Κάθε ανατροπή της ρουτίνας των κοινωνιών ακολουθείται, σχεδόν μοιραία, από υποσχέσεις ανάπλασης και αναγέννησης. Μια παγκόσμια επιδημία, ένας μεγάλος πόλεμος, η αιφνίδια φυσική καταστροφή, λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές φιλόδοξων σχεδίων για το μετά. Μετά τον πρώτο μεγάλο πόλεμο είχαμε τη γέννηση της Κοινωνίας των Εθνών, ενώ πάνω στα ερείπια των ευρωπαϊκών πόλεων και στις κρίσεις που έφερε η ψυχροπολεμική διαίρεση πήρε σάρκα και οστά η Ευρωπαϊκή Κοινότητα.


Στις σκιές τέτοιων συμφορών η ανθρωπότητα σπεύδει να προστατευτεί και συγχρόνως μοιράζει υποσχέσεις μεταστροφής. Τώρα, ας πούμε, και καθώς η πανδημία του Covid-19 αλλάζει ριζικά το καθεστώς της καθημερινότητας και τις σταθερές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, έχει επανέλθει το θέμα ενός «τέλους» και μιας «καινούργιας αρχής». Τι μας λέει αυτό το μοτίβο; Υπόσχεται πως μετά από αυτό δεν θα επιστρέψουμε στο πριν, θα οργανώσουμε αλλιώς τα πράγματα. Η νόσος και οι αντιδράσεις σε αυτήν αποκαλύπτει τις βαθύτερες υλικές και πνευματικές ανεπάρκειες ενός ολόκληρου πολιτισμού. Αυτό γράφεται και ακούγεται σε πολλές γλώσσες αυτές τις μέρες, παράλληλα με την ιατρο-νοσηλευτική προσπάθεια και τα δράματα στο πεδίο της μάχης των νοσοκομείων.

 

Μπορεί οι εξελίξεις να μην είναι μια ευθεία γραμμή και να δούμε αλυσιδωτές αντιδράσεις και ενδιαφέρουσες λοξοδρομήσεις. Να δούμε αναθεωρήσεις και επαναπροσδιορισμούς. Σαν τη συμπεριφορά του ιού στον οργανισμό, το ίδιο απρόβλεπτη είναι η μακροπρόθεσμη επίδραση των μεγάλων κλονισμών στη δημοκρατία και στις ψυχές.


Όσο μπορούμε να σκεφτούμε, έχοντας ακόμα δρόμο μπροστά μας (γιατί το lockdown μάς γυρίζει στη στοιχειώδη σκέψη του εξοδούχου φαντάρου), η επόμενη μέρα συνδέεται με μια γενικότερη στροφή σε δημόσιες, πολιτικές και ατομικές προτεραιότητες. Ναι, με μια έννοια το πιο ανελέητα αντι-ουτοπικό πλάσμα στον κόσμο, ένας ιός, γίνεται αφορμή να στηθεί και μια βιομηχανία ονείρων όπου συνωστίζονται ήδη πολιτικές ευχές, ηθικά όνειρα και ιδεολογικοί ανταγωνισμοί. Βγαίνουν στον αφρό όσοι μυρίζονται πια μια μόνιμη e-κοινωνία των ανέπαφων συναλλαγών αλλά και όσοι προτείνουν στα σοβαρά την εγκατάλειψη του μοντέλου του παγκόσμιου εμπορίου με την επιστροφή στο τοπικό για την παραγωγή και την ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών.

 

Οι περισσότεροι, όμως, «οι μάζες» όπως λέγαμε παλιά, στέκονται μακριά από αυτό το άθλημα των μεγάλων στόχων. Βρίσκονται μες στο σάστισμα, θυμώνουν με το ένα ή το άλλο εμπόδιο της καθημερινότητας και προσπαθούν να προσαρμοστούν. Το πιθανό είναι να βλέπουν στον ύπνο τους ότι απαλλάσσονται από τις μυρουδιές των αντισηπτικών που αυτές τις μέρες μάς πολιορκούν. Οι άνθρωποι βιάζονται να επιστρέψουν στις αμαρτωλές, όχι ιδιαίτερα προσεκτικές, ούτε πάντα συνετές επιλογές τους. Συναισθάνονται ότι η κουλτούρα της αυτοπειθαρχίας και των θυσιών δεν μπορεί να είναι πρόταση ζωής ούτε καν για εκείνους που ισχυρίζονται πως την αντέχουν εν όψει κάποιου καλού σκοπού.

 

Αυτή η κρίση, παρ' όλα αυτά, γεννάει καινούργιες στάσεις και πολιτικές μεταστροφές. Κάθε μέρα αποδεικνύει πως υπάρχει μετατόπιση γραμμών. Και βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή. Ο Πασκάλ Μπρικνέρ και άλλοι μίλησαν για το τέλος του γερμανικού «πειθαρχικού», δημοσιονομικού credo και των πρακτικών του. Ίσως είναι πρόωρο, αφού οι Γερμανοί φαίνεται να αντιδρούν και στην ιδέα κάποιων «κορωνο-ομολόγων», ωστόσο πολλά αλλάζουν από μέρα σε μέρα στις τηλεδιασκέψεις του φόβου.


Όλες όμως οι κρίσεις που σκάβουν την καθημερινότητα έχουν μια ιδιότητα που πάει κόντρα στα υπερφιλόδοξα, reborn όνειρα: οι άνθρωποι τείνουν να νοσταλγούν αυτό που είχαν ή κι αυτό το οποίο ζούσαν μέχρι πριν από λίγο. Το «ριζικά διαφορετικό» μέλλον είτε το φοβούνται είτε δεν το διακρίνουν. Τον Μάιο ή τον Ιούνιο η έγνοια των περισσότερων –τουλάχιστον στις δικές μας χώρες‒ θα είναι η δυνατότητα να έχουν βγει από το λαγούμι και τον φόβο τους. Θα είναι οι δουλειές τους, η κατασκήνωση των παιδιών, οι αιώνιες Πανελλαδικές ή και η εξεταστική του Σεπτεμβρίου. Θα είναι μια Αμοργός, μια Χαλκιδική, οι επισκευές στο εξοχικό που έμειναν πίσω. Θα είναι τα άλλα, χιλιάδες προβλήματα υγείας που καλύπτονται τώρα πίσω από την παγκόσμια αποκλειστικότητα του Covid-19. Θα είναι τα χρέη που θα αποψυχθούν και οι έρωτες που μάλλον κρύφτηκαν πίσω από μάσκες και γάντια μίας χρήσεως.


Μπορούμε να δράσουμε και να σκεφτούμε διαφορετικά για μια σειρά ζητήματα, αντλώντας μαθήματα από αυτή την πανδημία; Το ερώτημα μοιάζει πρόωρο και σε κάποιον βαθμό υπονομευμένο απ' όσα είπα πιο πάνω. Μίλησα περισσότερο για το πώς αυτό που ζούμε τώρα εξαγνίζει τις ρουτίνες και τις πατέντες που επικρατούσαν σε καιρούς ελεύθερης κυκλοφορίας. Όμως υπάρχουν αφανείς και ορατές μετατοπίσεις. Ακόμα όμως και αν ξέρουμε πως οι κοινωνίες μετά το σοκ επιστρέφουν στα δοκιμασμένα μονοπάτια τους, αλλάζει η ατμόσφαιρα και μαζί και οι απαιτήσεις από τις δημόσιες εξουσίες και τα οργανωμένα συστήματα.


Η εξουσία του φόβου δεν είναι συνήθως καλός σύμβουλος για να οργανώσει κανείς το μέλλον του. Μπορεί, όμως, οι εξελίξεις να μην είναι μια ευθεία γραμμή και να δούμε αλυσιδωτές αντιδράσεις και ενδιαφέρουσες λοξοδρομήσεις. Να δούμε αναθεωρήσεις και επαναπροσδιορισμούς. Σαν τη συμπεριφορά του ιού στον οργανισμό, το ίδιο απρόβλεπτη είναι η μακροπρόθεσμη επίδραση των μεγάλων κλονισμών στη δημοκρατία και στις ψυχές. Μπορεί να μη διακρίνουμε το μέλλον –πίσω από το παραλήρημα της φλυαρίας του παρόντος–, όμως αυτό τελικά κρατάει την ικανότητα για εκπλήξεις.