Στους σύγχρονους καιρούς αυτό που ονομάστηκε Αριστερά είχε, σε όλες της τις αποχρώσεις, από τις πιο ήπιες έως τις πιο αδιάλλακτες, ένα διακριτικό χαρακτηριστικό: ήθελε να είναι παράταξη με έρεισμα κοινωνικό, με πραγματικό εκτόπισμα στους κοινωνικούς χώρους. Ποιοι ήταν αυτοί οι χώροι; Συνδικάτα, επαγγελματικές και συνεταιριστικές οργανώσεις, φοιτητικοί σύλλογοι. Και ύστερα, όταν πια μπήκαν στο παιχνίδι της μαζικής δημοκρατίας και άλλες κατηγορίες του πληθυσμού, ο στόχος για κάθε κόμμα της Αριστεράς (και προφανώς για όλα τα άλλα, όχι όμως στον ίδιο βαθμό) ήταν να έχει πραγματική κοινωνική βάση και όχι απλώς εκλογικό κοινό και πελατεία: να έχει, ας πούμε, κόσμο σε γυναικείες οργανώσεις, κοινωνικά κινήματα, σωματεία επιστημόνων, ακτιβιστικές πρωτοβουλίες.

 

Οι εκλογικές και πολιτικές επιτυχίες έπρεπε να είναι αποτέλεσμα κοινωνικού και τοπικού ριζώματος: να καρπώνονται εκλογικά την επιτυχημένη διάδοση ιδεών και τη γονιμοποίηση μιας κοινωνικής επίδρασης. Κάπως έτσι, άλλωστε, η Αριστερά μπορούσε διαχρονικά να λογαριάζει τον εαυτό της ως κάτι «διαφορετικό» από τους άλλους, από τα λεγόμενα αστικά κόμματα. Η μόνιμη καταγγελία στους αντιπάλους της ήταν πως αυτοί δεν είχαν σχέση με τους πολλούς παρά με τους λίγους, τις ολιγαρχικές ελίτ, τις κορυφές της εξουσίας. Στην Αριστερά πρώτα έρχεται η κοινωνία και μετά η πολιτική ως σχέση με τη διακυβέρνηση.

 

Με μια έννοια, ποτέ δεν κατάφερε να έχει αξιόλογα κοινωνικά ερείσματα στην κοινωνία των πολλών, στην ελληνική ζωή. Η εκλογική-πολιτική μεγέθυνση δεν συνοδεύτηκε από την εμφύτευση του Σύριζα στο ελληνικό οικοσύστημα.

 

Αναγκάζομαι να κάνω  εδώ αυτές τις άχαρες και συνοπτικές αναφορές γιατί νομίζω πως το πιο εντυπωσιακό γεγονός αυτών αυτοδιοικητικών εκλογών που πέρασαν δεν είναι η ανάδειξη της μιας ή άλλης περσόνας ούτε καν το ότι ο «χάρτης βάφτηκε γαλάζιος». Το πιο εντυπωσιακό είναι κάτι που το γνωρίζαμε ήδη από πολλές άλλες εμπειρίες αυτών των χρόνων μα τώρα έγινε απολύτως ορατό και επομένως αδιάψευστο: το κυβερνών κόμμα, ο Σύριζα της εξουσίας, δεν έχει πραγματική κοινωνική ύπαρξη και ερείσματα έξω από μια σφαίρα στελεχών, οπαδών και πολύ συγκεκριμένων χώρων. Δεν αναφέρομαι στον αριθμό των ψηφοφόρων ή στα ποσοστά. Κάποτε, όλα τα κόμματα, μικρά ή μεσαία και μεγάλα, μπορεί να έχουν τις καλές και τις κακές τους στιγμές, τα πάνω και τα κάτω τους, τους θριάμβους και τις πανωλεθρίες τους.

 

Βλέπουμε, ας πούμε, πόσο συρρικνώθηκαν οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες, τι κονιορτοποίηση έπαθαν οι Γάλλοι Σοσιαλιστές, τι κακό έχει βρει τους κραταιούς Συντηρητικούς στη Βρετανία κλπ. Παντού εξάλλου τα πολιτικά κόμματα είναι σε κρίση, σε μετάβαση (κομψός όρος για να μην περάσουμε σε επικήδειους), σε κλονισμούς ταυτότητας. Οι τεχνολογικές, δημογραφικές και κοινωνικές αναστατώσεις αυτού του καιρού δεν έχουν αφήσει τίποτα αλώβητο. Όλες οι μορφές οργάνωσης και συλλογικής ύπαρξης που έρχονται από το παρελθόν συμπιέζονται και πολλές εξαερώνονται αν δεν φυτοζωούν. Από αυτή την άποψη, πράγματι, τα τυπικά ποσοστά του Σύριζα είναι «πολύ ικανοποιητικά».

 

Όμως δεν είναι το ίδιο πράγμα η κρίση πολιτικών οργανισμών που μετρούν δεκάδες χρόνια ζωής και κυβερνητικής φθοράς με αυτό που βλέπουμε στη δική μας περίπτωση. Εδώ έχουμε το άκρων άωτο της ειρωνείας: έχουμε ένα κόμμα που δεν τοποθετείται ούτε στο βαθύ κράτος ούτε στην κοινωνία των πολλών την οποία έχει κάνει εικόνισμα στη θεωρία. Ο προπαγανδιστικός αντιελιτισμός και ο ιδεολογικός λαϊκισμός εκπέμπονται εντέλει από μια ελίτ, από μια περιορισμένη αριθμητικά κοινότητα πολιτικών, αξιωματούχων και στελεχών. Ενώ όμως στις χώρες της Ευρώπης πήρε καιρό ωσότου κάποια αριστερά κόμματα να γίνουν αυτό που λέμε κόμματα προυχόντων (για παράδειγμα: κόμματα δημάρχων και τοπικών παραγόντων όπως είναι εδώ και καιρό το εξαερωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας), στη δική μας όψιμη «ριζοσπαστική Αριστερά» αυτό συνέβη σε ελάχιστο χρόνο.

 

Με μια έννοια, ποτέ δεν κατάφερε να έχει αξιόλογα κοινωνικά ερείσματα στην κοινωνία των πολλών, στην ελληνική ζωή. Η εκλογική-πολιτική μεγέθυνση δεν συνοδεύτηκε από την εμφύτευση του Σύριζα στο ελληνικό οικοσύστημα. Με λίγες εξαιρέσεις – ιδίως στην προκυβερνητική, κινηματική και αντιμνημονιακή περίοδο – το κόμμα δεν βρήκε γέφυρες με την κοινωνική καθημερινότητα. Δεν εννοώ τρόπο να καταγγέλλει το ένα ή το άλλο μα κοινή γλώσσα με ανθρώπους εκτός των κοινοτήτων μνήμης της Αριστεράς ή των παλαιών μηχανισμών άλλων κομμάτων.

 

Όσο περισσότερο μάλιστα διατράνωνε την αποκλειστική εκπροσώπηση του κοινωνικού (αφορίζοντας τους αντιπάλους του ως ιμάντες του συστήματος), τόσο πιο αφηρημένη και ισχνή γινόταν η σχέση του Σύριζα με τις πραγματικές κοινωνίες. Όσο πιο έντονα δενόταν με έναν πολιτικό λαϊκισμό – που τον επινόησαν ως λύση οι διανοούμενες ελίτ του- τόσο περισσότερο άφηνε τον πραγματικό λαό στην μοναξιά του. Όσο περισσότερο ανακάλυπτε έναν διακηρυκτικό Ανθρωπισμό, τόσο πιο δύσκολα μπορούσε να καταλάβει τις ανησυχίες, τα πάθη και τις έγνοιες των παρόντων ανθρώπων. Στο κάτω-κάτω αυτοί οι άνθρωποι κι αυτός ο λαός – ο θρυμματισμένος και όχι πάντα στο ύψος των Καλεσμάτων-ήταν και είναι διαθέσιμος.

 

Ο Σύριζα της διακυβέρνησης έγινε έτσι ένα αρκούντως παράξενο αντικείμενο: έξω από την καρδιά του κράτους (το οποίο συνέχιζε να το βλέπει ως ξένο σώμα) και μακριά από τον υπαρκτό λαό και την πραγματική κίνηση των προσδοκιών του.  Τώρα, στις συνθήκες της ήττας, διαβλέπει κανείς τον κίνδυνο που έχει αυτή η ελιτίστικη περιχαράκωση των άλλοτε ριζοσπαστών. Ποιον κίνδυνο; Μα να περάσουν στην αντιπολίτευση εναντίον του υπαρκτού λαού και της συγκεκριμένης κοινωνίας. Η μεταφυσική αποθέωση των πολλών να δώσει τη θέση της στη σιχασιά για τη μάζα και τη συμπεριφορά της. Η φιλοσοφική λατρεία στα πλήθη να μετατραπεί, εν μια νυχτί, σε αλλεργία για τους οπαδούς των επίχρυσων κιτς του ‘νεοφιλελευθερισμού’. Η θεωρητική φετιχοποίηση του λαού να γίνει ανάθεμα στην κακή αισθητική ενός δεξιού κοπαδιού που δεν ξέρει να αναγνωρίζει το τι του συμβαίνει και τι έρχεται.

 

Όλα τα κόμματα περνούν άσχημα στις μέρες μας, ακόμα και όταν ο εκλογικός κύκλος τα στεφανώνει νικητές. Άλλα εξαφανίζονται, ιδίως όταν δεν κατορθώνουν να αποκτήσουν συλλογικό σώμα έξω από τη πλανερή σφαίρα των διαδικτυακών λαικ και των περιορισμένων events. Αυτό, ωστόσο, που διαπιστώνουμε στη χώρα μας είναι μοναδικό. Όλοι σχολιάζουμε μια εκλογική υποχώρηση ή μια ενδεχόμενη πολιτική ήττα ενώ το μεγάλο θέμα είναι η συντελεσθείσα απόσυρση από τις πραγματικές εμπειρίες των ανθρώπων. Απόσυρση η οποία την ίδια στιγμή που κρύβεται πίσω από ψεύτικα σχήματα (ελίτ/ λαός) θα κάνει τελικά αόρατη την όποια Αριστερά και ορατές τις χειρότερες εκδοχές αντίδρασης. Αυτό, παρόλα αυτά, δεν είναι μοιραίο και θα μπορούσε να αποτραπεί αν το πολιτικό σύστημα δείξει ωριμότητα, τόσο στους χαμένους όσο και στους κερδισμένους αυτού του καλοκαιριού.