Έπεσε κι αυτό το καλοκαίρι, εν μέσω διακοπών, βαριά η σκιά του ζόφου της κλιματικής αλλαγής και των σεναρίων επικείμενης οικολογικής Αποκάλυψης, με τις ειδήσεις που έσκαγαν για τις φωτιές στον Αμαζόνιο αλλά και στη Σιβηρία. Δεν υπάρχει σωτηρία, αναλογιζόμασταν πίνοντας μπίρες στο μπιτσόμπαρο. Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει...


Και με την πρώτη εβδομάδα του φθινοπώρου –και της νέας σεζόν που ασθμαίνοντας ξεκινήσαμε– εμφανίστηκαν, ανάμεσα σε πλήθος σχολίων και αντιδράσεων, δύο βαρυσήμαντα «τρομοκρατικά» άρθρα διάσημων συγγραφέων που στον τίτλο τους μας καλούν να εγκαταλείψουμε κάθε ελπίδα για το φλέγον (κυριολεκτικά) ζήτημα που αφορά την επιβίωση του ανθρώπινου πολιτισμού.


Το ένα ήταν από τον Τζόναθαν Φράνζεν στο «New Yorker» με τίτλο «Κι αν σταματούσαμε να υποκρινόμαστε (ότι υπάρχει ελπίδα);» και το άλλο από τον Σλάβοϊ Ζίζεκ στον «Independent» με εξίσου μοιρολατρικό τίτλο, τον οποίο μοιάζει να απευθύνει εξωγήινος προς τη μίζερη ανθρωπότητα: «Ο Αμαζόνιος καίγεται και οι ελάχιστοι κόποι σας ενάντια στην κλιματική κρίση ποτέ δεν έμοιαζαν τόσο ανεπαρκείς».

 

«Είτε εξακολουθείς να ελπίζεις ότι η κατάσταση μπορεί να είναι αναστρέψιμη και να εξοργίζεσαι ακόμα περισσότερο με την αδράνεια του κόσμου είτε αποδέχεσαι ότι η καταστροφή πλησιάζει, οπότε ξεκινάς να αναθεωρείς την ίδια την έννοια της ελπίδας».



«Αν είσαι κάτω από εξήντα», γράφει ο Φράνζεν, «είναι πολύ πιθανό να προλάβεις τη ριζική αποσταθεροποίηση της ζωής στον πλανήτη – καταστροφικές σοδειές, μαζικές πυρκαγιές, διαλυμένες οικονομίες, επικές πλημμύρες, εκατοντάδες εκατομμύρια πρόσφυγες να εγκαταλείπουν κακήν κακώς περιοχές μη κατοικήσιμες εξαιτίας της υπερθέρμανσης ή της μόνιμης ξηρασίας. Αν είσαι κάτω από τριάντα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα την προλάβεις...».

 

Σε κάθε περίπτωση, δύο τρόποι υπάρχουν για να διαχειριστούμε το ζήτημα: «Είτε εξακολουθείς να ελπίζεις ότι η κατάσταση μπορεί να είναι αναστρέψιμη και να εξοργίζεσαι ακόμα περισσότερο με την αδράνεια του κόσμου είτε αποδέχεσαι ότι η καταστροφή πλησιάζει, οπότε ξεκινάς να αναθεωρείς την ίδια την έννοια της ελπίδας».

 
«Ψυχολογικά, η άρνηση μοιάζει λογική αντίδραση. Ο πλανήτης, εξάλλου, είναι ακόμα ως εκ θαύματος ακέραιος – οι εποχές αλλάζουν, του χρόνου στις ΗΠΑ θα έχουμε εκλογές, νέες σειρές έρχονται στο Netflix... Άλλες αντιλήψεις περί Αποκάλυψης, είτε θρησκευτικού είτε θερμοπυρηνικού τύπου, προσφέρουν τουλάχιστον ένα γρήγορο τέλος: τη μια στιγμή ο κόσμος είναι εκεί, την επόμενη έχει χαθεί για πάντα. Η κλιματική Αποκάλυψη, αντιθέτως, θα πάρει λίγο καιρό και θα εμφανιστεί με τη μορφή μιας σειράς από δριμείες κρίσεις που θα συνυπάρχουν με χαοτικό τρόπο μέχρι την πλήρη αποσύνθεση του πολιτισμού. Τα πράγματα θα γίνουν πολύ άσχημα, αλλά ίσως όχι και τόσο άμεσα, σκέφτεται κανείς. Ίσως όχι για μένα...».


Ό,τι μπορεί να κάνει κανείς στον μικρόκοσμό του, αυτή είναι η μόνη προοπτική ελπίδας που επιτρέπει ο Φράνζεν στο κείμενό του: «Συνέχισε να κάνεις το σωστό για τον πλανήτη, αλλά κυρίως προσπάθησε να σώσεις κάτι πιο οικείο σ' εσένα, που αγαπάς – μια κοινότητα, έναν τόπο, ένα είδος υπό εξαφάνιση... Όσο έχεις κάτι που αγαπάς, έχεις κάτι για να ελπίζεις».


Ο Ζίζεκ, αντίθετα, θεωρεί ότι δεν είναι καλή ιδέα να ενδίδουμε στην πίεση του υπερεγώ που μας περιορίζει στην ιδέα της προσωπικής ευθύνης, αντί να απαιτούμε να ληφθούν ριζικά συστημικά μέτρα: «Είμαστε σαν τους προληπτικούς ποδοσφαιρόφιλους που φωνάζουν από το σπίτι στην τηλεόραση, νομίζοντας ότι έτσι, με κάποιον τρόπο, θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα του αγώνα».
Σημειώνει, πάντως, ότι, ενώ πρέπει να παίρνουμε εξαιρετικά σοβαρά την οικολογική απειλή, πρέπει επίσης να μην ξεχνάμε πόσο αβέβαιες και ασαφείς είναι συχνά οι σχετικές αναλύσεις και προβλέψεις και σε κάθε περίπτωση «επ' ουδενί δεν πρέπει να πέσουμε στην παγίδα μιας "οικολογίας του τρόμου", μιας εμμονής στην επικείμενη Αποκάλυψη».


Τονίζει, επίσης, την προοπτική ενός σεναρίου «κλιματικού απαρτχάιντ», όπου οι πλούσιοι θα πληρώνουν όσο-όσο για να αποφύγουν τις συνθήκες υπερθέρμανσης, πείνας και συγκρούσεων, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος θα υπομένει τη φριχτή του μοίρα: «Αυτό που μπορούμε να κάνουμε τουλάχιστον είναι να θέσουμε τις σωστές προτεραιότητες και να παραδεχτούμε τη γελοιότητα των γεωπολιτικών παιχνιδιών πολέμου την ώρα που ο πλανήτης για τον οποίο διεξάγονται αυτοί οι πόλεμοι απειλείται με αφανισμό».