Το πρόβλημα με τους πρόσφυγες είναι η αναποτελεσματικότητα του ελληνικού κράτους. Η Ελλάδα υποδέχτηκε φέτος 54.000 ανθρώπους. Δηλαδή μέσα σε έναν χρόνο δημιουργήθηκε μια πόλη στο μέγεθος της Καλαμάτας. Τους αριθμούς αυτούς θα είχαν πρόβλημα να χειριστούν και πιο προηγμένες χώρες από την Ελλάδα, η οποία, ανάμεσα σε 141 κράτη, κατατάσσεται στην 118η θέση όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του νομικού της πλαισίου και στην 95η στις επιδόσεις του δημόσιου τομέα. Είναι ανώφελο να περιμένουμε από το ίδιο κράτος που μετέτρεψε σε θρίλερ τη λειτουργία των μηχανημάτων εισιτηρίων στο μετρό να δημιουργήσει μέσα σε έξι μήνες υποδομές για 50.000 πρόσφυγες. Αντιθέτως, όλοι απορούμε πώς η χώρα μας κατάφερε, κουτσά-στραβά, να δημιουργήσει όσες υποδομές υπάρχουν σήμερα αναφορικά με το προσφυγικό.

 

Στην Ελλάδα δόθηκε μεγάλη οικονομική βοήθεια από την Ε.Ε. για να αντιμετωπίσει τις προσφυγικές ροές (2,2 δισεκατομμύρια ευρώ). «Επί ΣΥΡΙΖΑ, απορροφήσαμε μόνο το 25%» είπε ο Μητσοτάκης πριν από λίγες μέρες από τη Βουλή. Έλεος με την απορροφητικότητα των κονδυλίων. Την ακούω ως επιχείρημα της αντιπολίτευσης, χωρίς υπερβολή, από το 1996 ‒ ζούσε ο Ανδρέας. Δεν φταίει απλώς ο ΣΥΡΙΖΑ για τη διαχρονική αδυναμία του κράτους να απορροφά τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Προφανώς παίζει ρόλο το ότι στο Μαξίμου βρέθηκε ο Καρανίκας. Ο κρατικός μηχανισμός, όμως, έχει συνέχεια, και στα καλά και στα κακά του. Όσο και να παίζουν ο Καρανίκας με το Τwitter και ο Βαρουφάκης με τα σπίρτα, στο τέλος το κράτος θα προχωράει ή δεν θα προχωράει τις υποθέσεις του ανεξαρτήτως της παρουσίας τους.

 

Είναι πολύ πιθανό η ελληνική κοινωνία να έχει όφελος από τους πρόσφυγες, όπως έγινε με το μεταναστευτικό ρεύμα από την Αλβανία ή τις αφίξεις από άλλες χώρες τις τελευταίες δεκαετίες.

 

Με τους πρόσφυγες, όμως, φτάσαμε στο σημείο που δεν μπορούμε να πάμε παρακάτω. Το πρόβλημα αφορά πρωτίστως την υποδοχή και λιγότερο την παραμονή τους σε βάθος χρόνου. Είναι πολύ πιθανό η ελληνική κοινωνία να έχει όφελος από τους πρόσφυγες, όπως έγινε με το μεταναστευτικό ρεύμα από την Αλβανία ή τις αφίξεις από άλλες χώρες τις τελευταίες δεκαετίες. Σήμερα η Ελλάδα είναι μια καλύτερη χώρα σε σχέση με το 1990 χάρη και σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Καλό θα ήταν, βέβαια, να υπήρχε και μια μελέτη από την προηγούμενη κυβέρνηση που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς των υπουργών της για τα οφέλη του προσφυγικού στην ελληνική κοινωνία. Στον ΣΥΡΙΖΑ, όμως, αντιμετωπίζουν τις εκτιμήσεις τους ως έργο. Γι' αυτό και βρέθηκαν να κοιτάζουν την ντροπή της Μόριας απορημένοι που η πρόθεσή τους παρήγαγε το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα (όπως έκαναν και με το μνημόνιο).

 

Αν για τον ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα ήταν η ελαφρότητα με την οποία αντιμετώπισε τις κυβερνητικές του υποχρεώσεις, για τη Νέα Δημοκρατία το πρόβλημα είναι πολύ χειρότερο: η ξενοφοβία. Ο Άδωνις Γεωργιάδης χρησιμοποιεί τον απαξιωτικό όρο «λαθρομετανάστης» για τους πρόσφυγες, ταυτίζοντάς τους με την παρανομία. Ο ευρωβουλευτής της ΝΔ Γιώργος Κύρτσος πρότεινε οι πρόσφυγες να καταλήγουν σε έρημες βραχονησίδες του Αιγαίου, περιφρουρούμενοι, ώστε να πάψουν τελικά να έρχονται. Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης (ο βουλευτής της ΝΔ που είχε προτείνει προεκλογικά επιδόματα μόνο σε Ελληνόπουλα) βγάζει το άχτι του με τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες, διαφημίζοντας δήθεν χαλαρός το lifestyle μπίρα-σουβλάκι. Κατά τα άλλα, οι τεχνοκράτες Μητσοτάκης-Χρυσοχοΐδης απορούν γιατί οι κάτοικοι αντιδρούν με τη μετεγκατάσταση προσφύγων στις πόλεις τους. Ο Κυρανάκης, ο Κύρτσος και ο Γεωργιάδης είναι πιο εξαγριωμένοι από τους κατοίκους στα Γιαννιτσά, χωρίς να ζουν καν εκεί. Όχι ότι με τα άλλα κόμματα τα πράγματα είναι καλύτερα. Η Φώφη Γεννηματά έφτασε μέχρι τη Σάμο για να πει η ίδια και από κοντά στους πρόσφυγες ότι «ο Ερντογάν έχει πάρει τα κλειδιά της χώρας μας στο προσφυγικό». Δηλαδή οι Έλληνες θα ήμασταν συνετοί κλειδοκράτορες και ευχαρίστως θα σας κλειδώναμε απ' έξω, αλλά «έχει ο Τούρκος τα κλειδιά». Ωραία «προοδευτική πολιτική με αριστερό πρόσημο», που λένε και στην κεντροαριστερά.

 

Τι θα γίνει τελικά; Αυτό που γίνεται ήδη. Η Ελλάδα θα εκτελεί κακήν κακώς τη μεταναστευτική της πολιτική με όρους μνημονιακής υποχρέωσης απέναντι στην Ε.Ε. Τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα χρηματοδοτούν μέσω του ελληνικού κράτους την απροθυμία τους να μοιραστούν την ευθύνη υποδοχής των προσφύγων. Η συνθήκη αυτή για χιλιάδες ανθρώπους ισοδυναμεί με εξαθλίωση. Η Ελλάδα ίσως ακολουθήσει το μονοπάτι των προσφυγικών καταυλισμών που μετατράπηκαν σταδιακά και υποτυπωδώς σε πόλεις, όπως το Νταντάαμπ στην Κένυα, που ξεκίνησε με 90.000 πρόσφυγες από τον πόλεμο της Σομαλίας το 1991 και έφτασε να φιλοξενεί 580.000 ανθρώπους το 2010. Οι καταυλισμοί όμως δεν συνιστούν ιστορία ενσωμάτωσης. Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει πραγματικά να υποδεχτεί όσες και όσους έχουν ανάγκη, πρέπει να κάνει πολύ περισσότερα, σε πείσμα του ελληνικού κράτους και της ανεύθυνης ρητορικής των ελληνικών κομμάτων.

Ο Θύμιος Τζάλλας είναι πολιτικός αναλυτής. Ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Αρθρογραφεί σε διεθνή και ελληνικά μέσα.