Επίδειξη κανονικότητας επιχειρεί να κάνει η κυβέρνηση, προσπαθώντας να πείσει ότι με το που ανέλαβε, όλα πλέον βαίνουν καλώς ή, τουλάχιστον, μπαίνουν στις ράγες του «κανονικού». Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να πείσει ότι, μετά τους συμβιβασμούς χάριν της διακυβέρνησης, ξαναγίνεται ριζοσπαστική αριστερά. Αυτό θέλησε να σηματοδοτήσει ο Αλέξης Τσίπρας (κατόπιν έντονου προβληματισμού) με τη συμμετοχή του στην πορεία του Πολυτεχνείου, παρότι δεν έφτασε μέχρι τον προορισμό της, στην Αμερικανική Πρεσβεία.


Η φετινή πορεία για το Πολυτεχνείο ήταν πραγματικά μαζική, με μεγάλη συμμετοχή των νέων, μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά τα τελευταία, πολλά χρόνια. Η κυβέρνηση επιχείρησε να την ερμηνεύσει με βάση το αφήγημα της «επιστροφής στην κανονικότητα», υποστηρίζοντας ότι ο κόσμος συμμετείχε επειδή γνώριζε ότι δεν θα γίνουν επεισόδια, λόγω της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ ερμήνευσε τη μαζική συμμετοχή ως αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική, χαρακτηρίζοντας τη φετινή πορεία αντικυβερνητικό συλλαλητήριο.


Και οι δύο ερμηνείες είναι επικοινωνιακής πολιτικής σκοπιμότητας. Βεβαιότητα ότι δεν θα γίνουν επεισόδια δεν υπήρχε, καθώς, μόλις πριν από λίγες μέρες, τόσο στο φοιτητικό όσο και στο μαθητικό συλλαλητήριο που είχε προηγηθεί, υπήρξαν επεισόδια. Με την ίδια κυβέρνηση και τον ίδιο υπουργό «Προστασίας του Πολίτη». Ούτε αντικυβερνητικό συλλαλητήριο μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς, καθώς δεν είχε τέτοια χαρακτηριστικά, ούτε κάποιο αίτημα για παραίτηση της κυβέρνησης.

 

Η οικονομική παρακμή και η υποβάθμιση της χώρας τα τελευταία χρόνια έχουν σφραγίσει τα ελληνικά πανεπιστήμια ίσως περισσότερο από κάθε άλλο τομέα, με τους νέους που σπουδάζουν στην Ελλάδα να αισθάνονται παιδιά ενός κατώτερου Θεού.


Υπήρχαν τα παραδοσιακά συνθήματα για τη 17η Νοεμβρίου, τα αντιιμπεριαλιστικά, που για τους περισσότερους συμμετέχοντες παραμένουν επίκαιρα, αλλά και συνθήματα κατά της αστυνομίας και της κατάργησης του ασύλου, με τα οποία ταυτίζεται σημαντικό τμήμα της νεολαίας.


Είναι γεγονός ότι, παρά την κυριαρχία της νεολαίας της Νέας Δημοκρατίας στις φοιτητικές εκλογές, στα περισσότερα πανεπιστήμια η ΔΑΠ αυτή την περίοδο είναι απούσα. Εξίσου αδιαμφισβήτητο είναι ότι σε πολλά πανεπιστήμια τα τελευταία χρόνια (και σε αντίθεση με την υπόλοιπη κοινωνία) παρατηρείται ριζοσπαστικοποίηση των φοιτητών, με την ΚΝΕ και τα ΕΑΑΚ να πρωταγωνιστούν στις φοιτητικές συνελεύσεις αλλά και στην φοιτητική κοινότητα. Σε έναν βαθμό θυμίζει το 2008, αλλά τα βασικά χαρακτηριστικά είναι αρκετά διαφορετικά. Τότε βγαίναμε από μια μακρά περίοδο «ευμάρειας» για να μπούμε στην κρίση που ακολούθησε. Τώρα υποτίθεται ότι βγαίνουμε από την πολυετή κρίση για να μπούμε στην «κανονικότητα».

 

Η νεολαία όμως αντιδρά, γιατί κάτι δεν πάει καλά και υπάρχουν προβλήματα. Η ποιότητα των ελληνικών πανεπιστημίων και της ελληνικής εκπαίδευσης γενικότερα είναι ένα από αυτά, που διαπιστώνουν καθημερινά. Η οικονομική παρακμή και η υποβάθμιση της χώρας τα τελευταία χρόνια έχουν σφραγίσει τα ελληνικά πανεπιστήμια ίσως περισσότερο από κάθε άλλο τομέα, με τους νέους που σπουδάζουν στην Ελλάδα να αισθάνονται παιδιά ενός κατώτερου Θεού.


Το επιτελείο του πρωθυπουργού, μετά την έντονη πίεση που δέχτηκε η κυβέρνηση από τους ψηφοφόρους της ΝΔ για την «κατάσταση ανομίας» στα ΑΕΙ και στο κέντρο της Αθήνας, και μετά τη σφοδρή κριτική για απραξία που ασκήθηκε στον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, έκανε όσα έκανε τις τελευταίες 2-3 εβδομάδες. Πλην όμως, όλα αυτά μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα, αφού αυτό που βλέπουμε είναι ένα παιχνίδι ισχύος που παίζεται και από τις δύο πλευρές.


Η αστυνομία πριν από λίγο καιρό «καθάρισε» τους χώρους γύρω από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο και λίγο μετά η φρεσκοβαμμένη του πρόσοψη γέμισε μουτζούρες και μπογιές. Λίγες μέρες αργότερα μπήκε στο υπόγειο του ΟΠΑ, όπου, σύμφωνα με την αστυνομία, υπήρχαν καταγγελίες ότι κατασκευάζονταν μολότοφ, αλλά πριν περάσουν δέκα μέρες το περίφημο υπόγειο «ανακαταλήφθηκε».

 


Πολιτικά και ιδεολογικά η κυβέρνηση, η ΝΔ και οι ψηφοφόροι της είναι πάντα υπέρ του «νόμου και της τάξης» στα πανεπιστήμια και μαζί τους συμφωνεί και ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που ξεπερνά κατά πολύ την εκλογική τους βάση, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, πλην όμως, δέχονται κριτική για αναποτελεσματικότητα.


Ο ΣΥΡΙΖΑ, στην προσπάθειά του να κερδίσει τη νεολαία, που ριζοσπαστικοποιείται, καθώς και τους αριστερούς ψηφοφόρους που τον εγκατέλειψαν ‒μπορεί και επειδή δεν ξέρει να κάνει αντιπολίτευση αλλιώς‒, υιοθετεί τα συνθήματα και τα αιτήματα ενάντια στην κατάργηση του ασύλου, ενώ πολλοί βουλευτές και στελέχη του στρέφονται και κατά των παρεμβάσεων της αστυνομίας. Όταν έπεσε ως ιδέα στο επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα να συμμετάσχει ο ίδιος στην πορεία και να τεθεί επικεφαλής του μπλοκ του ΣΥΡΙΖΑ, δεν ενθουσιάστηκαν όλοι. Κάποιοι επέμεναν ότι έπρεπε να το κάνει για να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή και την επιστροφή στις ρίζες. Ο ίδιος και κάποιοι συνεργάτες του είχαν τις αμφιβολίες τους, και για τα θέματα ασφάλειας (τι θα γινόταν π.χ αν κάποιος πετούσε ένα γιαούρτι ή πλησίαζε πολύ κοντά, φωνάζοντας υβριστικά συνθήματα;) αλλά και για τα μηνύματα που θα περνούσε (πώς θα διαδήλωνε έξω από την Πρεσβεία των ΗΠΑ, από τη στιγμή που έκανε τα πάντα για να έχει τη στενή σχέση που απέκτησε τα προηγούμενα χρόνια;).


Τελικά, βρέθηκε μια συμβιβαστική λύση που θα ικανοποιούσε όλα τα μέρη. Δηλαδή και στην πορεία να κατέβει και τις ΗΠΑ να μην ενοχλήσει. Έτσι, τον είδαμε να συμμετέχει σε ένα μικρό μέρος της πορείας, αρκετό για να αποτυπωθεί σε φωτογραφίες και βίντεο, αλλά να μην την ακολουθεί μέχρι τέλους, αποφεύγοντας να βρεθεί έξω από την Αμερικανική Πρεσβεία και, φυσικά, να φωνάξει τα παραδοσιακά συνθήματα κατά του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και του ιμπεριαλισμού.

 

Αποτελεί μέρος της στρατηγικής του Κυριάκου Μητσοτάκη πάντως, τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στην αντιπολίτευση, να «στριμωχτεί όσο πιο αριστερά γίνεται», ώστε να του αφήσει ελεύθερο το κέντρο, στο οποίο θέλει να κυριαρχήσει. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει κάποια στρατηγική επ' αυτού, καθώς κινείται πάντα με τακτικές κινήσεις, ωστόσο υπάρχει μια έκδηλη αμηχανία γύρω από αυτό το ζήτημα. Ο ίδιος θα ήθελε ο ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει έναν κεντροαριστερό χαρακτήρα και να μην περιχαρακωθεί στο «αριστεροχώρι» ‒ όπως είχε αποκαλέσει ο ίδιος περιφρονητικά τον αριστερό χώρο, σύμφωνα με συντρόφους του, όταν προσπαθούσε να δικαιολογήσει την πολιτική στροφή που έκανε κατά την κυβερνητική περίοδο. Τα περισσότερα στελέχη του κόμματος όμως τον πιέζουν και του ζητούν επιστροφή στις ρίζες τώρα που δεν υπάρχουν οι συμβάσεις της διακυβέρνησης. Και δεν το ζητάνε μόνο τα στελέχη της λεγόμενης «αριστερής αντιπολίτευσης» αλλά και πρώην κυβερνητικά στελέχη ακόμα και από τη δεξιά τάση, όπως ο Γιάννης Δραγασάκης.


Λίγοι προεδρικοί έχουν την ίδια άποψη και οι προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ. Οι τελευταίοι φαίνεται να είναι και η πραγματική αιτία για την αντίσταση του κόμματος όσον αφορά την ιδεολογική του μετακίνηση προς το κέντρο. Όσο κυβερνούσαν, ο Αλέξης Τσίπρας δικαιολογούσε τη μαζική υποδοχή πρώην στελεχών του ΠΑΣΟΚ επειδή κατείχαν το κυβερνητικό «know how» που τους έλειπε. Επιπλέον, η ισχύς του τότε ήταν πολύ μεγαλύτερη και κανείς δεν ήθελε να ρισκάρει να βρεθεί σε δυσμένεια, καθώς αυτό θα είχε συνέπειες. Τώρα, εκτός κυβέρνησης και με την προοπτική της εξουσίας να φαίνεται μακρινή, ξαναέγιναν όλοι ίσοι. Ή σχεδόν ίσοι. Και δεν είναι διατεθειμένοι να μοιραστούν και την κομματική εξουσία με τους «πασόκους» που θέλει να φέρει στο κόμμα ο Αλέξης Τσίπρας. Αυτός είναι ο βασικότερος λόγος που δεν θέλουν τη στροφή προς το κέντρο, καθώς και η πεποίθηση ότι η ριζοσπαστικοποίηση θα ξέπλενε τα κυβερνητικά ανομήματα. Δηλαδή ο Τσίπρας θέλει να μετακινηθεί προς το κέντρο, αλλά το κόμμα αντιδρά και δεν τον αφήνει. Θα κάνει πάλι τα κόλπα που έκανε όταν ήταν πρωθυπουργός ή θα υποχωρήσει, όπως φαίνεται να κάνει για την ώρα (χωρίς να μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα αν πρόκειται για αδυναμία ή για τακτικό ελιγμό); Όλα θα ξεκαθαρίσουν στο συνέδριο.


Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που θέλει κι αυτός να πάει στο κέντρο, δεν έχει κανένα εμπόδιο από το κόμμα του στα δεξιά του. Ως τώρα τουλάχιστον δεν μιλάει κανείς. Αντιθέτως, βλέπει τους βουλευτές του, που τόσα χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί ως ακροδεξιούς, ρατσιστές, ξενοφοβικούς κ.λπ., όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, να υποστηρίζουν τελείως διαφορετικές πολιτικές από αυτές που υποστήριζαν τόσα χρόνια. Ο Γεωργιάδης, μάλιστα, που έκανε πολιτική καριέρα με το αντι-μεταναστευτικό, έφτασε να κάνει έκκληση για αλληλεγγύη και να ζητά από τους Έλληνες όλης της χώρας να φιλοξενήσουν πρόσφυγες (προκειμένου να υποστηρίξει την κυβερνητική πολιτική του Μητσοτάκη).


Εκεί που έχει πρόβλημα ο πρωθυπουργός για το μεταναστευτικό είναι στους ψηφοφόρους του. Θα επιχειρήσει κι αυτός να αμβλύνει τις αντιδράσεις με διορισμούς και «αντισταθμιστικά» οφέλη, αλλά είναι αμφίβολο αν και πόσοι θα πειστούν. Ο κίνδυνος για τη ΝΔ δεν είναι να εκδηλωθεί κάποια ανταρσία εντός της αλλά να εμφανιστεί κάποιο νέο κόμμα τύπου Όρμπαν και Σαλβίνι. Γι' αυτό ακριβώς ο Μητσοτάκης δεν έχει πρόβλημα με την αριστερή κριτική αυτήν τη στιγμή. Αντιθέτως, πολλοί στη ΝΔ θεωρούν ότι κάθε κριτική πως είναι «πολύ δεξιός» ή οι (εντελώς αβάσιμες, όπως τις χαρακτηρίζουν) παρομοιώσεις με τον Όρμπαν αντικειμενικά τον βοηθάνε να συσπειρώσει τους δεξιούς ψηφοφόρους, αφού εκεί έχει το πρόβλημα κι αυτούς είναι που κινδυνεύει να χάσει, λόγω της απογοήτευσης από την πολιτική για το μεταναστευτικό-προσφυγικό. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO