συνομολογήσει μια νέα συμφωνία, ένα νέο Νew Deal που δεν θα βασίζεται σε προγράμματα διάσωσης και επαχθή μνημόνια που θα εκτοξεύσουν το δημόσιο χρέος σε ακόμη πιο δυσθεώρητα ύψη; Πώς θα επανέλθουμε σε μια κανονική διακυβέρνηση όπου οι αποφάσεις δεν θα ανακοινώνονται απλώς στις έξι το απόγευμα αλλά θα λαμβάνονται κατόπιν διαβούλευσης και συμμετοχής, όπως αρμόζει σε μια ουσιαστικά δημοκρατική πολιτεία;


Αυτά είναι μερικά από τα υπαρξιακά ερωτήματα στα οποία χρωστάμε μια απάντηση. Για να μπορέσουμε να κάνουμε ένα βήμα μπροστά με επίγνωση της ασάφειας και της αβεβαιότητας, θα πρέπει να νιώσουμε κάτι πιο περιεκτικό από την απειλή. Για να μπορέσει να σταθεί εμπιστοσύνη σε αυτόν τον χάρτη της απόλυτης αβεβαιότητας, θα πρέπει ως «πρόσωπα κι ως μέλη του κοινωνικού συνόλου», που λέει και το Σύνταγμά μας, να νιώσουμε ότι ο ανασχεδιασμός των δημοσίων πολιτικών θα γίνει με γνώμονα ξεχασμένες αρχές των πολιτευμάτων μας και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού: κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα, αλληλεγγύη. Αλλιώς, η ελευθερία θα γίνει συνώνυμο του εγωισμού ανασφαλών ανθρώπων. Και η επόμενη μέρα θα φέρει εικόνες Αποκάλυψης και Λεβιάθαν πανοπτικών κρατών, όπως ακριβώς τα είχε προβλέψει ο Χομπς.


Εν κατακλείδι:

• Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι υπόθεση ατομικής ευθύνης, όπως πάλι ακούμε, όπως ακούγαμε στην αρχή της υγειονομικής κρίσης, αλλά ερώτημα δημοσίων πολιτικών. Φαίνεται πως αυτή η «ατομική ευθύνη» είναι τόσο ριζωμένη στα μυαλά των κυβερνώντων που επανέρχεται ως τυφλή αδράνεια. Να τελειώνουμε με αυτήν.


• Ας μας παιδέψει και να μας εκπαιδεύσει η αβεβαιότητα. Να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά στους κινδύνους, όχι όμως με θέσφατα. Η ειδημοσύνη παίρνει ρίσκα. Αναγκαστικά, κυρίως όταν βαδίζει αχαρτογράφητα. Ο καθηγητής Τσιόδρας τολμάει και δηλώνει την άγνοιά του. Οι σοφοί –κι αυτός και τόσοι άλλοι– είναι αυτοί που ζούνε στον κόσμο της επίγνωσης της σχετικότητας των γνώσεών τους κι έτσι προχωράμε. Οι άσχετοι οπαδοί τους είναι οι κυρίως βέβαιοι για την ορθότητα των αποφάνσεών τους. Κι όταν βλέπουμε επιστήμονες να ορθώνουν την κομπορρημοσύνη τους σε στυλ «εγώ τα ξέρω όλα», ας είμαστε σίγουροι ότι δεν μιλάει το γνωστικό τους αντικείμενο αλλά το επηρμένο τους υποκείμενο. Η διχογνωμία κι η αβεβαιότητα είναι στον πυρήνα της επιστήμης.


Κάτι θα κερδίσουμε ως κοινωνία αν βγούμε απ' αυτό με βαθύτερη επίγνωση της αβεβαιότητας. Δεν είναι απλώς θέμα μετριοπάθειας. Είναι θέμα δημοκρατίας. Η διχογνωμία είναι και στον δικό της πυρήνα.

 

Πρωτοβουλία για την Επόμενη Μέρα

Την Παρασκευή 8 Μαΐου στις 20:00 θα διεξαχθεί η τρίτη διαδικτυακή συζήτηση/σεμινάριο για την Επόμενη Μέρα με θέμα «Κορωνοϊός, ο απρόβλεπτος (μεταρ)ρυθμιστής».

Ο κόσμος αλλάζει: προς τα πού όμως; Σε αυτό το ερώτημα επιχειρούν να απαντήσουν οι Κωστής Καρπόζηλος, ιστορικός, διευθυντής Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Φραγκίσκος Κουτεντάκης, λέκτορας στο Οικονομικό Τμήμα Πανεπιστημίου Κρήτης, Πουλίκος Πουλικάκος, βιολόγος, αν. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Mount Sinai Νέας Υόρκης, Δημήτρης Χριστόπουλος, πολιτειολόγος, καθηγητής Παντείου.

Συντονισμός, εισαγωγή & συμπεράσματα: Ξένια Κουναλάκη, δημοσιογράφος, «Καθημερινή».

Η εκδήλωση είναι ανοιχτή στο κοινό και δεν απαιτείται εγγραφή. Μπορείτε να την παρακολουθήσετε στις σελίδες της πρωτοβουλίας στο YouTube και στο Facebook καθώς και μέσω Zoom.

Περισσότερες πληροφορίες για την Επόμενη Μέρα στον διαδικτυακό τόπο www.epomenimera2020.gr

Επικοινωνία epomenimera2020@gmail.com