«Λουκέτο στα "Μακελειά", "φερμουάρ" στους Χίους» έγραφε ο Θοδωρής Αντωνόπουλος με αφορμή τη διαπόμπευση της νικήτριας του τηλεοπτικού GNTM από την ακροδεξιά εφημερίδα. Ο Μαύρος Γάτος σχολιάζει: «Δεν μου αρέσει το κλείσιμο διά της βίας ενός ΜΜΕ, ακόμα και όταν πρόκειται για κάτι πολύ χειρότερο και από έναν βόθρο (στο κάτω-κάτω, ο βόθρος, παρ' όλη τη δυσοσμία του, μας απαλλάσσει από τα περιττώματα, ενώ το "Μακελειό" τα δημιουργεί και τα πολλαπλασιάζει).

 

Το κλείσιμο ενός ΜΜΕ είναι μια κακή αρχή και πάντα βάζει ιδέες στους εξουσιαστές. Προτιμάω την άποψη του Θοδωρή: "Να το αναγκάσουμε να κλείσει, ακριβέστερα, απαξιώνοντάς το κυκλοφοριακά, διαφημιστικά, δημοσιογραφικά και εφαρμόζοντας αυστηρά την ισχύουσα νομοθεσία κάθε που παρεκτρέπεται".

 

Στο εξωτερικό, οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών οργανώνουν την αποστολή δεκάδων/εκατοντάδων χιλιάδων οργισμένων mails στους διαφημιζόμενους σε παρόμοια ΜΜΕ, απαιτώντας να σταματήσουν τη διαφήμιση των προϊόντων τους σε παρόμοια μέσα. Ας το δοκιμάσουμε κι εδώ, θα είναι μια καλή ευκαιρία να μετρηθούμε όλοι όσοι αηδιάζουμε με αυτά τα τοξικά (και απολύτως μη ανακυκλώσιμα) σκουπίδια. Και, φυσικά, αυτοδικαίως και αυτομάτως, χυλόπιτα ή εξοβελισμό σε επίπεδο "απλού γνωστού" σε κάθε αναγνώστη/-στρια αυτού του ρυπαρογραφήματος και σε κάθε άτομο που αναπαράγει ηλεκτρονικά τα ξεράσματά του».

 

Το σαλιγκάρι συμπληρώνει: «Τόσο αυτός όσο και αυτού του είδους η "δημοσιογραφία" είναι τα παιδιά του Κουρή, δηλαδή του αυριανισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι η "Αυριανή" έκανε μεγάλη καριέρα στην Ελλάδα, ότι μακροημέρευσε και ότι έπαιξε μεγάλο ρόλο στην πολιτική σκηνή επειδή μέσω αυτής το ΠΑΣΟΚ έκανε παιχνίδι προς τα κάτω, στον λαό. Οι θαυμαστές και κληρονόμοι του Κουρή που ακολούθησαν επίσης μακροημέρευσαν. Κι αυτό γιατί έχει να κάνει κατά πολύ (ίσως και κυρίως;) με τον λαό στον οποίο απευθύνονται. Ας μην παριστάνουμε τους έκπληκτους».


«Αγαπητή Πάολα, μήπως φλερτάρεις με τους χρυσαυγίτες, ενώ κάνεις την ανήξερη;» αναρωτιόταν ο Αλέξανδρος Διακοσάββας με αφορμή τη φετινή συνεργασία της λαϊκής τραγουδίστριας με το φανατικό γκέι κοινό, με τον δηλωμένο χρυσαυγίτη Νότη Σφακιανάκη.

 

Ο/Η leonlm συμφωνεί με την κατακλείδα του άρθρου: «Αυτό που έπρεπε να προβληματίζει την γκέι κοινότητα είναι πως τα αγόρια πηγαίνουν σε ένα σχήμα όπου συμμετέχει ο Σφακιανάκης και καμαρώνουν. Μην έχουμε απαιτήσεις από μια λαϊκή τραγουδίστρια... δεν είναι επαναστάτρια επειδή έχει καλή φωνή στα μπουζούκια. Εκείνοι που πληρώνουν είσοδο στον Σφακιανάκη πρέπει να αναρωτηθούν τι δουλειά έχουν εκεί. Αλλά η δύναμη των κοινωνικών δικτύων είναι ισχυρότερη σήμερα από την αληθινή διεκδίκηση δικαιωμάτων. Δυστυχώς...».

 

Ο Άρης Κωνσταντινίδης απαντά: «Ακριβώς αυτό. Το ζήτημα δεν είναι ούτε οι απόψεις του Σφακιανάκη ούτε ποιος συνεργάζεται μαζί του. Το ζήτημα είναι ότι γεμίζουν τα μαγαζιά τους και πουλάνε οι δίσκοι του, παρά τα ντροπιαστικά σχόλιά του. Πόσο μάλλον στην περίπτωση αυτή, όπου σπεύδουν μερικοί ανόητοι να λούσουν γαρίφαλα τον άνθρωπο που τους βρίζει και τους θεωρεί κατώτερα όντα».


«Η απατηλή λάμψη της διαδραστικότητας» ονομαζόταν το άρθρο του Άκη Καπράνου για το διαδραστικό «Bandersnatch» της δημοφιλούς σειράς του Netflix «Black Mirror». Ο/Η J__F διαφωνεί: «Ούτε ρωμαϊκή αρένα ούτε "Εσύ αποφασίζεις" είναι το "Bandersnatch", όταν ο κάθε θεατής, πέρα από το δικό του τέλος, μπορεί να έχει δει διαφορετικά κομμάτια ή να έχει ξαναδεί την ταινία και να έχει εξερευνήσει το ενδεχόμενο κι άλλων επιλογών. Δεν είδαμε όλοι την ίδια ταινία – όσο άντεξε ο καθένας. Ούτε σαν τους τύπους που θέλουν να τα 'χουν καλά με όλους είναι, αφού η κατάληξη είναι προδιαγεγραμμένη: όσο "καλές" επιλογές και να κάνεις, ο ήρωας είναι καταδικασμένος, δεν τον σώζεις. Ούτε το μέλλον της τηλεόρασης είναι βέβαια.

 

Θα ήταν εξουθενωτική και η παραγωγή και (κυρίως) η θέαση τέτοιων προγραμμάτων σε συχνά διαστήματα – πιο πολύ ένα "εξτραδάκι" που μπορούν να παρέχουν οι διαδικτυακές πλατφόρμες. Και για μένα το Netflix πέτυχε, καθώς και αποτέλεσμα άρτιο τεχνικά είχε (πολύ σημαντικό), και διασκεδαστικό/ψυχαγωγικό ήταν μέσα στην κλισέ μαυρίλα του, που το ίδιο το σενάριο εν τέλει κοροϊδεύει με τραγικό meta-meta χιούμορ σε κάποια κομμάτια της ιστορίας.

 

Το αποτέλεσμα δείχνει δουλειά που έγινε με μεράκι. Ίσως, αν το σκεφτεί κάποιος καλύτερα, να δει πως είναι πιο πολύ παιχνίδι παρά ταινία, με έμφαση στο τεχνικό κομμάτι παρά στο σενάριο. [...] Και, στην τελική, ανοίγει τον δρόμο και για πιο σύνθετα σενάρια στο μέλλον, καθώς το τεχνικό κομμάτι μπορεί να θεωρηθεί πλέον έτοιμο για νέες χρήσεις. Μια φορά τον χρόνο καλά θα είναι».