«Δεν είναι μόνο οι ηλικιωμένοι: Ακόμα και νεότεροι ενήλικες προσβάλλονται από τον κορωνοϊό». Αυτή ήταν η επικεφαλίδα της «έκτακτης είδησης» που εμφανίστηκε στην ιστοσελίδα του ειδησεογραφικού δικτύου NBC κάποια στιγμή την προηγούμενη εβδομάδα. Ήταν σα να λέει ότι αν αφορούσε μόνο τους γέρους, θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να κοιμόμαστε ήσυχοι εμείς οι υπόλοιποι.

 

Ακόμα κι αν η πρόθεση του άρθρου δεν ήταν αυτή, μεγάλο μέρος του κοινού ένιωσε ξαφνικά έντονη αναστάτωση μαθαίνοντας ότι τα δύο-τρίτα των κρουσμάτων αφορούν άτομά κάτω των 65 ετών, σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου Ασθενειών, από τη στιγμή που μέχρι και πριν λίγες μέρες ακούγαμε ότι το 80% των θυμάτων στην Κίνα ήταν από 60 ετών και πάνω και ότι στην Ιταλία ο αντίστοιχος μέσος όρος ηλικίας των νεκρών ήταν τα 81 χρόνια.

 

Γιατί μας φαίνεται οτι είναι ΟΚ όταν πεθαίνουν οι ηλικιωμένοι;

 

Όλοι μας θα πεθάνουμε φυσικά και ο θάνατος σε μεγάλη ηλικία (πλήρης ημερών που λέμε) είναι το καλύτερο σενάριο που μπορούμε να ελπίζουμε.

 

Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι άνθρωποι όμως δεν είναι ετοιμοθάνατοι. Σύμφωνα με την πρόσφατη σχετική μελέτη του Πανεπιστημίου Stanford, το ρίσκο θανάτου που αντιμετωπίζει τον επόμενο χρόνο ένας μέσος 70χρονος άντρας είναι μόλις 2% και το αντίστοιχο ποσοστό για μια 89χρονη γυναίκα είναι 4%. Συνεπώς, σχόλια του τύπου «ήταν κοντά στην έξοδο έτσι κι αλλιώς» δεν δείχνουν μόνο παντελή έλλειψη ακόμα και της πιο στοιχειώδους ευαισθησίας, αλλά είναι και απολύτως ανακριβή.

 

Όλοι μας θα πεθάνουμε φυσικά και ο θάνατος σε μεγάλη ηλικία (πλήρης ημερών που λέμε) είναι το καλύτερο σενάριο που μπορούμε να ελπίζουμε. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι άνθρωποι όμως δεν είναι ετοιμοθάνατοι. Σύμφωνα με την πρόσφατη σχετική μελέτη του Πανεπιστημίου Stanford, το ρίσκο θανάτου που αντιμετωπίζει τον επόμενο χρόνο ένας μέσος 70χρονος άντρας είναι μόλις 2% και το αντίστοιχο ποσοστό για μια 89χρονη γυναίκα είναι 4%.

 

Και μας βλάπτουν όλους. Όπως δήλωσε πρόσφατα και ο γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, κάποιες χώρες ανταποκρίθηκαν αργά στην απειλή του ιού επειδή θεώρησαν ότι αποβαίνει θανατηφόρος αποκλειστικά σχεδόν στις πολύ μεγάλες ηλικίες, «για τις οποίες δεν αξίζει να πάρουμε δραστικά μέτρα για τον περιορισμό του». Το γεγονός ότι πολλοί επιφανείς ηγέτες κρατών που ανήκουν και οι ίδιοι σ΄ αυτή την ηλικιακή ομάδα φάνηκαν να συμμερίζονται αυτήν την ψευδή αντίληψη, καταδεικνύει μια από τις θεμελιώδεις αλήθειες του ηλικιακού ρατσισμού: ότι υποστηρίζεται ακόμα και από ηλικιωμένους ανθρώπους, γεγονός εξαιρετικά επιζήμιο τόσο για την προσωπική όσο και για την δημόσια υγεία.

 

Η ειδησεογραφία εξάλλου και τα social media τις τελευταίες μέρες είναι γεμάτη από διάφορα απότοκα αυτής της νοοτροπίας με πιο χαρακτηριστικό ίσως το βάναυσο meme "Boomer Remover" ως προσδιορισμό του ιού (ο οποίος μας απαλλάσσει από την ηλικιακή κατηγορία των "boomers").

 

Αυτή η αντιμετώπιση των ηλικιωμένων στον καιρό του Covid-19 έχει πολύ σημαντικές αρνητικές προεκτάσεις. Είναι σα να διαγράφουμε όλα τα άλματα που έχει κάνει η επιστήμη στον τομέα της μακροβιότητας και σα να τοποθετούμε αμετάκλητα στους πολίτες δεύτερης κατηγορίας μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων, θέτοντας έτσι ένα πολύ κακό προηγούμενο όσον αφορά και σε άλλες κοινωνικές ομάδες στο κοντινό μέλλον.

 

Όταν αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους ως τίποτε περισσότερο από ένα αμάλγαμα ηλικίας και διάγνωσης, χάνουμε εντελώς την ανθρώπινη διάσταση, την ανθρωπιά τους. Την περασμένη εβδομάδα στην κλινική που εργάζομαι, συνάντησα μια 87χρονη με προβλήματα στην καρδιά, στο συκώτι, στην σπονδυλική στήλη, στις αρθρώσεις, στο αίμα – το είδος του ασθενή δηλαδή που κάποιοι γιατροί αναφέρονται ως «ερείπιο» ("train wreck").

 

Τέτοιοι χαρακτηρισμοί απαξιώνουν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της ζωής της ασθενούς: ότι μόλις πρόσφατα αποσύρθηκε από την διεύθυνση μιας υπηρεσίας κοινωνικών παροχών, ότι με έκανε να γελάω φωναχτά πολλές φορές κατά την επίσκεψή μου στον θάλαμό της, ότι οι συγγενείς και οι φίλοι της την περιγράφουν ως το πιο δυνατό άτομο που έχουν γνωρίσει ποτέ.

 

Έχουμε την επιλογή είτε να υποβαθμίζουμε τους ηλικιωμένους είτε να τους στηρίζουμε. Φροντίζοντάς τους, διαμορφώνουμε το ίδιο το μέλλον μας.

 

Με στοιχεία από τους New York Times