Είδα με πολλή συγκίνηση να περιφέρεται στα social media το βίντεο που γυρίστηκε στο θαυματουργά ανέπαφο εσωτερικό του ρημαγμένου απ' έξω κινηματογράφου Αττικόν και προβλήθηκε αρχικά στις «Νύχτες Πρεμιέρας» ως χαιρετισμός προς την τελετή έναρξης του φετινού φεστιβάλ και ως προσδοκία να επανέλθει σύντομα στο προηγούμενο μεγαλείο του ο ιστορικός και βαθιά αγαπημένος χώρος.


Το «σύντομα» είναι, βέβαια, πολύ αφηρημένο και σχετικό εν προκειμένω, από τη στιγμή που το συγκεκριμένο κτίριο έχει περιέλθει εδώ και χρόνια σε μια σειρά από «ιδρυματικές» εμπλοκές με μοναδικό φως στο τούνελ το γεγονός ότι πρόσφατα κρίθηκε διατηρητέο, απελευθερώνοντας θεωρητικά τις προοπτικές αποκατάστασής του.


Χρόνια περιμένουμε να επουλωθεί η πληγή του καμένου κτιρίου που φιλοξενούσε τα σινεμά Απόλλων και Αττικόν στη Σταδίου. Μάταια όμως. Τα χαλάσματα παραμένουν εκεί, σαν καλλιτεχνική εγκατάσταση με θέμα την οργή, το τραύμα, τις ψευδαισθήσεις, τις κοινωνικές ρωγμές.

 

Οκτώ χρόνια θα συμπληρωθούν τον Φλεβάρη που μας έρχεται από εκείνη τη νύχτα που καιγόταν η Αθήνα και οι αναθυμιάσεις εισέρχονταν δυσοίωνες και απειλητικές στο σπίτι σου αν έμενες στο ευρύτερο κέντρο, πείθοντάς σε ότι δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής από τη βία, την παραφροσύνη και την απόγνωση.


Οκτώ χρόνια θα συμπληρωθούν τον Φλεβάρη που μας έρχεται από εκείνη τη νύχτα που καιγόταν η Αθήνα και οι αναθυμιάσεις εισέρχονταν δυσοίωνες και απειλητικές στο σπίτι σου αν έμενες στο ευρύτερο κέντρο, πείθοντάς σε ότι δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής από τη βία, την παραφροσύνη και την απόγνωση. Δεν ήταν η πρώτη ούτε η μόνη νύχτα φωτιάς και Αποκάλυψης εκείνη την εποχή, που περιέργως μοιάζει συγχρόνως μακρινή και κοντινή, σαν να συντηρείται στη μνήμη αυτή η απόκοσμα ρεαλιστική υφή που έχουν οι εφιάλτες άγχους και αγωνίας όταν σε παίρνει ένας καταθλιπτικός ύπνος κάποιο απομεσήμερο.

 

Από την επομένη της πυρκαγιάς (ή του εμπρησμού, είναι αργά για να τα χαλάσουμε σε τέτοια ζητήματα), πάντως, οι ελπίδες για γρήγορη αποκατάσταση αναπτερώθηκαν όταν μάθαμε ότι η φωτιά δεν είχε αγγίξει τις λαμπερές αίθουσες. Κάποιοι επίσημοι, μάλιστα, είχαν δηλώσει ότι οι ζημιές θα μπορούσαν να αποκατασταθούν σε 40 μέρες (έπρεπε να έχουμε διαισθανθεί ότι το «σαράντα μέρες» είναι πάντα δυσοίωνο). Κι από τότε, κοντεύουν να περάσουν τρεις χιλιάδες σαράντα μέρες.

 

Νιώθω πολύ «σεντιμεντάλ» με τη συγκεκριμένη αίθουσα (και ο Απόλλων είναι υπέροχος «σινεμάς», αλλά το Αττικόν ήταν/είναι άλλο μέγεθος και άλλη κλάση), που υπήρξε αναμφισβήτητα ο ιδανικός «καλός» κινηματογράφος της ζωής μας. Δεν αντέχω πολύ τις μάταιες και συμβολικές χειρονομίες, είχα συγκινηθεί όμως ακόμα και όταν, πριν από τρία χρόνια περίπου, τα Χριστούγεννα του '16, είχε τραγουδήσει «συμβολικά» ο Σαββόπουλος τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα με φόντο τα αποκαΐδια του κτιρίου.

 
Διαβάζω κατά καιρούς διάφορες παραινέσεις υπέρ της άμεσης επαναλειτουργίας των δύο κινηματογράφων, συχνά σε συνδυασμό με την προοπτική λειτουργίας νέων ξενοδοχείων στο παλιό «Εσπέρια» και στο παλιό κτίριο του ΟΤΕ, έτσι ώστε να αλλάξει η εμπορική «δυναμική» της πάλαι πότε ακμάζουσας και νυν παρηκμασμένης Σταδίου. Προσωπικά, ουδόλως με απασχολεί το ζήτημα της εμπορικής ανάπτυξης της περιοχής.


Αυτό που με απασχολεί είναι η επιστροφή στη ζωή –και στο πρόσωπο– της πόλης ενός σπάνιου, ιστορικού, υπέροχου κτιρίου και των δύο κινηματογράφων που φιλοξενεί στα έγκατά του. Δεν έχω καμία ψευδαίσθηση ότι αν συμβεί αυτό θα γυρίσουν ως διά μαγείας πίσω «τα παλιά» – ειδικά όταν πρόκειται για κινηματογραφικές αίθουσες οι οποίες σταδιακά βαδίζουν προς έναν περιφερειακό και vintage ρόλο ανά τον πλανήτη και δεν πρόκειται να ανακτήσουν ποτέ ξανά την κεντρική θέση που είχαν κάποτε στη ζωή μας. Θα είναι όμως κάτι σημαντικό, κάτι που θα θυμίζει μια ιδέα «κανονικότητας», όρος που εσχάτως όχι μόνο έχει ευτελιστεί αλλά προσβάλλει βάναυσα την πλειοψηφία των πολιτών που βιώνουν τις ίδιες συνθήκες επισφάλειας που ίσχυαν και χθες και προχθές και από τότε που αντιμετωπίσαμε με βία και οργή και άστοχο μίσος τη μοίρα μας, την ώρα που το «εμβληματικό» κτίριο της Σταδίου τυλιγόταν στις φλόγες.