Δεν πρόκειται να συνεργαστώ ποτέ ξανά με ζωντανό συγγραφέα.

— Δήλωση σκηνοθέτη προς συγγραφέα


 

Το θέμα που ήδη θίγεται στον τίτλο είναι, κατά τη γνώμη μου, το κρισιμότερο από τα πλείστα εκείνα που επείγει να τεθούν αυτήν ακριβώς τη στιγμή σε ό,τι αφορά την κατάσταση στο ελληνικό, στο ευρωπαϊκό, ενδεχομένως και στο παγκόσμιο θέατρο.

 

Οι δύο συνισταμένες του θέματος, η δραματουργία και η σκηνοθεσία, βρίσκονται εδώ και πολλά χρόνια σε μια σχέση σύγκλισης και απόκλισης, καθώς τόσο η μία όσο και η άλλη δίνουν εξαιρετικά, πολύ καλά, αμφιλεγόμενα, απαράδεκτα έως και αποκρουστικά παραστασιακά αποτελέσματα. 

 

Ωστόσο, στα πρόσφατα, ιδίως στα πολύ πρόσφατα χρόνια, η αμοιβαία σχέση και η νόμιμη συνύπαρξη τείνουν όλο και πιο εξόφθαλμα, έχοντας πλέον οδηγηθεί, αν όχι καταλήξει, στο απώτατο, οριακό σημείο τους, σε μια κυρίαρχη επί της σύγκλισης απόκλιση· αυτή δίνει, με τρόπο ακατάσχετο, συσσωρευτικό, δείγματα όπου η ίδια έχει πλέον καταντήσει ανεξέλεγκτη καταστρατήγηση της δραματουργίας, μία χρήση της η οποία της επιβάλλεται με τόσο αβάσιμο, ανεξήγητο τρόπο, ώστε τα θεατρικά κείμενα μετατρέπονται από δευτερογενή, εσχατογενή προσχήματα σε υποταγμένα αντικείμενα μιας παραμορφωτικής, συντριπτικής διαχείρισης. 

 

Μαλθακότητα, ολιγωρία, ανοχή αλλά και, ως συνέπεια αυτών, επιβράβευση και καταξίωση συνοδεύουν τα ανεβάσματα έργων, προπαντός του κλασικού ρεπερτορίου, από την τραγωδία μέχρι και εκείνων της δεκαετίας πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο – συμβατική οριοθέτηση.

 

Η διαχείριση αυτή έχει γίνει πλέον γενικός, με σπάνιες αποκλίσεις, κανόνας.

 

Η νόσος αυτή –πρόκειται περί νόσου– δεν απασχολεί σχεδόν κανέναν από τους πάσχοντες αλλά ούτε και τους υφιστάμενους τους πάσχοντες, ηθοποιούς και θεατές. 

 

Όλα σχεδόν τα σκηνοθετικά εγχειρήματα, από τα μέτρια έως τα κάκιστα –τα ανεκτά έως καλά μειονεκτούν σε αναλογία ένα προς χίλια– αντιμετωπίζονται και «κρίνονται» χωρίς να αμφισβητούνται, άρα γίνονται αποδέκτες μιας όλο και πολυπληθέστερης έγκρισης, η οποία έχει φτάσει στο σημείο να θεωρείται ασυζητητί αυτονόητη.

 

Μαλθακότητα, ολιγωρία, ανοχή αλλά και, ως συνέπεια αυτών, επιβράβευση και καταξίωση συνοδεύουν τα ανεβάσματα έργων, προπαντός του κλασικού ρεπερτορίου, από την τραγωδία μέχρι και εκείνων της δεκαετίας πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο – συμβατική οριοθέτηση.

 

Περί τίνος πρόκειται; Τι διακυβεύεται εδώ;

 

Είναι, πιστεύω, σαφές ότι η ιστορία του θεάτρου είναι συντριπτικά εκείνη της δραματουργίας, των θεατρικών κειμένων.

 

Η εμφάνιση του σκηνοθέτη με τη σημερινή έννοια έγινε, με διακριτικό καταρχάς τρόπο, στα τέλη του 19ου αιώνα, π.χ. ο Αντουάν στη Γαλλία – είχαν προηγηθεί τα ανεβάσματα των λυρικών έργων του Βάγκνερ από τον ίδιο. 

 

Αυτός ο τρόπος εξελίχθηκε, συν τω χρόνω, πιο δραστικά, με εξέχουσες μορφές: τον Στανισλάβσκι και τους συνεργάτες του στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, τον Μέγιερχολντ, τον Ράινχαρντ, τον Γκόρντον Κρεγκ κ.ά. Φτάνουμε με διαλείψεις, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στην εκπληκτική εμφάνιση σκηνοθετών –Βισκόντι, Στρέλερ, Μπέργκμαν, Καζάν, Μπρουκ, Στάιν, Βιλάρ, Πλανσόν, Σερό, Χολ, Γκρίμπερ, Βιτέζ, Ρονκόνι, Κρέιτσα, Μποντί, Ρεζί, Λούπα κ. ά.–, οι οποίοι διαμόρφωσαν μια μακροχρόνια παράδοση ανάγνωσης και ερμηνείας των θεατρικών έργων, παράδοση η οποία όχι μόνο ανέδειξε με σύγχρονο τρόπο το κλασικό ρεπερτόριο αλλά και επέδρασε με εμπνευσμένο τρόπο στη δραματουργία σύγχρονών τους θεατρικών συγγραφέων, με τους οποίους ορισμένοι  συνεργάστηκαν τόσο γόνιμα, ώστε και οι τρεις πλευρές βγήκαν κερδισμένες – η τρίτη είναι το ίδιο το θέατρο.

 

Η συνοπτική, όχι εξαντλητική, χάριν συντομίας, προηγηθείσα παράγραφος περικλείει την πιο δημιουργική σχέση δραματουργίας και σκηνοθεσίας. Ακόμα και το τεράστιο, μακροχρόνιο ρεύμα που ξεκίνησε από τη δεκαετία του '60 στη Γερμανία και εξαπλώθηκε σε όλη λίγο-πολύ την Ευρώπη αλλά και πέραν αυτής είχε ως πρωτεύον μέλημά του την αποσυγκρότηση των θεατρικών έργων, αυτή όμως διέθετε και τη θετική της πλευρά, αφού πυροδότησε προβληματισμούς, υπέσκαψε συμβάσεις, αναζωογόνησε τολμηρά τη θεατρική πράξη καθώς και τη σχέση της με το κοινό.

 

Ωστόσο, τα πράγματα δεν έμειναν εκεί. 

 

Το θέατρο, ως τέχνη, πιστεύω, του παρόντος, ζει τη ζωή του όπως κάθε έμπνοο δημιούργημα, λειτουργεί σε άμεση, συνειδητή ή όχι, εξάρτηση από την πραγματικότητα του καθημερινού και ιστορικού του παρόντος. 

 

Το σημείο αυτό είναι κεφαλαιώδους σημασίας.

 

Το θέατρο ως δραματουργία, ως ποιητική γραφή, έχει εκ των πραγμάτων σαρκική συνάφεια, είναι συνυφασμένο με την ιστορική στιγμή, πρώτα ως δραματουργική πράξη, εν συνεχεία ως σκηνική.

 

Κάθε θεατρικό έργο, χωρίς καμία εξαίρεση, είναι αλύτρωτα δέσμιο της εποχής του, γι' αυτό και γίνεται ο εκφραστής της. Ανήκει ολοκληρωτικά σ' αυτήν, όπως σ' αυτήν φυσικά ανήκει και ο συγγραφέας του. Και το έργο και ο συγγραφέας του είναι ιστορικώς καθορισμένοι. Δεν υπάρχει, σε όλη την ιστορία του θεάτρου, έργο που δεν προκαθορίζεται από το εκάστοτε χρονικό παρόν, με όσα σημαίνει το παρόν αυτό για την ιδιοσυστασία, τη σύσταση, την υπόσταση κάθε έργου.

 

Αυτή η ιστορικότητα προσδιορίζει το τι θέατρο, σε ευθεία, οργανική αντιστοιχία με την εποχή του, έχει κατά καιρούς γραφτεί. 

 

Κάθε εποχή έχει το προσίδιον θέατρό της. το θέατρο κάθε εποχής γράφεται και μιλάει, εμπρόθετα ή όχι, μόνο για την εποχή του και μόνο εξαιτίας αυτής. Η εκάστοτε εποχή, λοιπόν, είναι η φυσική, αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση η οποία προσδιορίζει το συγγραφικό αποτέλεσμα. Αυτή είναι η καθοριστική ιστορικότητα της δραματουργίας. Τα θεατρικά έργα είναι εκβλαστήσεις του καιρού τους – πράγμα που ισχύει, βέβαια, απόλυτα και για κάθε έργο τέχνης. 

 

Είναι τόσο αυτονόητο αυτό, ώστε καταντά κοινότοπο, αν όχι απλοϊκό – εντούτοις, ως τέτοιο, δεν έχει επιτρέψει μέχρι τώρα τον εντοπισμό του, όπως συμβαίνει στο «Κλεμμένο γράμμα» του Ε.Α. Πόε: οι αστυνομικοί που το ψάχνουν δεν το βλέπουν, επειδή είναι μπροστά στα μάτια τους.

 

Αυτό, λοιπόν, το αυτονόητο, μετά την εποχή των σκηνικών επιτευγμάτων τα οποία παρέδωσαν οι σκηνοθέτες που προαναφέρθηκαν, και που δεν είναι οι μόνοι, έχει αρχίσει, πάλι από τη Γερμανία, να παρουσιάζει συνεχώς αυξανόμενη έκπτωση: οι λαμπρές, αποκαλυπτικές, ακόμα και οι ανακριβείς, αλλά πειστικές ως ανάγνωση σκηνοθεσίες υποχώρησαν, με επακόλουθο να κυλήσουν δεκαετίες, κατά τη διάρκεια των οποίων συνέβαινε μια σταθερή μετατόπιση της σχέσης αμοιβαιότητας μεταξύ δραματουργίας και σκηνοθεσίας προς ένα ασύμπτωτο, προς μια όλο και πιο ακραία αντιπαράθεση της δεύτερης με την πρώτη, αντιπαράθεση κατά την οποία η δραματουργία της όποιας εποχής, πλην βέβαια της δικής μας, ερμηνεύεται με όρους παρανάγνωσης· στην παρανάγνωση αυτή, το περιεχόμενο και η μορφή της δραματουργίας δεν έχουν πλέον αφετηριακή σημασία, διότι, υποστηρίζουν οι εμπλεκόμενοι σκηνοθέτες, δεν ανταποκρίνονται, ως αυτά που είναι, στα άμεσα ενδιαφέροντα του σημερινού κοινού, άρα χρήζουν θεμελιωδών αλλαγών, με πρώτη τον εκσυγχρονισμό τους, τη μετατόπισή τους από τη δική τους ιστορική εποχή στο δικό μας σήμερα. 

 

Η μετατόπιση αυτή, μέχρι ενός σημείου καταρχάς πειστική και χρήσιμη, έχει φτάσει, εξαιτίας της ολικής αλλοίωσης των βασικών συστατικών του, μέχρι την πλήρη αλλοίωση της ταυτότητας του εκάστοτε έργου. 

 

Εδώ συμβαίνει ένα εξόφθαλμο παράδοξο εξόφθαλμης ασυνέπειας.  

 

Μολονότι τα έργα επιλέγονται από τους ίδιους τους σκηνοθέτες χωρίς να τους το επιβάλει κανείς –κάποιοι, μάλιστα, ομολογούν ότι ο εν λόγω συγγραφέας είναι ο αγαπημένος τους– και μολονότι ο λόγος που τα επιλέγουν είναι προφανώς ότι οι σκηνοθέτες βρίσκουν τα έργα αυτά σημαντικά και με αυτά ενδιαφέρονται να ασχοληθούν· μολονότι, επιπλέον, δηλώνουν ότι κατά τη γνώμη τους πρόκειται για έργα των οποίων η αξία οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην αδιάλειπτη επικαιρότητά τους, ότι «μιλούν» στον σημερινό θεατή και τον αφορούν τόσο ώστε είναι σαν να γράφτηκαν σήμερα για το σήμερα· παρ' όλα αυτά, εκείνο που κάνουν πριν από όλα είναι να τα επικαιροποιούν, ενώ τα θεωρούν επίκαιρα· να τα φέρνουν στην εποχή μας ως εάν η εποχή κατά την οποία γράφτηκαν να τα καθιστά, εξαιτίας της χρονικής απόστασης, αδιάφορα, παρωχημένα. 

 

Τα παραπάνω αντιφάσκουν βέβαια κατάφωρα με το επιχείρημά τους περί της διαχρονικής αξίας των έργων αυτών· επιπλέον, με τον εκσυγχρονισμό που επιχειρούν ένα και μόνο πράγμα αποδεικνύουν: ότι, εφόσον χρειάζονται εκσυγχρονισμό για να ενδιαφέρουν το σημερινό κοινό, μόνο σύγχρονα δεν είναι τα έργα αυτά· ότι, εκτός από μία σειρά θεμάτων τα οποία είναι ούτως ή άλλως από μόνα τους διαχρονικά (ο έρωτας, η τυραννία, ο θάνατος, η αδικία, η διαφθορά κ.λπ.), τίποτε άλλο, σύμφωνα με το σκεπτικό των σκηνοθετών, δεν τα κάνει ικανά να ανταποκρίνονται στις ανάγκες του σημερινού θεατή, όπως ανταποκρίνονταν στον σύγχρονό τους.

 

Αυτό το σκεπτικό δεν χρειάζεται και πολλά για να αποδειχτεί σύμπτωμα παρακμής. Αποκαλύπτει ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν αντιληφθεί, δεν έχουν καν υποψιαστεί, κάτι από τη φύση και τη σημασία της θεατρικής τέχνης ως ιστορικού προϊόντος, ως αποκυήματος συγκεκριμένων πολιτικών/κοινωνικών/ηθικών/υπαρξιακών συνιστωσών αναφανδόν έγχρονων, οι οποίες κάνουν την «Αντιγόνη» –παράδειγμα μεταξύ αμέτρητων άλλων– να εκπροσωπεί, ως το τραγικό είδος που είναι, τον αιώνα της – το ότι γίνεται διαχρονική είναι μια συνέπεια η οποία οφείλεται στην προαναφερθείσα σταθερή θεματολογία την οποία διαπραγματεύεται ο Σοφοκλής ως πολίτης της Αθήνας του 5ου αιώνα, καθιστώντας την, με τον τρόπο που τη διαπραγματεύεται ως ποιητής, ισχύουσα για κάθε εποχή. 

 

Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν καθόλου υποτίμηση ή υποβάθμιση της σημασίας του σκηνοθέτη, αντιθέτως: ο σκηνοθέτης είναι ο αναγκαίος κρίκος, ο δραστικός μεσάζων ανάμεσα στον δραματουργό και στη σκηνική μεταφορά του έργου του. 

 

Αν, όπως γίνεται κατά κόρον, επεμβαίνουμε σε ένα έργο, το οποίο θεωρούμε εκ προοιμίου σημαντικό, άρα επίκαιρο, το επικαιροποιούμε προκειμένου να το καταστήσουμε επίκαιρο, άρα πιστεύοντας εν τέλει ότι δεν είναι επίκαιρο –διανοητικός γλωσσοδέτης αυτογελοιοποιούμενος–, γιατί δεν δοκιμάζουμε, πράγμα που έκαναν όλοι ανεξαιρέτως οι προαναφερθέντες σκηνοθέτες, να ανεβάζουμε τα έργα αυτά χωρίς να τα μετατοπίζουμε από την εποχή τους αλλά και χωρίς –εδώ υπεισέρχεται μια άλλη παράμετρος διασυρμού, η δουλειά του μεταφραστή– να τα μεταφράζουμε, εκφυλίζοντας την ταυτότητά τους, που είναι αυτή καθαυτή η ποιότητά τους, η ποίησή τους, το νόημά τους, η σημασία τους;

 

Ο σκηνοθέτης, ακόμα και ο πιο ευφυής, δεν είναι πρωτογενής δημιουργός. Ο σκηνοθέτης δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι δραματουργός. Ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα γίνει. Η λεγόμενη «σκηνοθετική δραματουργία», ακόμα και η κάπως πιο ήπια «σκηνοθεσία ως δραματουργία», είναι μια παραπλανητική φενάκη, ένα ανερμάτιστο επινόημα, που εξαπατούν πρώτα αυτόν που το επικαλείται ως ιδιότητά του και ικανότητά του.

 

Με αφετηρία την ιστορικότητα των έργων, είτε πρόκειται για τον Αισχύλο, τον Σενέκα και τον Πλαύτο, για τον Μάρλοου, τον Μαριβό, τον Μολιέρο, τον Ρασίν, τον Γκολντόνι, τον Κλάιστ, τον Μπίχνερ, είτε για τον Ίψεν, τον Βέντεκιντ, ακόμα και τον Μπρέχτ –ενδεικτικά τους αναφέρω–, προτείνω, προς σκέψη, να ανεβαίνουν τα έργα αυτών των συγγραφέων αλλά και όλων των συγχρόνων τους, άρα ολόκληρου του παγκόσμιου ρεπερτορίου, χωρίς καμία μετατόπιση από την εποχή τους.

 

Προλαβαίνω τους προτρέχοντες κακοπροαίρετους: δεν εννοώ καθόλου αυτό που ονομάζεται ακαδημαϊκή ανάγνωση, μουσειακό θέατρο, στείρα αναπαράσταση ή αναστήλωση, αντιγραφή κ.λπ. – βλ. Δελφικές Γιορτές Σικελιανού, Άρμα Θέσπιδος, Ροντήρης, σχολή του προ δεκαετιών Εθνικού Θεάτρου, παρωχημένες, εμμονικές απόψεις στείρων φιλολόγων, έναν κάκιστα εννοούμενο σεβασμό, αγιοποίηση των κειμένων, κ.ά.· εννοώ, απεναντίας, ανάγνωση και σκηνοθετική ερμηνεία που θα μας κάνουν να δούμε ως σημερινοί θεατές ποια είναι η πραγματική αξία του έργου, εάν την έχει ή όχι αμβλύνει, μειώσει, καταλύσει ο χρόνος· συνεπώς εάν έχει ή δεν έχει όντως ενδιαφέρον, ως φόρμα και ως θεματική, για μας σήμερα.

 

Διότι μόνο η μη μετατόπιση από την εποχή του θα αποδείξει, πιστεύω, εάν το έργο άντεξε ή όχι στον χρόνο – ένα ληστρικά κατάφωτο παράδειγμα είναι ο Αριστοφάνης: μήπως η λυσσαλέα επικαιροποίησή του σημαίνει ότι δεν είναι πια επίκαιρος; 

 

Η μετατόπιση του κάθε έργου από την εποχή του είναι η απόδειξη ότι χωρίς αυτήν τη μετατόπιση το έργο έχει χάσει το παιχνίδι με τον χρόνο.

 

Αυτό δεν είναι ένα ζήτημα που αφορά μόνο την ίδια την τύχη, ακόμα και την επιβίωση του θεάτρου. Δεν αφορά μόνο τους επιμέρους συντελεστές του θεατρικού γεγονότος. Αφορά την ίδια την τέχνη του θεάτρου, πιο συγκεκριμένα το θέατρο ως ποιητικό γεγονός.

 

Στην περίπτωση αυτή, έτσι όπως έχουν τεθεί μέχρι στιγμής τα θέματα, η ευφυΐα και η ποιότητα ενός σκηνοθέτη –για να επανέλθουμε στη σημερινή κυριαρχία του– θα αποδειχτούν από το εάν μπορεί ή όχι να αναγνώσει με τέτοιον τρόπο το θεατρικό κείμενο ώστε, χωρίς την προσφυγή και την επικουρία βίαιων και βεβιασμένων τροποποιήσεων, να ανακαλύψει μέσα σε αυτό, ανασκάπτοντάς το δίκην αρχαιολόγου, αφανείς, ακόμα και ανυποψίαστες διαστρωματώσεις· με ποια οξυδέρκεια και ευαισθησία θα βυθιστεί στις λέξεις και θα ψάξει πίσω από αυτές, αποσκοπώντας στο να φέρει στην επιφάνεια άγνωστα, ακόμα και για τον συγγραφέα, κοιτάσματα, τα οποία, εάν τα έργα είναι πράγματι πολύπλευρα, ανεξάντλητα σε σημασίες και ερμηνείες, θα αποδείξουν, με την εμφάνισή τους, την αληθινή αξία και την καλλιτεχνική αναγκαιότητα του σκηνοθέτη.

 

Πρόκειται για μια δέσμευση την οποία θεωρώ προϋπόθεση αλλά και δοκιμασία προκειμένου να τεθεί αλλά και να απαντηθεί το επείγον σήμερα ερώτημα: τι είναι σκηνοθεσία;

 

Ο σκηνοθέτης, ακόμα και ο πιο ευφυής, δεν είναι πρωτογενής δημιουργός. Ο σκηνοθέτης δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι δραματουργός. Ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα γίνει. Η λεγόμενη «σκηνοθετική δραματουργία», ακόμα και η κάπως πιο ήπια «σκηνοθεσία ως δραματουργία», είναι μια παραπλανητική φενάκη, ένα ανερμάτιστο επινόημα, που εξαπατούν πρώτα αυτόν που το επικαλείται ως ιδιότητά του και ικανότητά του.

 

Ο σκηνοθέτης είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση εξαρτημένου καλλιτέχνη: εξαρτάται διαρκώς και νομοτελειακώς από τη δημιουργία ενός άλλου καλλιτέχνη, από τον δραματικό ποιητή, ακόμα και αν αυτός δεν είναι ο καλύτερος. 

 

Τίποτα δεν μπορεί να δημιουργήσει ο σκηνοθέτης ως σκηνοθέτης χωρίς το έργο ενός άλλου, άρα η δουλειά του, καθόλου ευκαταφρόνητη, αντιθέτως, είναι εκείνη του εκτελεστή, του εκ των υστέρων διαχειριστή, εκείνου που είναι πάντα ένα «μετά» από ένα «πριν». 

 

Αυτό τον τοποθετεί στη σωστή του θέση. Αν αυτή δεν του αρέσει ή δεν του αρκεί, ας προσπαθήσει να γίνει πρωτογενής δημιουργός· ας γράψει ο ίδιος το πρωτογενές υλικό που επιθυμεί να ανεβάσει. ας πει αυτά που θέλει να πει, όχι παραβιάζοντας το έργο ενός άλλου το οποίο δεν λέει αυτά που θέλει να πει αυτός αλλά σκηνοθετώντας ένα δικό του έργο για να υποστηρίξει αυτά που με το δικό του έργο θέλει να πει.

 

Γιατί, στη μεγάλη πια πλειοψηφία τους, τα έργα ανεβαίνουν προκειμένου να πει ο σκηνοθέτης αυτά που δεν λέει το έργο, αυτά που σε καμία περίπτωση δεν θα έλεγε ο συγγραφέας. Αν ήθελε να τα πει, θα τα έλεγε στο έργο αυτό ή γράφοντας ένα άλλο, που δεν θα είναι αυτό που έγραψε.

 

Τι σημαίνει για την ίδια τη θεατρική συνθήκη αυτή η νοοτροπία, όπου ένας καλλιτέχνης κάνει το έργο ενός άλλου καλλιτέχνη να πει πράγματα που δεν λέει; Πώς και δεν γίνεται ακόμα αντικείμενο δημόσιου διαλόγου παρόμοια λαίλαπα; Η οποία έχει και μία άλλη πλευρά, τους ηθοποιούς. Αυτοί, από υψηλά ιστάμενοι, γίνονται υφιστάμενοι της ηθικής του εκάστοτε σκηνοθέτη, η οποία υποκαθιστά την ηθική του κειμένου· μετατρέπονται σε υποτελείς ενός status το οποίο, για διάφορους λόγους, αναγκάζονται να υπηρετήσουν, χωρίς αυτό να σημαίνει καθόλου ότι δεν λείπουν κι εκείνοι που ενδίδουν ασυζητητί, και μάλιστα απολαμβάνουν την υποτέλειά τους, υποστηρίζοντάς την επιπλέον.

 

Μια εξίσου, αν όχι σοβαρότερη πλευρά: αυτός ο σκηνοθετικός κατακλυσμός δεν φέρει, στην πραγματικότητα, τίποτα καινοτόμο. δεν προσφέρει τίποτα ουσιαστικά γόνιμο, αφού δεν είναι παρά διανοητική στασιμότητα, εμμονική επαναληπτικότητα, ατελεύτητος μηρυκασμός, σημειωτόν επιτόπου, επαναφορά σε πολυχρησιμοποιημένες ιδέες, αδιέξοδες απόψεις, ξεκάρφωτες λύσεις, φτωχές, ανούσιες, βεβιασμένες εκδοχές του ίδιου επί του ίδιου ξανά και ξανά, αλλεπάλληλες, ατέρμονες αντλήσεις από έργα τα οποία έχουν προ πολλού αποστραγγιστεί, όσο πολυεπίπεδα κι αν είναι, που έχουν χάσει οριστικά τη δυναμική, την αντοχή, την ενέργεια να ανταποκρίνονται στις επανερχόμενες καταχρήσεις τους: σαν να σφυροκοπάς ένα καρφί που δεν καρφώνεται άλλο και το μόνο που κάνεις πια είναι να καταφέρνεις αλλεπάλληλες και ανελέητες σφυριές στο νεκρό ξύλο.

 

Αυτό, ως άμεση συνέπεια, έχει οδηγήσει, με την αποκλειστική πρωτοκαθεδρία του σκηνοθέτη ως κορυφαίου παράγοντα του σκηνικού γεγονότος, στην ολοένα μειούμενη συγγραφή σημερινών έργων.

 

Και είναι επικίνδυνο διότι οι εκσυγχρονιστικές σκηνοθεσίες δεν μπορούν να μιλήσουν για το σήμερα όπως θα μιλούσε μια σημερινή δραματουργία· διότι κυρίως –το προανέφερα και το επαναλαμβάνω– η δραματουργία είναι πρωτογενής πράξη, συνεπώς έχει πρωτογενή σχέση με τα προβλήματα κάθε εποχής, είναι λειτουργία ενός ποιητή, ο οποίος, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι ο ευπαθέστερος δέκτης των κρούσεων της εποχής του, ο πιο δραστικά πάσχων απ' αυτές: δεν εμφανίστηκε ούτε θα εμφανιστεί ποτέ περίπτωση να προϋπάρξει η σκηνοθεσία ενός κειμένου· ούτε βέβαια και να προκύψει δραματουργία από μια σκηνοθεσία. 

 

Εκεί όμως φτάσαμε, στο τερατώδες – λες και δεν μας έφτανε το πολιτικό του ανάλογο.

 

Αυτό το στείρο σύμπτωμα έχει φέρει έτσι τα πράγματα, ώστε το κοινό δεν πηγαίνει πια να δει μια παράσταση για το ίδιο το έργο αλλά για τη σκηνοθεσία· ενδιαφέρει η αναπαραγωγή. ελκύει όχι το πρωτίστως  νέο αλλά η επαναφορά στο ήδη τετελεσμένο. 

 

Χωρίς πρωτογενή δημιουργία, η όποια τέχνη καταντά περιττή, καταργείται, μετατρέπεται σε υπόδουλη και παρατρεχάμενη, μηδενίζεται ως δημιουργία.

 

Αυτά τα έγραψα με την επιδίωξη να επισημάνω, μεταξύ άλλων, και το πόσο υποτιμούν οι ίδιοι οι σκηνοθέτες τον εαυτό τους· εκθέτοντάς τον ασύστολα, αφήνοντάς τον εντελώς απογυμνωμένο από βάσιμα, σοβαρά, λογικά  επιχειρήματα· μη κάνοντας πλέον την ελάχιστη προσπάθεια να αυτοπροστατευτούν από την ίδια την τροπή που έχει πάρει η τέχνη τους, τροπή αδιέξοδη και, κατά βάθος, στείρα.

 

Γιατί τόσο τυφλοί; Τόσο ανυποψίαστοι; Τόσο αυτάρκεις; Τόσο ανεπίδεκτοι κριτικής;

 

Πρόκειται για πολιτιστική πανδημία. Όπως κάθε πανδημία, θα διαρκέσει. Και θα είναι πολύ δύσκολο να υποχωρήσει ή να αναστραφεί, γιατί δεν συναντά σοβαρές αντιστάσεις, συνειδητές αντιδράσεις, εκδηλώσεις επίγνωσης. Υποστηρίζεται από κριτικούς –όχι όλους–, επιβραβεύεται από επιτροπές και κοινό με ομοφωνίες, δρα και επιδρά σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτα, γοητεύοντας και παραπλανώντας, δημιουργώντας ψευδαισθήσεις και καλλιεργώντας αυτοπεποιθήσεις και αυτάρκειες, εγκαθιδρύοντας κυκλώματα και ρεύματα σε ένα τοπίο απαιδευσίας και ασχετοσύνης, όπου ασκεί μοναρχική εξουσία η απόλυτη έλλειψη έστω και στοιχειώδους προσέγγισης του επίμαχου θέματος.

 

Σε εποχή επιτελεσμένης μόλυνσης αρκεί, για την ώρα, που το θέμα αυτό έχει τεθεί όπως το έθεσε το παραπάνω κείμενο, με «προσωπική πρωτοβουλία» μεν, δημοσίως δε.

 

Δημήτρης Δημητριάδης

9-16.2/ 1.3.2020