Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έχω αλλάξει πέντε-έξι φορές τον ήχο κλήσης του κινητού, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ακούγεται λιγότερο ως συναγερμός ή ως επείγουσα αναγγελία κρίσιμου και δυσοίωνου περιστατικού. Πώς δεν παθαίνουν αλλεπάλληλα εγκεφαλικά τα άτομα που έχουν ως ringtone ρεφρέν κραυγαλέου καψουροσουξέ που σκάει ξαφνικά, χωρίς εισαγωγή και σε φουλ ένταση, μέσα στην ησυχία; Ζήτημα ιδιοσυγκρασίας και σκληραγώγησης, μάλλον. Δυστυχώς, δεν μπορώ να βάλω κάποια διακριτική μποσανόβα ή κάτι αντιστοίχως υποτονικό και ανέμελο, διότι οι κλήσεις πρέπει να ακούγονται ανά πάσα στιγμή. Από τότε που η μάνα μου βρίσκεται σε φάση σχεδόν μόνιμης ανάγκης, οφείλω να βρίσκομαι διαρκώς σε εγρήγορση, σε περίπτωση που συμβεί κάτι έκτακτο. Κι έχει συμβεί πολλές φορές αυτό το διάστημα και συνήθως το επεισόδιο ξεκινά με μια κλήση στο κινητό, συχνά μέσα στη βαθιά νύχτα.


Ένας αιώνας περνά από τη στιγμή που ακούς την κλήση μέχρι την επόμενη, που τσεκάρεις να δεις ποιος είναι. Ακόμα κι αν τελικά ήταν ψεύτικος ο συναγερμός, η ανακούφιση είναι λυτρωτική αλλά η τρομάρα και το άγχος μένουν και αθροίζονται και σε τρώνε σαν το σαράκι. Η παλιά ανέμελη σχέση με τη συσκευή, που αποτελεί πλέον αναπόσπαστη προέκταση της ύπαρξής μας, έχει σαλπάρει προ πολλού. Όπως έχουν τελειώσει και οι παλιές μαγκιές του τύπου «βγαίνω, αλλά δεν το παίρνω μαζί, άσε μην το χάσω κιόλας, αν, ο μη γένοιτο, συμβεί κάτι, θα το δω αργότερα». Κάποτε, όχι και τόσο πολύ παλιότερα, ήξερες ότι αν χτυπούσε το κινητό αργά τη νύχτα, κατά κανόνα επρόκειτο για κάποιον μεθυσμένο φίλο που αναζητούσε συντροφιά ή για κάποια συναισθηματική τραγωδία που εκ των υστέρων δεν ήταν κάτι σοβαρότερο από τρικυμία σε σφηνάκι. Τώρα πια, όμως, κάθε φορά που χτυπάει το κινητό, υποθέτω αυτομάτως ότι κάτι φριχτό συνέβη.

 

Η παλιά ανέμελη σχέση με τη συσκευή, που αποτελεί πλέον αναπόσπαστη προέκταση της ύπαρξής μας, έχει σαλπάρει προ πολλού. Όπως έχουν τελειώσει και οι παλιές μαγκιές του τύπου «βγαίνω, αλλά δεν το παίρνω μαζί, άσε μην το χάσω κιόλας, αν, ο μη γένοιτο, συμβεί κάτι, θα το δω αργότερα».


Φριχτό πράγμα να φτάσεις να μισείς και να απεχθάνεσαι το πιο οικείο και απαραίτητο εργαλείο της καθημερινής ζωής, που βρίσκεται πάντα κάπου εκεί κοντά, άμεσα προσβάσιμο και δυνάμει απειλητικό. Και όταν χτυπά, η αντανακλαστική αντίδραση είναι ένα τρομαγμένο ξάφνιασμα. «Τι φρέσκια κόλαση είναι τούτη πάλι;», που αναφωνούσε και η Ντόροθι Πάρκερ όποτε χτυπούσε άξαφνα το τηλέφωνο ή το κουδούνι της πόρτας. Τηλεφωνοφοβία ή τηλεφοβία (telephobia), όπως έχει επικρατήσει, είναι ο κλινικός όρος. Ποιος θα μου το έλεγε ότι θα βρισκόμουν κάποτε να πάσχω από μια vintage ασθένεια/κοινωνική φοβία, η οποία όμως «θερίζει» πολύ περισσότερο στις μέρες μας απ' ό,τι την εποχή που πρωτοδιαγνώστηκε, στα μέσα του περασμένου αιώνα...


«Κανείς δεν καλεί κανέναν πια στο κινητό για καλό» έλεγε επί σκηνής ο κωμικός Αζίζ Ανσάρι το 2015. «Αν πάρεις κάποιον τηλέφωνο, η αντίδραση είναι συνήθως η εξής: "Τι θες και με αγχώνεις; Έχεις πάρει φωτιά; Αν όχι, στείλε μου μήνυμα!"». Εξού και η γενιά των millennials, και πολύ περισσότερο οι ακόμα νεότεροι, έχουν βαπτιστεί Generation Mute («Η μουγγή γενιά»). Αυτά όμως αποτελούν lifestyle γενικεύσεις. Όταν οι περιστάσεις ζορίσουν, τότε σημαίνει η ώρα της επείγουσας κλήσης.


Σκηνή στο νοσοκομείο προχθές: μια γυναίκα ολοκληρώνει την κλήση της και σωριάζεται σε ένα κάθισμα, κοιτάζοντας σαν χαμένη το κινητό της. Δίπλα της την παρηγορεί μία από αυτές τις γυναίκες που φροντίζουν τους γέρους και ανήμπορους γονείς μας, αφού εμείς είτε δεν προλαβαίνουμε να αφοσιωθούμε είτε τα έχουμε παίξει, διότι, όσο κι αν είναι μοιραία και αναμενόμενη αυτή η εξέλιξη, κανένα manual ζωής δεν μπορεί να σε προετοιμάσει. Της λέει, λοιπόν (μπορείτε, αν θέλετε, να φανταστείτε μια προφορά βαλκανικής/ανατολικοευρωπαϊκής χώρας), για το συγγενικό της πρόσωπο που νοσεί βαριά, σωματικά ή/και νοητικά: «Εκείνη δεν καταλαβαίνει, δεν έχει συναίσθηση, εσείς κι εγώ το ζούμε τώρα».