«Πειράζει που το σχολείο μάς μαθαίνει να μισούμε την Iστορία;» αναρωτιόταν στο άρθρο της αναφορικά με τον τρόπο που διδάσκεται το μάθημα της Iστορίας στο σχολείο η Βίβιαν Στεργίου. Ο/Η Cogito ergo sum συμφωνεί: «Δυστυχώς, έτσι είναι. Όσοι μετά το σχολείο ασχολήθηκαν πιο σοβαρά με το θέμα και διάβασαν Iστορία εξωσχολική από αναγνωρισμένους στον χώρο ιστορικούς καταλαβαίνουν πόσο συναρπαστική μπορεί να γίνει. Στην περίπτωσή μας, όμως, δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι. Ο ρόλος της Ιστορίας στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι ξεκάθαρος και μη αμφισβητήσιμος. Είναι ένα εργαλείο για εμπέδωση της εθνικής συνείδησης. Το αντίθετο του "το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό" του Σολωμού δηλαδή».

 

Ο Ramon Ramone προσθέτει: «To the point. Από την άλλη, το να λέμε ότι έτσι ήταν πάντα, ότι δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει κάτι και ότι είναι και δική μας ευθύνη η μόρφωσή μας (που είναι, φυσικά) δεν απαλλάσσει από τις ευθύνες τους την πολιτεία και το άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα, που, μεταξύ άλλων, παραδίδουν ανιστόρητους πολίτες στην κοινωνία. Σε τέτοιους πολίτες βασίζονται οι λαϊκιστές, οι δημαγωγοί, οι εθνικιστές, οι ακραίοι και όλοι εκείνοι που έχουν κάθε συμφέρον να διαιωνίζεται αυτή η κατάσταση. Εκεί ψαρεύουν. Στη μεγάλη δεξαμενή».


☛ Για «πέντε ιστορικές κατοικίες της Αθήνας, παραδομένες στη φθορά του χρόνου» έγραψε ο Γιάννης Πανταζόπουλος στο προηγούμενο τεύχος της LiFO. Ο Γράφων σχολιάζει: «Απλώς να προσθέσουμε ότι, πέραν κάποιων εμβληματικών κτιρίων, πρόβλημα υπάρχει με ολόκληρες οικιστικές και άσημες πολυκατοικίες σε ολόκληρο τον δήμο Αθηναίων και όχι μόνο στο κέντρο του. Επί της πλατείας Αμερικής υπάρχουν ολόκληρες πολυκατοικίες κενές – μάλιστα, έχουν φράξει την κεντρική τους είσοδο με λαμαρίνα για να μην μπαινοβγαίνουν άσχετοι. Στη Μάρνη υπάρχουν πολυκατοικίες ολόκληρες που τελούν υπό κατάληψη. Στα Πατήσια υπάρχουν παλιές οικογενειακές διπλοκατοικίες ή τριπλοκατοικίες εγκαταλελειμμένες σχεδόν, αφού τα μεν παιδιά έχουν φύγει for greener pastures, ήτοι τα βόρεια-νότια προάστια, οι δε γονείς πεθαίνουν.

 

»Κάποια από τα εγγόνια επιστρέφουν, όμως με ρυθμούς βραδύτερους της εκκένωσης και της φυγής. Οι οικονομικοί μετανάστες της δεκαετίας του '90, που γεμίζανε κάποια από αυτά τα κενά, έφυγαν οι περισσότεροι στο ξεκίνημα της κρίσης. Από τη Φυλής μέχρι τον Άγιο Νικόλαο και από την Αττική μέχρι τον Κολωνό σε πιάνει η καρδιά σου. Δεν υπάρχει καμιά κρατική μέριμνα ώστε να αποκτήσει ξανά ζωή ο δήμος Αθηναίων. [...] Το πρόβλημα είναι η υποβάθμιση της πόλης, που φέρνει την εγκατάλειψη, η οποία ανατροφοδοτεί την υποβάθμιση. Υποβάθμιση υπάρχει όπου υπάρχει ανεργία, εγκληματικότητα, προβληματικές και ελλιπείς δομές παιδείας και υγείας, έλλειψη ελεύθερων, αδόμητων χώρων, κακοσχεδιασμένα ΜΜΜ (έβαλε ποτέ κανείς δημοτικά λεωφορεία μέχρι τους σταθμούς του μετρό ή του Ηλεκτρικού;).

 

»Αν όποιος μένει στην Αθήνα δεν βλέπει ότι όλα τα παραπάνω είναι προβληματικά, εθελοτυφλεί. Είναι σοβαρά θέματα που ξεκινάνε και τελειώνουν στο ότι η πολιτεία έχει αφήσει ανεξέλεγκτη την ιδιωτική πρωτοβουλία, από τον τρόπο που σχεδιάστηκε η πόλη μέχρι τον τρόπο που μετακινούμαστε εντός της. Η Αθήνα δίνει τον τόνο για όλη την Ελλάδα. Οι παθογένειές της εξαπλώνονται σε όλες τις πόλεις της χώρας».


«Υπόθεση Γιώργου Καρκά: Βιασμός ταξιτζή ή "άσκηση ομοφοβίας";»: Το άρθρο του Θοδωρή Αντωνόπουλου για την πολύκροτη υπόθεση βιασμού, που φαίνεται να καταρρέει, με τον φερόμενο ως δράστη ωστόσο να παραμένει έγκλειστος, συγκέντρωσε πλήθος σχολίων. Ο Takis γράφει: «Η συγκεκριμένη υπόθεση βρομάει από παντού. [...] Εφόσον υπήρξε καταγγελία για βιασμό, θα πρέπει να διερευνηθεί. Προξενεί, όμως, έκπληξη το γεγονός ότι, ενώ τα στοιχεία του δράστη, όπως και οι φωτογραφίες του, έχουν κοινοποιηθεί δημοσίως, δεν έχει γίνει το ίδιο για τους βιαστές και δολοφόνους της Ρόδου. Το γεγονός ότι οποιοσδήποτε μπορεί να δει τις φωτογραφίες των δραστών της Ρόδου στο Διαδίκτυο δεν αναιρεί το παραπάνω. Προσωπικά, είμαι σχεδόν απόλυτα κατά της δημοσιοποίησης των ονομάτων και των φωτογραφιών οποιουδήποτε κατηγορούμενου πριν τελεσιδικήσει η υπόθεσή του, καθώς έτσι παραβιάζεται το τεκμήριο της αθωότητας. Ποιος θα αποζημιώσει, όχι τόσο υλικά αλλά κυρίως ηθικά, αυτόν που έχει διαπομπευτεί δημοσίως και τελικά κρίνεται αθώος;».

 

O atman αναρωτιέται: «Αν οι ρόλοι ήταν διαφορετικοί –ταξιτζής ο κατηγορούμενος, ανερχόμενος ηθοποιός ο κατήγορος–, μήπως η αντιμετώπιση θα ήταν διαφορετική; Είδαμε πόσο πολύ θάφτηκε ο δεύτερος βιασμός ανθρώπου με αναπηρία στη Ρόδο, επειδή το προφίλ των δραστών δεν εξυπηρετούσε την αφήγηση διαφόρων. Υποκρισία;»