Μία από τις βασικές οδηγίες του Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Ασθενειών για την καταπολέμηση της εξάπλωσης του κοροναϊού είναι να μην αγγίζουμε το πρόσωπό μας (την μύτη, τα μάτια, το στόμα, τα πάντα). Αυτό μου φάνηκε ιδιαίτερα ζόρικη πρόκληση από τη στιγμή που ασυναίσθητα αγγίζω πάνω από 100 φορές τη μέρα το πρόσωπό μου. Κοιτάζοντας το αρχείο μου από selfies της τελευταίας δεκαετίας, φαίνομαι να αγγίζω το πρόσωπό μου σε αρκετές από αυτές. Πώς θα μπορούσα λοιπόν να περάσω μια ολόκληρη μέρα χωρίς να το ακουμπήσω, ακόμα κι αν εξαρτιόταν η ίδια μου η ζωή απ' αυτό;

 

Την Παρασκευή που μας πέρασε, αποφάσισα να δω αν μπορώ να το καταφέρω. Η πρώτη ώρα αυτής της περιπέτειας υγιεινής πέρασε εύκολα. Όποτε χρειαζόταν οπωσδήποτε να εισέλθω στην «ζώνη του προσώπου», όπως ονόμασα την απαγορευμένη περιοχή – όποτε φερ' ειπείν ήθελα να στερεώσω τα γυαλιά μου – φρόντιζα να είμαι πολύ προσεκτικός έτσι ώστε να μην ακουμπήσω τη μύτη ή τους κροτάφους.

 

Μετά από ένα τέταρτο, το πρόσωπο μου άρχισε να με τρώει ξανά. Τότε ήταν που εγκατέλειψα και το έξυσα με τα γυμνά μου χέρια. Όλοι θα πεθάνουμε κάποτε, συλλογίστηκα μοιρολατρικά, έχοντας πλέον αποφασίσει σ΄ εκείνο το σημείο ότι προτιμούσα να με προσβάλλει ο κοροναϊός παρά να τριγυρνάω όλη μέρα σαν την άδικη κατάρα με μια μόνιμη φαγούρα στο πρόσωπο που δεν μπορούσα να ξύσω.

 

Όσο περνούσε η μέρα όμως, άρχισα να νιώθω μια ακατανίκητη παρόρμηση να αγγίξω και να ξύσω το πρόσωπό μου. Δεν είμαι σίγουρος αν αυτό συνέβαινε επειδή απλώς είναι ανθρώπινο να ακουμπάς το πρόσωπό σου ή επειδή έχω εγώ έντονη φαγούρα ή επειδή σκεφτόμουν τόσο έντονα πώς να μην το αγγίξω. Το θέμα είναι ότι με προκαλούσε η ξηροδερμία μου στην χειρότερη δυνατή περίσταση. Αν αγγίξεις το πρόσωπό σου, θα προσβληθείς από τον κοροναϊό, μου έλεγε μια φωνή μέσα μου. Μα τι βλακείες είναι αυτές, ξεκινούσε ένας άλλος εσωτερικός μονόλογος, άγγιξέ το, δεν πάθεις τίποτα! Ήμουν σε πόλεμο με τον εαυτό μου και το πεδίο μάχης εκτεινόταν από το κούτελο ως το πηγούνι.

 

Σταδιακά, άρχισα να ξύνω άλλα μέρη του σώματος μου ως υποκατάστατο. Όποτε με έτρωγε το πηγούνι μου, έξυνα το μπούτι μου λες και έτσι θα μετατόπιζα εκεί τη φαγούρα. Όχι απλά δεν λειτούργησε αυτός ο αντιπερισπασμός, αλλά με έκανε να νιώθω ακόμα πιο έντονη την φαγούρα στο πρόσωπο...

 

Όλο αυτό το διάστημα είχα εμπλακεί επίσης σε ένα εσωτερικό debate σχετικά με το τι ακριβώς συνιστά άγγιγμα του προσώπου. Αποφάσισα ότι δεν είναι άγγιγμα του προσώπου αν δεν υπάρχει επαφή από δέρμα σε δέρμα, οπότε έβαλα τον αντίχειρα μέσα από την μπλούζα μου για να ξύσω την άκρη της μύτης μου. Θεώρησα επίσης ότι τα αυτιά ανήκουν πιο πολύ στο κεφάλι παρά στο πρόσωπο, οπότε προχώρησα άφοβα στο άγγιγμά τους χωρίς προστασία. «Μην αγγίζεις το πρόσωπό σου», μου είπε η γυναίκα μου όταν με είδε να ξύνω το τριχωτό της κεφαλής πάνω από το κούτελο.

 

«Τα μαλλιά δεν είναι μέρος του προσώπου!» αποκρίθηκα, κρύβοντας τα χέρια στις τσέπες σα να με είχαν πιάσει να κάνω κάτι τρομερό ανθυγιεινό.

 

«Φυσικά και είναι», μου είπε.

 

«Η κριτική σου δεν με βοηθά!» της είπα και τότε ακριβώς συνειδητοποίησα ότι η οδηγία δεν απαγόρευε σε κάποιον άλλο να αγγίζει το πρόσωπό μου. Ενθουσιασμένος από αυτό το «παραθυράκι» που νόμισα ότι βρήκα, ζήτησα από την γυναίκα μου να με ξύσει εκείνη στο πρόσωπο, παρότι περπατούσαμε στο δρόμο εκείνη την ώρα. Για λίγη ώρα το έκανε, αλλά σύντομα βαρέθηκε να σταματάμε κάθε τόσο (οι περαστικοί θα μας είχαν περάσει σίγουρα για τρελούς – και δικαίως).

 

«Δεν το ξανακάνω άλλη φορά!» μου ανακοίνωσε έντονα την 10η φορά που της ζήτησα να με ξύσει στο πρόσωπο.
«Μπορείς τουλάχιστον να με φυσήξεις;», ρώτησα. Το έκανε, γκρινιάζοντας, αλλά εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι ακριβώς έτσι εξαπλώνεται ο ιός και γι' αυτό δεν υπάρχει οδηγία που να λέει «μην αφήνετε να σας φυσάνε στο πρόσωπο», αφού κανείς αρμόδιος δεν θα φανταζόταν ότι μπορεί να είσαι τόσο ηλίθιος. «Σταμάτα να φυσάς!» φώναξα.

 

Ένιωθα απελπισμένα την ανάγκη ενυδάτωσης αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ εύκολο τρόπο χωρίς να αγγίξω το πρόσωπό μου. Τελικά πήρα από ένα φαρμακείο ένα ζευγάρι πλαστικά γάντια μιας χρήσης. Φόρεσα το ένα στο δεξί μου χέρι και με το άλλο έσταξα ενυδατική λοσιόν που στη συνέχεια άπλωσα στα μάγουλα και στο μέτωπό μου. Επανέλαβα τη διαδικασία και κατόπιν πέταξα τα γάντια νοιώθοντας ότι την έσκασα στο σύστημα.

 

Μετά από ένα τέταρτο όμως, το πρόσωπο μου άρχισε να με τρώει ξανά. Τότε ήταν που εγκατέλειψα και το έξυσα με τα γυμνά μου χέρια. Όλοι θα πεθάνουμε κάποτε, συλλογίστηκα μοιρολατρικά, έχοντας πλέον αποφασίσει σ΄ εκείνο το σημείο ότι προτιμούσα να με προσβάλλει ο κοροναϊός παρά να τριγυρνάω όλη μέρα σαν την άδικη κατάρα με μια μόνιμη φαγούρα στο πρόσωπο που δεν μπορούσα να ξύσω.

 

Πηγή: Slate