Αθηναία της προηγούμενης εβδομάδας ήταν η Μαρία Κίτσου. Η γνωστή ηθοποιός, που φέτος γνωρίζει τεράστια επιτυχία ως Ελένη στις «Άγριες Μέλισσες» του ANT1 αλλά και ως λαίδη Μακμπέθ στην παράσταση του Δημήτρη Λιγνάδη στο Εθνικό Θέατρο, μίλησε στον Μ. Hulot για το πώς ξεκίνησε η ενασχόλησή της με το θέατρο, ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη αλλά και τι σημαίνει για την ίδια «ευτυχία». Η συνέντευξη αυτή συγκέντρωσε αρκετά σχόλια, με τον Ανώνυμο/η να αναφέρει: «Πάρα πολύ ωραία συνέντευξη. Η Μαρία Κίτσου, εκτός από εκπληκτική ηθοποιός, έχει άποψη και ήθος. Πραγματικά αποτελεί πρότυπο για τα νέα παιδιά σε μια εποχή που νομίζω ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεις πρότυπα και γενικότερα καλλιτέχνες που τιμάνε τον ρόλο τους και σέβονται το κοινό που τους παρακολουθεί. Την είδα στον Μακμπέθ και ενσαρκώνει τέλεια τον ρόλο της λαίδης. Φτάνει σε μεγάλο βάθος. Επιπλέον, μου έκανε τρομερή εντύπωση το γεγονός ότι στο τέλος της παράστασης η υπόκλιση που έκανε ήταν πολύ βαθιά, γεγονός που αποδεικνύει αυτό που έχει πει σε παλιότερες συνεντεύξεις της, ότι δηλαδή αισθάνεται αμήχανα με το χειροκρότημα και πως η ίδια νιώθει την ανάγκη να ευχαριστήσει τον κόσμο».

 

Σύμφωνος με αυτή την άποψη ήταν και ο τυχαίος περαστικός: «Μου αρέσει πολύ η Μαρία Κίτσου ως καλλιτέχνις αλλά και η κοσμοθεωρία της. Όσα λέει στη συνέντευξη με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο. Να σημειώσω πως την είχα ξεχωρίσει από τη σειρά "Καρυωτάκης", που παιζόταν στην τηλεόραση το 2009. Ενσάρκωνε τον ρόλο της Μαρίας Πολυδούρη –πόσο ταιριαστός ρόλος στο στυλ της– και ήταν θαυμάσια, χάρμα οφθαλμών. Είχε την απαιτούμενη ευαισθησία για τον ρόλο, μπορούσε να το δει κάποιος στο βλέμμα της, ήταν εξαιρετική. Το 2013 τη θαύμασα στην παράσταση Τα κόκκινα φανάρια, που παίχτηκε στο Εθνικό Θέατρο - Ρεξ σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ρήγου. Ήταν μια αριστουργηματική παράσταση που παρακολούθησα πάνω από δεκαπέντε φορές. Και, φυσικά, υποκλίθηκα στο ταλέντο της, βλέποντάς την πρόσφατα στην ταινία Cosmic Candy της Ρηνιώς Δραγασάκη, όπου ήταν κάτι παραπάνω από αριστουργηματική. Όσον αφορά τις "Άγριες Μέλισσες", δεν έχω δει ούτε ένα επεισόδιο. Δεν βλέπω τηλεόραση, αν και δεν αμφιβάλλω πως θα είναι πολύ καλή και εκεί, κρίνοντας από τις ερμηνείες της στο θέατρο και στο σινεμά».


☛ Για την απόλυτη σύγχυση μεταξύ του ανήλικου και του ενήλικου κόσμου, που έχει δρομολογηθεί εδώ και χρόνια και σήμερα φτάνει ίσως στο απόγειό της, έγραψε μέσα από τη στήλη του ο Βασίλης Βαμβακάς. Ο Προσωρινώς ο Ποκοπίκος απάντησε λέγοντας: «Τα παιδιά μιμούνται τους μεγάλους και στους μεγάλους υπάρχει πολλή βία. Επίσης, τους έχουμε δώσει από πολύ νωρίς την αξία του ενηλίκου. Ειδικότερα, οι σημερινοί γονείς είναι "αναλογικοί", ενώ τα παιδιά τους "ψηφιακά". Τι εννοώ; Για χιλιάδες χρόνια οι χρηστικές και ελεγκτικές γνώσεις των γονιών αρκούσαν για να καταλάβουν τι δεν κάνει σωστά το παιδί και να επέμβουν. Πλέον δεν ισχύει το ίδιο. Τα βιωματικά εργαλεία που έχουν οι σημερινοί γονείς δεν λειτουργούν στα παιδιά. Δεν φταίει κανένας, αλλά νομίζω ότι οι σοβαρές πολιτισμικές αλλαγές γίνονται πλέον τόσο γρήγορα, που οι παλιότερες γενιές δεν μπορούν να βοηθήσουν τις νεότερες, με τις τελευταίες να μένουν μόνες τους στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν τον κοινωνικό τροχό».


«Πειράζει που φρικάρω με το Instagram;» ήταν ο τίτλος στο κείμενο της Βίβιαν Στεργίου. Η αρθρογράφος της LiFO σχολίασε την ευκολία με την οποία καταφεύγουμε στη συγκεκριμένη πλατφόρμα, ενώ παράλληλα αγνοούμε σημαντικά γεγονότα που υπάρχουν στο υπόλοιπο Ίντερνετ, όπως η προσφυγική κρίση, η κλιματική αλλαγή, η κρίση της δημοκρατίας κ.λπ. «Η αδικαιολόγητη μακαριότητά μας μπροστά στον σύγχρονο κόσμο μπορεί να βασίζεται και στο ότι εφαρμογές τύπου Instagram καθοδηγούν την προσοχή μακριά απ' το ενημερωτικό Ίντερνετ. Γιατί να διαβάσουμε μια πεντασέλιδη ανάλυση για τη Μέση Ανατολή, όταν μπορούμε να ναρκωθούμε σε προγραμματικά απολιτίκ "τόπους", όπου καλούμαστε να ανεβάζουμε stories από εμάς, για εμάς, με πρωταγωνιστές εμάς;» ήταν η χαρακτηριστική ερώτηση που έθεσε.

 

Με αφορμή αυτό το ερώτημα ο χρήστης νερό σχολίασε: «Πολύ ωραία τα λέει το άρθρο. Είναι απίστευτο το πώς το να είσαι ψώνιο έχει γίνει μόδα και αποδεκτό ως επάγγελμα. Ακολουθώ μόνο celebrities και δεν ανεβάζω τίποτα. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι ο κάθε πικραμένος δημοσιοποιεί τη ζωή του επειδή το ίδιο κάνει π.χ. η Συνατσάκη, που βιοπορίζεται από αυτό το πράγμα. Το να ακολουθείς celebrities είναι επίσης κάψιμο εγκεφάλου και στην καλύτερη περίπτωση χάσιμο χρόνου. Στη χειρότερη, προκαλεί στενοχώρια, επειδή δεν μπορώ να πηγαίνω διακοπές και να ψωνίζω όπως αυτοί! Το Facebook το βαρέθηκα πολύ γρήγορα. Ελπίζω σύντομα να βαρεθώ και το Instagram. Αυτές εδώ οι φράσεις τα λένε όλα».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.