Ο άνθρωπος που περνάει πολλές ώρες σε μια έκθεση βιβλίου, είτε μιλάει σε παρουσιάσεις και συμμετέχει στις συζητήσεις είτε απλώς περιδιαβάζει (κι εδώ το ρήμα αποκτά όλη του τη σημασία), αποκόβεται από τον έξω κόσμο. Αν η έκθεση διαρκεί κάποιες μέρες και αυτός τύχει να βρίσκεται εκεί αρκετές ώρες καθημερινά, αρχίζει μάλλον να πιστεύει πως ό,τι ζει εκεί είναι μια εμπειρία σημαντική και για άλλους, όσους κυκλοφορούν έξω.

 

Η στοιχειώδης, όμως, επαφή και τα πρώτα λόγια που θα ανταλλάξει βγαίνοντας από το κουκούλι τον επαναφέρουν στην τάξη. Συνέρχεται βιαίως. Ο ήλιος, τα πρόσωπα στον δρόμο, η ανοιξιάτικη πλημμυρίδα στα καφέ, επιβεβαιώνουν ότι ο «έγκλειστος» έζησε ένα τεχνητό μικροκλίμα, μια εναλλακτική πραγματικότητα. Αλλά ακόμα και αν έχει πλήρη συνείδηση για τον συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στη μεγάλη κοινωνία και στη μικροκοινωνία στην οποία βυθίστηκε, του προκαλούν πάντοτε εντύπωση όσοι δεν πήραν καν είδηση το γεγονός. Μα πώς δεν έμαθαν το αυτονόητο; Έτσι σκέφτεται, έτσι νιώθουμε για λίγο όλοι οι αποσβολωμένοι.

 

Ας το πούμε δίχως περιφράσεις: η ελληνική ατμόσφαιρα δεν είναι καθόλου βιβλιόφιλη. Η ελληνική ζωή δεν αποπνέει κάτι πνευματικό: ένα μεγάλο κοινωνικό σώμα έχει μάθει να ζει και να γεμίζει τη ζωή του πέρα και έξω από το βιβλίο, τους συγγραφείς, τα θέματά τους


Επιστρέφει έτσι το αιώνιο πρόβλημα της απόστασης ανάμεσα σε θεωρητικώς καταξιωμένους, αλλά μειοψηφικούς προσανατολισμούς και σε αυτό που υπάρχει από την άλλη πλευρά. Ας το πούμε δίχως περιφράσεις: η ελληνική ατμόσφαιρα δεν είναι καθόλου βιβλιόφιλη.

 

Υπάρχουν μερικές χιλιάδες άνθρωποι που διαβάζουν με συνέπεια, τρέχουν στις εκδηλώσεις, κάθονται όρθιοι με τις ώρες να ακούσουν τον Ερίκ Βυϊγιάρ ή τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, χιλιάδες γυναίκες και άνδρες που έχουν εντάξει στη ζωή τους αυτή την ιδιαίτερη «εξάρτηση». Η ελληνική ζωή, όμως, δεν αποπνέει κάτι πνευματικό: ένα μεγάλο κοινωνικό σώμα έχει μάθει να ζει και να γεμίζει τη ζωή του πέρα και έξω από το βιβλίο, τους συγγραφείς, τα θέματά τους.

 

Θα πει κανείς, παντού συμβαίνει αυτό. Όχι όμως, δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό αυτό το «παντού» και πάντως όχι σε πολλές χώρες της βόρειας και ανατολικής Ευρώπης. Στην ελληνική ζωή διακρίνει κανείς μια ξεχωριστή δόση επιθετικής άγνοιας και νωθρής αυταρέσκειας. Τι εννοώ; Ο πολίτης μπορεί να αισθάνεται πως δεν του λείπει τίποτα, αγνοώντας ένα ολόκληρο «σύμπαν». Δεν το έχει ανάγκη ούτε πιστεύει πως χάνει κάτι σημαντικό αν δεν τα ξέρει αυτά.

 

Συχνά, μάλιστα, δοκιμάζει το έτοιμο ρούχο του αντιδιανοουμενισμού που του έχει πλέξει η ελληνική ιδεολογία, για παράδειγμα, όταν του έχουν υποβάλει την ιδέα ότι οι συγγραφείς είναι κάτι περίεργοι εθνομηδενιστές ή, από τα αριστερά, ότι η «ελίτ» δεν καταλαβαίνει τις πραγματικές ανάγκες των «από κάτω». Πολλοί, λοιπόν, δανείζονται οτιδήποτε τους αθωώνει, τους δικαιολογεί, τους ελαφρύνει τη συνείδηση ή απλώς κολακεύει την άγνοιά τους.


Ξανά: το ελληνικό «έξω», τα τραπεζάκια έξω, η υπαίθρια ή ημιυπαίθρια κατοίκηση δεν περιέχουν τον κόσμο του βιβλίου. Εδώ πρέπει, πιστεύω, να διακρίνουμε τις αναγνώσεις από τον κόσμο του βιβλίου: οι σύγχρονοι διαβάζουν και γράφουν μαζικά, διαρκώς, σε συνεχή ροή. Συνεννοούνται, διαπληκτίζονται, ανταλλάζουν tweets και μικρά άρθρα ή «μιμίδια» και άλλα υλικά που φυσικά είναι φτιαγμένα από λέξεις.

 

Φωτογραφία από τη 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης που πραγματοποιήθηκε 9-12 Μαΐου 2019.
Φωτογραφία από τη 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης που πραγματοποιήθηκε 9-12 Μαΐου 2019.

 

Είμαστε εγγράμματη κοινωνία και μάλιστα, αν πάρουν σάρκα και οστά οι εκπαιδευτικές αλλαγές που προωθεί η παρούσα κυβέρνηση, θα είμαστε και μια κοινωνία καθολικής σχεδόν πανεπιστημοσύνης. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το χάσμα ανάμεσα στον κόσμο του βιβλίου και τη ζωή μεγαλώνει.

 

Με άλλα λόγια, ο πολλαπλασιασμός των σπουδαστικών, φοιτητικών και τυπικά εγγράμματων πληθυσμών δεν αυξάνει αισθητά το «αναγνωστικό κοινό». Για να αστειευτώ κάπως, το πλήθος (στο οποίο ήταν αφιερωμένο ένα μέρος των εκδηλώσεων της Έκθεσης στη Θεσσαλονίκη) δεν φαίνεται να συγκινείται από τις εκκλήσεις των διανοουμένων για έξοδό του στο προσκήνιο. Ακόμα και αν δεν είναι το μυθικό λαϊκό πλήθος των αφηγήσεων αλλά ένας κόσμος με πτυχία, με γλώσσες, με ταξίδια, πληροφορίες και μοντέρνα γούστα, παραμένει σε απόσταση από τη βιβλιοσφαίρα.


Φυσικά και οι εξαιρέσεις είναι αξιοσημείωτες. Χωρίς αυτές δεν θα επιβίωνε ο κόσμος του βιβλίου, ούτε όσοι και όσες γράφουμε για να διαβαζόμαστε και όχι, ελπίζω, για να λέμε απλώς ότι γράφουμε. Χρειαζόμαστε, όμως, επίγνωση των μεγεθών και των δεδομένων. Να μπορούμε ν' αντέξουμε το σοκ της πρόσκρουσης με εικόνες που δεν φιλοξενούν τα δικά μας ενδιαφέροντα και γούστα ή τους κώδικες ενδοσυνεννόησης των σιναφιών μας.

 

Να αποφύγουμε ‒όσο γίνεται αυτό‒ τον πειρασμό που κυριεύει τα ποίμνια όλων των εκκλησιών να περιφρονούν τους απίστους, τους μη θρησκευόμενους, τους αδιάφορους. Ακόμα όμως και αν προς στιγμήν έρχεται και μας πιάνει η περιφρόνηση, να έχουμε εναλλακτικές και να παίρνουμε αντίμετρα.


Οι κόσμοι θα είναι χωριστοί, οι λέξεις συχνά δεν θα συμπίπτουν, τα συναισθήματα θα περιστρέφονται γύρω από ξεχωριστά είδωλα, ονόματα, σύμβολα. Αν έχει, ωστόσο, ένα νόημα ο κόσμος του βιβλίου και οι εκθέσεις του (με όλα τα επιμέρους, που μπορεί να τους ασκήσεις κριτική ή να ζητάς τη διόρθωσή τους), αν έχει μια σημασία, αυτή είναι η ίδια η παρακίνηση για την υπέρβαση των τειχών. Η δημοκρατική εξωστρέφεια και η «αριστοκρατική» εσωστρέφεια μπορούν, κάποτε, να συναντηθούν και να έχει αλλάξει κάτι από την καταθλιπτική τους αποξένωση.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO